Οι κόκκινες γόβες και το βασίλειο του τίποτα

«Ουφ! Επιτέλους, σπίτι!» σκέφτηκε, μόλις γύρισε το κλειδί στην πόρτα, επιστρέφοντας αργά το βράδυ πια, μετά από άλλη μια δύσκολη Δευτέρα. Παράτησε τσάντες, πέταξε γόβες στον αέρα και τις είδε να προσγειώνονται τη μία πάνω στην καρέκλα του γραφείου και την άλλη στη γωνία παρέα με μια ροζ παντόφλα. «Αχά! Εκεί τρύπωσες παλιοσιχαμένη» μονολόγησε και έσκυψε να πιάσει την παντοφλίτσα. Με τα ρούχα ακόμα κάθισε στον καναπέ και έγειρε πίσω, κοιτώντας το ταβάνι. Εικόνες εισέβαλαν βίαια στο μυαλό της. Έκλεισε τα μάτια προσπαθώντας να διώξει τις σκέψεις, αλλά αυτές επίμονα απαιτούσαν την προσοχή της. Ανακάθησε κι πήρε τσιγάρο. Το άναψε και κοίταγε τον καπνό να κάνει τα παιχνίδια του. Ησυχία γύρω και μέσα της αντάρα.

«Πολύ το μπέρδεμα ρε γαμώτη μου», σκέφτηκε. «Δεν ξέρω πια τι να σκεφτώ και τι να αποφασίσω. Καθημερινά παρακολουθώ τα δρώμενα προσπαθώντας να καταλάβω, να αποκωδικοποιήσω, να αποφασίσω και μπερδεύομαι όλο και περισσότερο. Πολλές οι φωνές, πότε θυμωμένες, πότε απογοητευμένες, πότε σκεφτικές: –Κλέφτες, απατεώνες, λαμόγια! ακούς από τη μία, –Δεν έχουν μέλλον τα παιδιά μας, καινούριο μεταναστευτικό κύμα θα δούμε, από την άλλη, –Η κρίση μπορεί να είναι η αφετηρία μια καινούριας αρχής, κάποιες άλλες. Υπάρχουν και κάποιες λιγοστές που αρθρώνουν ένα μικρό –φταίω κι εγώ, αλλά είναι σιγανές πια, προσεκτικές».

«Κάθε μέρα νέα τροφή ρίχνουν στα λιοντάρια, μπροστά στα πεινασμένα για θέαμα και εντυπωσιασμό μάτια μας: Πιάσαν αυτούς με τις Φεράρι μπροστά από τα σκυλάδικα, οι γιατροί του Κολωνακίου δήλωναν δέκα χιλιάδες ευρώ εισόδημα, ο Άκης,Μάκης, Σάκης ο γκλαμουράτος, ο Τόλης ο φοροφυγάς. Τα πυροτεχνήματα ημέρας-αέρος έχουν στήσει τρελό χορό.. Ε, και; Τι αλλάζει; Πέρα από την ικανοποίηση του αδηφάγου κοινού, που με την ίδια ευκολία παρακολουθεί από την κλειδαρότρυπα τα καμώματα του πολιτικάντη κλέφτη Άκη,Μάκη,Σάκη και της πορνοστάρ Τζούλιας, τι άλλο γίνεται; Οργανώνεται κάτι; Προχωράει κάποιο σχέδιο αναδιάρθρωσης της χώρας; Λαμβάνονται αποφάσεις που θα δώσουν όραμα σ’ ένα λαό που ζαλισμένος & μουδιασμένος παρακολουθεί και ελάχιστα κατανοεί τα τεκταινόμενα;»

«Αμάν πια αυτή η κατήφεια!» Έσβησε το τσιγάρο και σηκώθηκε προσπαθώντας να ξεμουδιάσει. Άτιμο πράμα οι γόβες, ειδικά όταν τις φοράς από το πρωί ως το βράδυ. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο κουρασμένο της πρόσωπο καθώς αναλογίστηκε τι όμορφα που πέρασε αυτό το βράδυ της Δευτέρας. Εικόνες, πρόσωπα, χαμόγελα, χέρια που κινούνταν με ένταση, σώματα που έσκυβαν προς την κάμερα με διάθεση «you know what I mean», γέμισαν τη σκέψη της. Όλα όσα βίωσε στη συζήτηση που παρακολούθησε στον Ιανό με τους ανθρώπους της οργάνωσης «Harlem 4 Obama».

Θυμήθηκε το σύνθημα που ήταν στον τοίχο της οργάνωσης στο Harlem «I’m sick and tired of being sick and tired», που ίσως ήταν και το κυρίαρχο μήνυμα της βραδιάς: «Βαρέθηκα να είμαι κουρασμένος και να μην κάνω κάτι γι’αυτό». Οι άνθρωποι από την άλλη άκρη του ωκεανού προσπαθούσαν να ενδυναμώσουν τους Έλληνες συνομιλητές, να εμφυσήσουν αισιοδοξία, να τους κάνουν να θυμηθούν ότι το ποτήρι είναι μισοάδειο ή μισογεμάτο ανάλογα με τη δική σου οπτική.

Προσπαθούσαν να δείξουν στους Έλληνες ότι ο τρόπος για να βγει η Ελλάδα από την κρίση είναι ένας: να θυμηθούν οι πολίτες τούτης της χώρας ποιοί είναι και να το δείξουν στον κόσμο. «Μην αφήσετε τα τελευταία γεγονότα να σβήσουν από τη μνήμη του κόσμου την ιστορία σας και τους αγώνες σας», «Μην αφήσετε τις εικόνες των επεισοδίων και της οργής, να αλλοιώσουν την ομορφιά της χώρας σας και το εύρος του πολιτισμού σας».

Άρχισε να βηματίζει νευρικά καθώς την πλημμύρισε και πάλι το ίδιο συναίσθημα που είχε όταν στη συζήτηση άκουσε αυτές τις απόψεις. Ένας φόβος που τη μούδιασε από την κορφή ως τα νύχια. Μια αγωνία τη γέμισε καθώς σκέφτηκε το πώς έχουν μεταφρασθεί κατά καιρούς στη χώρα μας τέτοιες αισιόδοξες τάσεις κι άρχισε να μουρμουρίζει ένα τραγουδάκι που της τραγουδούσε η μάνα της «Στο Ζάππειο μια μέρα περιπατούσα, συνάντησα μια νέα, ξανθομαλλούσα, φορούσε τακουνάκι και μπλε σορτσάκι, τη λέγανε Αλίκη, Αλίκη Βουγιουκλάκη» και μετά άλλο ένα «Υπομονή, υπομονή, υπομονή. Κάντε υπομονή κι ο ουρανός θα γίνει πιο γαλανός, κάντε υπομονή μια λεμονιά ανθίζει στη γειτονιά».

Θυμήθηκε το πώς εκφράστηκε η αισιοδοξία στη δεκαετία του ’60 σε μια Ελλάδα ρημαγμένη που προσπαθούσε να ορθοποδήσει, να βρει είδωλα, να ακουμπήσει κάπου το βλέμμα, να φανταστεί το μέλλον, να χτίσει την καινούρια Δυτική Ελλάδα.

Και το βρήκε το είδωλο στο πρόσωπο της σύγχρονης ξανθιάς Σταχτοπούτας της φτωχολογιάς που από ρακένδυτη άνεργη, γινόταν από τη μία στιγμή στην άλλη μπούζινες γούμαν και την επόμενη βρισκόταν στην Ιταλία μέσα σε πολυτελή αυτοκίνητα, σε χλιδάτα ξενοδοχεία και έβγαινε με γκλαμουράτα φορέματα για να επισκεφθεί την Φοντάνα τι Τρέβι χορεύοντας με τις κόκκινες γόβες της.

Με το ίδιο είδωλο ζήσαμε πενήντα τόσα χρόνια όσο παράξενο κι αν ακούγεται. Αυτό το πρότυπο νίκησε με διαφορά το Μάη του ’68, τον πόλεμο του Βιετνάμ, το Πολυτεχνείο, τη Μεταπολίτευση, την Αλλαγή του Αντρέα, το Πάρτα Όλα του Τσοβόλα, την ευκαιρία για κάθαρση μετά το βρώμικο ’89 και τα ακόμα πιο βρώμικα χρόνια που ακολούθησαν.

Αυτό το πρότυπο είχε ο Έλληνας στο μυαλό του όλα αυτά τα χρόνια και το ακολούθησε πιστά σε κάθε ευκαιρία που βρέθηκε μπροστά του, κλωτσώντας με μανία όποια άλλη ευκαιρία του δινόταν, φορώντας με καμάρι τις κόκκινες γόβες του, σύγχρονη γιαλαντζί Σταχτοπούτα στο βασίλειο του τίποτα, αδιαφορώντας για το ρολόι που πλησίαζε μεσάνυχτα, τικ τακ, τικ τακ.

Κοίταξε τις πεταμένες κόκκινες γόβες με απέχθεια. Θα έκανε καιρό να τις ξαναφορέσει.

(Το κείμενο αυτό γράφτηκε καθώς σκεφτόμουν τον ανοιχτό διάλογο που πραγματοποιήθηκε στον Ιανό στις 7/5/2010 με την οργάνωση «Harlem 4 Obama», με αφορμή την έκδοση του βιβλίου των Αχιλλέα Πεκλάρη και Αλέξανδρου Λαμπροβασίλη «Hopes, Dreams & Hard Times New York 2009, δεν είναι δημοσιογραφικό και δεν καταγράφει με ακρίβεια το διάλογο ή τα τεκταινόμενα)

.

Advertisements

4 thoughts on “Οι κόκκινες γόβες και το βασίλειο του τίποτα

  1. αναθεμα σε,δεν με λυπασαι,που καιγομαι και λιωνω…δεν εχω γοβες αλυκες,και γι’αυτο σου τα χωνω…΄ρ΄ρ
    παρ’ολα αυτα,ειμαι κακη υπηκοοος του βασιλειου του ΤΙΠΟΤΑ…και το κοβω να με εξοριζουν απ’αυτο,κλωτσιδων…αλλα δεν τρεχει καστανο,γιατι μαλλον ειμαι καλοδεχουμενη στο βασιλειο του ΚΑΤΙ…νομιζω…
    ΟΠΟΤΕ,μαλλον το μονο που χρειαζομαι,ειναι 2 παπουτσια πανινα…
    και σκεψη…
    και περρισυλογη…
    και αναθεωρηση…
    και κουραγιο…
    καιμ θαρρος…
    και συμπαρασταση…
    και παρηγορια..
    ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ!!
    και πολλες συνειδητοποιιμενες γιαλαντζη σταχτοπουτες…

  2. Δύσκολα! Πολύ δύσκολα καταφέρνω να «ξεκολλήσω» τη δική μου σκέψη από την εικόνα «της» που τόσο ορμητικά εισέβαλε στην ψυχή μου: Εκείνη που «κάθισε στον καναπέ και έγειρε πίσω, κοιτώντας το ταβάνι»…
    Δύσκολα! Πολύ – πολύ δύσκολα καταφέρνω να μην αισθάνομαι θλίψη: Τη θλίψη εκείνη της απώλειας (μιας ακόμα!) της ευκαιρίας που έχασα… Ηθελα τόσο να έρθω κι εγώ εκεί… Δεν τα κατάφερα…
    Η αλήθεια είναι ότι θα ήθελα τούτη την ώρα μια γλυκιά Ursus, για ν’ αλλάξω την πικρή γεύση που αφήνουν σκέψεις όπως αυτές που περιγράφεις. Σκέψεις που κάνω εδώ και καιρό – ομολογώ, δίχως Βουγιουκλάκη ή κόκκινες γόβες, να τις «χρωματίζουν». Εστω ένα σφηνάκι, βρε αδερφέ… Κι είναι και κόκκινη κι αυτή η γλυκιά βότκα – είδες κάτι πράγματα;
    Ναι, μουδιασμένα είδωλα, χαμένες ευκαιρίες, απέχθεια για όλους όσοι στο πέρασμά τους κατέστρεφαν την κάθε ευκαιρία που παρουσιαζόταν σε τούτο τον τόπο και στους κατά καιρούς κατοίκους του, αισθάνομαι. Μαζί με κείνη την απαίσια αίσθηση του πνιγμού…
    Πάει καιρός τώρα -μήνες; χρόνια; θα σε γελάσω και δεν το θέλω!- που νοιώθω φόβο. Κι έχω κουραστεί να φοβάμαι.
    Κι έχω, κι εγώ, being «sick and tired of being sick and tired»…
    Μα ξαφνικά!… «Εκείνο» το κάτι, το Αγνωστο, το κρυμμένο (από φόβο κι αυτό;) μέσα μου βαθιά, εκείνο το παιχνιδιάρικο συντροφάκι μου, έκανε πάλι την εμφάνισή του, διαβάζοντας τις σημειώσεις σου. Ξέρω: Διάβασε τη μαγική λέξη Χάρλεμ, που του θύμισε προφανώς την Νέα Υόρκη. Τα ταξίδια που εκεί έκανε. Που έκανα κι εγώ μαζί του, νοιώθοντας το ίσως πιο περίεργο συναίσθημα που ένοιωσα ποτέ: Ταξίδεψα τόσο μακριά, τόσες ώρες απόσταση από τη γη που γεννήθηκε και αισθάνθηκα … να γυρίζω «σπίτι» μου: Στο πιο «οικείο» μέρος της ψυχής μου. Παράξενο, έ; Κάποια στιγμή θα (σου) μιλήσω (και) γι’ αυτό…
    Μα μέχρι τότε… Να… Θέλω να σε παρακαλέσω, να μου μιλήσεις για εκείνα που είδες, που άκουσες και που -κυρίως!- αισθάνθηκες όση ώρα ήσουν εκείνο το βράδυ της Δευτέρας στον Ιανό… Κι εγώ να δεις! Θα σου ετοιμάσω ένα ωραίο ζεστό μπάνιο, μόλις σηκωθείς από τον καναπέ, εκεί να ξαποστάσεις… Κι αν δεν θες – δεν σου αρέσει η Ούρσους, πες μου τί ποτό θέλεις να σου ετοιμάσω…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: