Τι να σου πω ρε φίλε…

Σήμερα, είχα προγραμματίσει να ανεβάσω μια από τις ιστορίες των γυναικών μου, την ιστορία της επαρχιώτισας που έρχεται στην Αθήνα με όνειρα στο δισάκι της, θέλοντας να προκόψει. Η τύπισσα σιχαμένη, ερωτευμένη με τα ψηλά κτίρια και τη μεγάλη ζωή που ονειρεύτηκε όταν τριγύρω της βόσκαν γίδια και τα μάγουλά της ήταν ροδαλά ροδαλά από την υπερβολική κατανάλωση οξυγόνου. Έλα όμως που το έξυπνο πουλί πιάστηκε από το μύτη και στο τέλος σπαρτάρησε αφού βρήκε κάποιον πιο μάγκα να το πιάσει στο δόκανο…

Δεν έχω κέφι όμως για προγραμματισμένα… Με όλα όσα συμβαίνουν γύρω μου και μέσα μου, το μόνο που έχω κέφι να κάνω είναι να σιχτιρίσω, να βρίσω και να γκρινιάξω, να θρηνήσω τη γαμoζωή μου που παλεύω να την κάνω πολύχρωμη και χαρούμενη όσο γαμημένη κι αν είναι και κάθε μέρα κάτι γίνεται και μου τα κάνει όλα μπάχαλο… και μου θυμίζει την γαμημένη πραγματικότητα στην οποία ξυπνάω, κοιμάμαι, περπατάω, πατάω σκατά, σκουπίζομαι, πέφτω, σηκώνομαι και παλεύω να μην μου πάρει την ψυχή. Παρακαλώ λοιπόν, για το αναφαίρετο δικαίωμά μου στη γκρίνια και τη μιζέρια…

Ναι ξέρω, ξέρω… «Καλό θα ήταν όποιος παπαρομαλάκας έχει τη δυνατότητα να αρθρώνει λόγο που θα διαβαστεί έστω από άλλον ένα, να προσέχει πώς τα λέει, πώς τα συντάσσει, πώς τα παρουσιάζει…» Καλό θα ήταν… αλλά σήμερα δεν έχω τίποτα καλό να σου πω ρε φίλε… Όσο και αν την παλεύω, όσο και αν σκάβω, δε βρίσκω κάτι καλό να σου πω το γαμήδι, δεν βρίσκω τις λέξεις να στολιστώ, δε βρίσκω τους τόνους να τους βάλω κορδέλες στα μαλλιά, δε βρίσκω τα σημεία στίξης να κρεμάσω στα βυζιά για να προσκαλέσω, να προκαλέσω και να εκμαυλίσω. Όσο και αν προσπαθώ δε βρίσκω ύφος που να ταιριάζει με τον εμετό που γεμίζει το στόμα μου και τείνει να με πνίξει…

Τι να σου πω ρε φίλε… Τι να σου πω… Δεν ξέρω πια τι γίνεται γύρω μου. Ψάχνω να βρω τα πρόσωπα των γνωστών μου κι έχουν σκύψει τόσο που δεν τα βλέπω πια. Ψάχνω μάτια και βρίσκω ξεπατωμένες βλεφαρίδες, απομεινάρια των γκλαμουράτων εποχών των πάρτυ και της ξεγνοιασιάς… Ψάχνω στόματα να λένε αλήθειες και βρίσκω τραβεστί τσιμπουκόχειλα σε αξούριστες μούρες πουλημένων ανθρωπίσκων. Τι να σου πω ρε φίλε… Ο δικός μου ο λόγος είναι τόσο μικρός και τιποτένιος, η δικιά μου η κραυγή είναι τόσο άναρθρη που ακόμα και να απλωθεί στα πέρατα δεν πρόκειται να γίνει κατανοητή από κανένα…

Έμβρυο ξανά, κουλουριάζομαι κρυώνοντας σε αφιλόξενο, κρύο, δανεικό σάκο γεμάτο μύξες και ξερατά, ανοίγοντας τα μάτια ίσα για να δω αν έκανε αυγή… Παπάρια μάντολες φίλε.. Πουθενά δεν ξημερώνει… πουθενά… Και αυτός ο γαμημένος ο σάκος μου που μόνη μου μπήκα και τον έκλεισα πρόστυχα, βάζοντας για κόπιτσες  κοροϊδευτικές λέξεις τιμώντας την παντοκρατορία του φαίνεσθαι, με συνθλίβει και μου αποδεικνύει κάθε μέρα ότι είμαι τόσο μα τόσο ηλίθια…

Τι να σου πω ρε φίλε… Δεν έχω λόγια πια για όλα όσα γίνονται γύρω μου… Κι εγώ απορημένη σαν και σένα τα παρακολουθώ και πρέπει να συνεχίζω να υπάρχω στο παραμύθι μου, πίνοντας την παραμύθα τους… Ξυπνάω τα πρωινά, πλένω τα μούτρα μου, τα μακιγιάρω προσεκτικά τονίζοντας την κομψή μου θηλυκότητα, βάζω τα ρούχα της δουλειάς, λέω καλημέρα και καλησπέρα, διαπραγματεύομαι, κάνω εκπτώσεις, κάνω συμφωνίες, σκύβω, με γαμάνε, πού και πού γαμάω κι εγώ κάνα περαστικό, γυρνάω στο κουκούλι μου, βάζω καμιά δημοσίευση στο μπλογκ μου λέγοντας τον πόνο μου για να μη σκάσω (τουλάχιστον ακόμα δεν χρειάζομαι ψυχοφάρμακα), γράφω κάνα στάτους στο φέισμπουκ εξυπνακίστικο ή έξυπνο, βλέπω ότι αρέσει, λέω μέσα μου «εντάξει δεν είμαι εντελώς για τον πούτσο», βγαίνω έξω, χορεύω, χαίρομαι, αγκαλιάζω τον αγαπημένο μου (τουλαχιστον ακόμα δεν χρειάζομαι ενδοφλέβιες), κοιτάω τα παιδιά μου, καλά παιδιά είναι (τουλάχιστον ακόμα δεν έχω φάει τη μούντζα που τόσο φοβάμαι), κοιμάμαι το μικρό μου θάνατο και την άλλη μέρα πάλι από την αρχή…

Τι να σου πω ρε φίλε… Τι απαντήσεις να σου δώσω γαμώ την πουτάνα μου; Εγώ δεν έχω απαντήσεις για μένα, περιμένεις να σου δώσω για σένα; Χαμένη είμαι κι εγώ και κρατιέμαι από τα μικρά και τα καθημερινά για να μη μου φύγει το τσερβέλο και βγω στους δρόμους με τη μαλαστούπα στο χέρι και πάω και το κάψω με τα ίδια μου τα χέρια το μπουρδέλο… με όλους τους μπουρδελιάρηδες μέσα… Πού είναι η μάσκα ρε πούστη μου, να τη φορέσω τη σιχαμένη να την κάνω ένα με τη μάπα μου, να μη χρειάζομαι και μακιγιάζ και ξοδεύω λεφτά. Πού είναι τα φώτα και ο σκηνοθέτης μου, πού είναι ο φλώρος μάνατζερ και ο καμεραμάνης μου να μου φτιάξουν την ταινία της ζωής μου ρε; Α φορ Αναισθησία, Α φορ Αηδία, Α φορ Απραξία, Α φορ Αμέλεια, εγκληματική αμέλεια…

Αει σιχτίρ ρε φίλε… Αει σιχτίρ βραδυάτικα με τις ερωτήσεις σου, μου γύρισες το μάτι και θα μου χαλάσει η μασκάρα…

.

Advertisements

3 thoughts on “Τι να σου πω ρε φίλε…

  1. Και γω στα ίδια είμαι, τα ίδια σκέφτομαι και κάνω, με την μόνη διαφορά, είμαι χωρίς μακιγιάζ, χωρίς στολίσματα ( έχω πέσει σε άλλο επίπεδο), χωρίς παιδιά, χωρίς ανθρώπους δικούς μου, χωρίς δουλειά, χωρίς εξόδους, ψάχνοντας ουσία, ψάχνοντας ξενοιασιά, ψάχνοντας ανιδιοτελή αγάπη – που μόνο σε ένα μέρος έβρισκα : την καρδιά και ψυχή του ΠΑΤΕΡΑ που χάθηκε άδικα και νωρίς πασχίζοντας για μένα-, αναρωτώμενος «μήπως τελικά τα ψυχοφάρμακα θα μου έκαναν καλό?»…

    Όμως να σου πώ ένα : η ουσία αυτού, είναι αυτό που έκανες και πάλι σήμερα !! Να αποτυπώνεις τις σκέψεις, τα ερωτήματα, και να βγάζεις απο μέσα σου αυτό που έχεις για να μην σε πνίγει, δίνοντας έτσι κουράγιο και σε μας που καταλαβαίνουμε ότι δεν είμαστε οι μόνοι, να μοιραζόμαστε μαζί την πλυμμήρα αυτή, και με την ελπίδα μιας αληθινά ουσιαστικής φιλίας…

    Για ακόμη μία φορά, τα δάκρυά μου στιγμάτισαν τούτο το ηλεκτρονικό «χαρτάκι» …

    Να θυμάσαι … είμαι εδώ !

  2. μα τι πανοραμικος καθρεφτης ειναι αυτος που βλεπω,ρε Αμολιτσα μου??
    η σημερινη σου πενα ειναι αυτη που θα ηθελα να εχω,αντ’αυτου θα αρκεστω σ’ενα ξεφτιλισμενο μολυβι του κωλου…ενα απλο κουοουτ θα κανω,και πολυ μου εινα騨
    ……..σκύβω, με γαμάνε, πού και πού γαμάω κι εγώ κάνα περαστικό, γυρνάω στο κουκούλι μου, βάζω καμιά δημοσίευση στο μπλογκ μου λέγοντας τον πόνο μου για να μη σκάσω (τουλάχιστον ακόμα δεν χρειάζομαι ψυχοφάρμακα), γράφω κάνα στάτους στο φέισμπουκ εξυπνακίστικο ή έξυπνο, βλέπω ότι αρέσει, λέω μέσα μου «εντάξει δεν είμαι εντελώς για τον πούτσο», βγαίνω έξω, χορεύω, χαίρομαι, αγκαλιάζω τον αγαπημένο μου (τουλαχιστον ακόμα δεν χρειάζομαι ενδοφλέβιες), κοιτάω τα παιδιά μου, καλά παιδιά είναι (τουλάχιστον ακόμα δεν έχω φάει τη μούντζα που τόσο φοβάμαι), κοιμάμαι το μικρό μου θάνατο και την άλλη μέρα πάλι από την αρχή…
    αν εξαιρεσεις το»’βγαινω εξω και χορευω,αναγνωριζω τα μουτρα μου στον καθρεφτη,παντα αβαφτα,και παντα αυτοσαρκαστικα…ευγε Μολι μου…αν σταματησεις να γραφεις,απο μενα θα το βρεις….Α φορ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ…..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: