Το μπλε αυτοκόλλητο

Καθόμουν σε μια ψηλή ψάθινη καρέκλα καφενείου και κούναγα τα πόδια μου πέρα δώθε.. Μπορεί και να’λεγα «Ουφ! Παραείναι ψηλή αυτή η καρέκλα. Μήπως να πάω να παίξω κρυφτό;» αλλά συνέχιζα να κάθομαι και να παρατηρώ γύρω μου τους ανθρώπους που έτρωγαν και γελούσαν. Τα τραπέζια ήταν απλωμένα σε μια πολύ μεγάλη ταράτσα ενός χαμηλού κτίσματος που χρησίμευε ως ιδιότυπος «στο βάθος κήπος» για την ταβέρνα/καφενείο/χασάπικο του χωριού. Ο ασπρισμένος τοίχος της εκκλησίας που ορθωνόταν μου φαινόταν τεράστιος και περιεργαζόμουν τα φυτά που έσπαγαν τις πέτρες και ξεμυτούσαν από κάθε τρυπίτσα του. Πλάκα είχαν έτσι όπως πεταγόντουσαν και στόλιζαν άναρχα τον τοίχο σύμφωνα με την άποψή μου, εκνευριστικά και βρωμιάρικα κατά τη γειτόνισσα που συζητούσε στο τραπέζι με τη μάνα μου ότι ο κυρ-Θανάσης δεν έκανε τη δουλειά του καλά και άφηνε την εκκλησία να ρημάξει.

Δε θυμάμαι με ποια αφορμή ήταν όλο το χωριό μαζεμένο στο ταβερνείο/καφενείο/χασάπικο. Κάτι καλό πρέπει να ήταν, γιατί καιρό είχα να τους δω όλους τόσο χαρούμενους και γελαστούς. Η μάνα μου δε, καμάρωνε σα γύφτικο σκεπάρνι και είχε ένα χαμόγελο αυταρέσκειας που ακόμα και σήμερα με κάνει να σκέφτομαι «Κοίτα ρε, με τι ψίχουλα ένας άνθρωπος μπορεί να είναι ευτυχισμένος».

Η ταράτσα ήταν πάνω στη θάλασσα και ανάμεσα από τ’ αρμιρίκια μπορούσα να δω τα φώτα της Τουρκίας (η Τουρκία ξέρεις είναι πολύ κοντά στη Χίο, αφού φαντάσου όταν είναι καθαρή η ατμόσφαιρα βλέπεις φωτάκια να κουνιούνται, περιγράμματα σπιτιών, τέτοια). Μου αρέσουν πολύ τα φωτάκια. Όπου κι αν φέγγουν, ό,τι χρώμα κι αν έχουν… Χαμένη στα ονειράκια μου πετάχτηκα αλαφιασμένη από τις κραυγές «Σηκωθείτε, γρήγορα, στα σπίτια σας, επιστράτευση! Οι Τούρκοι πήραν την Κύπρο. Γρήγορα! Γρήγορα χωριανοί!»

Δε θυμάμαι πώς φτάσαμε στο σπίτι, δε θυμάμαι τι γινότανε στους δρόμους του μικρού ψαροχωριού (ακόμα και σήμερα αναρωτιέμαι τι από όλα αυτά που γράφω είναι δικές μου αναμνήσεις ή λόγια της μάνας μου και των γειτόνων), θυμάμαι όμως την απορία μου όταν η μάνα μου ξέθαψε μέτρα ολόκληρα μπλε αυτοκόλλητου κι άρχισε να ντύνει τα τζάμια. Πού το βρήκε όλο αυτό το αυτοκόλλητο; Πού το είχε κρυμένο κι εγώ δεν το είχα ανακαλύψει; Την κοιτούσα με απορία και δεν καταλάβαινα τι έκανε.

–          Μαμά, πώς θα βλέπουμε έξω; Γιατί βάζεις το μπλε αυτοκόλλητο; Γιατί φωνάζουν και τρέχουν όλοι;  Γιατί έφυγε ο μπαμπάς τόσο ξαφνικά;

–          Δε θα βλέπουμε, έχουμε συσκότιση, έγινε επιστράτευση, γίνεται πόλεμος, σους κάτσε στη γωνιά σου εσύ.

«Τι είναι συσκότιση; Τι είναι επιστράτευση, τι είναι πόλεμος;» αναρωτιόμουν από τη γωνιά μου και είχα γίνει ένα τεράστιο φοβισμένο ερωτηματικό. «Γιατί δε θα βλέπουμε τον ήλιο πια;» Στην πόρτα κάποιοι φώναζαν και όταν άνοιξε η μάνα μου με προσοχή, ο πατέρας μου έλεγε σε κάποιους άντρες «Α βάλω τα ρούχα της δουλειάς κι έρχομαι. Ίντα σου’πε; Πού α πάμε; Στις Καρυές ή στην Καλαμωτή;» Η μάνα μου του είπε να προσέχει και τον χαιρέτησε αγχωμένη , ανάστατη «Επιστράτευση» μουρμούραγε και κόλλαγε τα αυτοκόλλητα στα μεγάλα παράθυρα. «Μαμά πού πάει ο μπαμπάς;» έκανα από τη γωνιά μου «Σους είπα, ο κύρης σου θα λείψει κάποιες μέρες, τον πήρε ο στρατός» ξεφύσηξε και συνέχισε φωνάζοντας «Μάνα, έλα πάρε την Αμαλία από δω, ε θα προκάμω α τελειώσω τη δουλειά μου με τούτη δω μες τα πόδια μου όλη την ώρα και βγάλε τις λάμπες του πετρελαίου».

Η γιαγιά μου η Αμαλία η συνονόματη, ήρθε και με μάζεψε, με πήγε σε άλλο δωμάτιο και μ’ έβαλε στην ποδιά της όπως έκανε πάντα. Λούφαξα μέσα στη γούβα της μαύρης ρόμπας της και αφέθηκα στο τραγουδιστό της μουρμούρισμα που πάντα με καθησύχαζε.  Ζαλισμένη από το κούνημα και τη μυρωδιά του πετρελαίου μάλλον κοιμήθηκα γιατί δε θυμάμαι άλλο από κείνο το παράξενο, μπερδεμένο βράδυ.

Την άλλη μέρα, άνοιξα τα μάτια μου σ’ ένα βουβό, σκοτεινό σπίτι. Το μόνο που έσπαγε τη σιωπή ήταν τ’αεροπλάνα που ακούγονταν να περνάνε συνέχεια και τα ξεφυσήματα της μάνας μου κάθε φορά που τ’άκουγε ν’απομακρύνονται. Πόλεμος! Ο πόλεμος είχε έρθει στο μικρό χωριό των διακοπών, του πετροπόλεμου, των γαλαζοπράσινων βουτιών μου και των ανέμελων τζιτζικιών. Μέχρι τότε ο μόνος πόλεμος που γνώριζα ήταν με τις βεντούζες των χταποδιών που κυνηγούσα με μανία, με τα αγκάθια των αχινών και τις πεταλίδες που ξεκόλλαγα για το γινάτι μου και μετά τις πετούσα στη θάλασσα. Οι μάχες που έδινα ήταν με τα «μαύρα», τα φύκια που είχε η θάλασσα και τα φοβόμουν τόσο που έμπαινα μέσα μόνο από το δρομάκι που είχαν φτιάξει και καθαρίσει οι μεγάλοι, για όλη τη μαρίδα που είχε το ίδιο πρόβλημα με μένα.

Πόλεμος! Οι Τούρκοι έρχονται και δω! Μπήκαν στην Κύπρο και ο επόμενος στόχος είναι το νησί μας, έλεγαν όλοι και βαριανάσαιναν κοιτώντας επίμονα, με μίσος και φόβο τη γη απέναντι. Δε με άφηναν ούτε να ξεμυτίσω κι εγώ είχα σκυλοβαρεθεί να παίζω στην εσωτερική σκάλα τις κυρίες που πίνουν τσάι. «Αμάν πια! Πότε θα τελειώσει αυτός ο πόλεμος;» αναρωτιόμουν αλλά δε μιλούσα γιατί κάθε φορά που πήγαινα να ρωτήσω κάτι, η μάνα μου και η γιαγιά μου εναλλάξ με κάρφωναν με ανταριασμένα βλέματα. Πού να τολμήσω να μιλήσω;

Όμως αυτός ο κακός, σιχαμένος, ενοχλητικός μπλε πόλεμος δεν ήρθε τελικά, ίσως να κουράστηκε από όσα έκανε στο άλλο νησί, ίσως να βαρέθηκε, δεν ξέρωΟι μέρες της επιφυλακής πέρασαν, ο πατέρας μου γύρισε σπίτι και το μπλε αυτοκόλλητο ξεκόλλησε από τα τζάμια προσθέτοντας πολλές ώρες δουλειάς στη μάνα μου και τη γιαγιά μου. Όμως άφησε σε όλους μας τα σημάδια του για πάντα. Μεγαλώνοντας και μέχρι να φύγω από το νησί αυτός ο φόβος με συνόδευε, κάθε φορά που άκουγα αεροπλάνο ένα κρότος έσκαγε μέσα μου, κάθε φορά που διάβαζα για τις τουρκικές προκλήσεις και τα πλοία που κόβουν βόλτες στο Αιγαίο μου ανενόχλητα, ένα σφίξιμο ένιωθα να με παραλύει.

Πολλά χρόνια μετά, ακόμα αποφεύγω μετά μανίας να ντύσω τα βιβλία των παιδιών μου με μπλε αυτοκόλλητο, προτιμώντας να τους βάλω ακόμα και τα χελωνονιντζάκια που απεχθάνομαι,  παρά αυτό το μπλε που τον Ιούλιο του ‘74 μου έκοψε τον ήλιο και μ’ έκανε να κοιτάω με επιφύλαξη και φόβο τα ονειρεμένα φωτάκια της γης απέναντι.

.

Advertisements

7 thoughts on “Το μπλε αυτοκόλλητο

  1. Σας ευχαριστώ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ για τα υπέροχα σχόλιά σας σ’ ένα κείμενο που σημαίνει για μένα πάρα πολλά
    🙂

  2. …..και ήταν τα τραίνα γεμάτα με άνδρες χαρούμενους….και με τραγούδια και γέλια τους χαιρετούσαμε στην Λεπτοκαρυά…πηγαίνανε λέει να πολεμήσουνε…αλλά εγώ ήξερα ότι ο πόλεμος είναι πόνος απο τον Μυριβήλη, και γιατί ήταν όλοι χαρούμενοι δεν κατάλαβα ποτέ…μόνο η φίλη μου απο τα Σκόπια έκλαιγε…γιατί την ρώτησα? και μου έδειξε την γιαγιά της που και αυτή έκλαιγε όπως έκλαιγε και ο μπαμπάς της και η μαμά της….την επιστράτευση την πέρασα ζωγραφίζοντας…ζωγράφιζα κάθε μέρα δεκάδες σημαιούλες και στρατιωτάκια και τα έδινα απο τα παράθυρα του τραίνου στα παληκάρια.
    Την φίλη μου την ξαναείδα μετά απο πάρα πολλά χρόνια στον Βαρδάρη με το σήμα MACEDONIA στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου της…

    Υπέροχο κείμενο Αμελί μου, λυρικό καλοκαιρινό αληθινό…φιλιά πολλά να είσαι καλά!!

  3. ηταν στο λιμανακι του Καρτερου , λιγα χιλιομετρα απο το Ηρακλειο, εκεινο το πρωινο …
    ετρωγα πρωϊνο με τον πατερα μου, καρπουζι με φετα και ακουγαμε απο το τρανζιστορακι, την μπασα φωνη της Μαρινελλας και μετα του Βιολαρη.
    Κρατουσα μια Kodak Instamatic και περιμενα να δω το αεροπλανο της γραμμης που περνωντας χαμηλα πανω απο τον ηρεμο κολπο θα προσγειωνοταν στο διπλανο αεροδρομιο.
    Το περιμενα πως και πως γιατι θα ηταν το τροπαιο μου γυρνωντας στο σχολειο!
    και σε μια στιγμη ολα παγωσαν!
    το ραδιωφονο αλλαξε μουσικη εβαλε εμβατηρια…
    Ο πατερας μου ειπε με παγωμενη φωνη παλι πραξικοπημα….
    Αλλα η φωνη του εκφωνητη μας κεραυνοβολησε…. ο ετεροθαλης αδελφος μου ηταν στην Κυπρο ανθυπολοχαγος στις καταδρομες τα ΛΟΚ…

    Σε λιγη ωρα αρχισαν να κατεβεναινουν πολλα αεροπλανα… ο πατερας ειχε ηδη φυγει , επρεπε σαν εφεδρος αξιωματικος να παρουσιαστει στην επιστρατευση και εγω τρομαγμενος δεν ειχα κεφι για φωτογραφιες.

    Ο πατερας γυρισε μετα απο 4 μηνες αδυνατος με ματια θαμπα και η στρατιωτικη του στολη με τα 3 αστερια επλεε επανω του αφυσικα.

    Τον αδελφο μου δεν τον ξαναδα ποτε ..σκωτωθηκε σε ενα μερος τοσο κοντινο αλλα και τοσο μακρυνο καπου στα βορεια της Κερυνειας…. ενα Τουρκικο αεροπλανο ετειλε μια ναπαλμ και τους εκαψε ζωντανους….
    Ο πατερας δεν το αντεξε, δεν το εδειξε ποτε, αλλα εφυγε μετα απο σχεδον 10 χρονια.

    Ετσι την θυμαμαι εκεινη την μερα, εκεινο το πρωινο και οταν τρωω καρπουζι με φετα ..παντα δακριζω… παντα θυμαμαι δεν ξεχνω
    36 χρονια μετα η θλιψη και η απωλεια ειναι παντα νοπη.

    φευγω σε λιγες ωρες για ταξιδι μακρινο και σε ευχαριστω για αυτο το μικρο μνημοσυνο

    να περασετε ενα ομορφο καλοκαιρι θα σας δω τον Αυγουστο.

  4. Ομορφο κείμενο, δυνατό, και γεμάτο από παιδική αθωότητα και νοσταλγία… και πολλά αναπάντητα γιατι….???

  5. οι αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων δίνουν ανεξίτηλες ιστορίες… εγώ θυμάμαι τα παλιά ξύλινα ρολά στο σπίτι, στην Αθήνα, κλειστά, τελείως, μόνο την πάνω πάνω χαραμάδα να αφήνει λίγο φως να γλυστράει στο σπίτι… ο πατέρας βρέθηκε σε μια μέρα στη Σάμο, η μάνα έπρεπε να γίνει σε μια μέρα και πατέρας και φίλος και παιδαγωγός… από τότε, ειδικά τα καλοκαίρια, όταν βλέπω παλιό ξύλινο ρολό απλά κατεβασμένο, όχι κλειστό, με τις χαραμάδες να αφήνουν τον ήλιο να περνάει νιώθω κάπως…

  6. Και όμως τους φόβους μας πρέπει να τους αντιμετωπίζουμε για να τους ξορκίζουμε. Όπως κάναμε εμείς, που μας πήραν οι Τούρκοι το 74 ότι είχαμε και δεν είχαμε… Το κείμενο πανέμορφο…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: