Η φασολιά και ο κυρ-χρόνος

«Μάνα έλα να δεις τι έκανα!» ακούστηκε η φωνή του γιου μου μες στην καυτή αχλή του μεσημεριού. Ανασαίνοντας βαριά κόβοντας τη ζέστη με το μαχαίρι που κράταγα για το ντόπιο καρπούζι, πήγα στον κήπο του πατρικού σπιτιού της μάνας μου.

Ο χρόνος στάθηκε μετέωρος. Έτσι νόμισα, καθώς κοιτούσα τα φύλλα του φυτού που μου έδειχνε, να γεμίζουν χυμούς και δύναμη και να στρέφονται στον ήλιο.

Η φασολιά που φύτεψε ο γιος μου, προσπαθούσε να μεγαλώσει γρήγορα να  φτάσει στον ουρανό να βρει το κυρ-χρόνο εκεί που κάθεται & κοιτάει τα ανθρώπινα τεκταινόμενα χασκογελώντας & αυθάδικα σαν έφηβος νεαρός να του ρίξει μια μπουνιά να τον πάρει κάτω!

«Είδες πόσο μεγάλωσε;» έκανε ο γιος μου περήφανα «Κοίτα κι από δω. Φτιάξαμε σπιτάκι με την Αλεξάνδρα για να μην μας πιάνει ο ήλιος»

Όλο ήταν τόσο ίδια που παρά τη ζέστη, ανατρίχιασα: το θρόισμα των καλαμιών, το σπίτι που μας κοιτούσε σιωπηλό, τρεμοπαίζοντας μέσα στη ζέστη,  το χώμα αφρατισμένο και φουρφουριστό… Το χώμα που πατούσα κι εγώ πιτσιρίκα και σκάλιζα και πότιζα και έπλαθα, φτιάχνοντας λασπάνθρωπους για να κατοικήσουν το λασποχωριό μου. Το χώμα που κουβαλούσα στην σκάλα της κουζίνας στο πίσω μέρος του σπιτιού κι έφτιαχνα τα λασποφαγητά μου, εκνευρίζοντας τη γιαγιά μου που με κυνηγούσε με το μπαστούνι στους κήπους.

«Για δε μαρή! ‘α μου φας όλο το χώωωωμα αφό το κηπάρι κι απέ ίντα ‘α κάμω μετά;» φώναζε και κουνούσε τη μαγκούρα απειλητικά.

«Τι λες γιαγιά; Τρώγεται το χώμα;» φώναζα εγώ «Θα σου φέρω άλλο με το κουβαδάκι μου από το ποτάμι, μη στεναχωριέσαι» κι έτρεχα μακριά της για να μην με ξυλοφορτώσει.

«Εσύ μαρή κόοοορη μου, είσαι ικανή και πέτρες ‘α φας, όι το καμένο το χωματάκι. Φύε τώρα αφό το κηπάρι, για ενοχλείς τις κότες κι αύριο ‘ε ‘α φας φρέσκο αυγό» εξαπέλυε την τελευταία απειλή που ήξερε ότι σίγουρα θα έπιανε.

Το ταχταριστό αυγό με ζάχαρη από τα τρεμουλιαστά χέρια της γιαγιάς ήταν τέτοια λιχουδιά που δεν μπορούσα ν’ αντισταθώ. Μαζευόμουν γρήγορα γρήγορα στο στενό του σπιτιού και της έκανα και τη χάρη όπως όπως να καθαρίσω τα χώματα από τη σκάλα. Μέχρι που έβγαζα και κούκλες για να παίξω όσο εκείνη έκανε δουλειές στην κουζίνα, παριστάνοντας την καλή & συνετή κόρη. Αλλά το μυαλό αλλού, πού να ηρεμήσω μέσα στα φουστάνια! Μόλις την έβλεπα να ξεμακραίνει παρατούσα το βαρετό παιχνίδι με τα χτένια και τα κουκλόπανα κι έφευγα τρέχοντας.

«Γιαγιάαααα, πάω να μαζέψω τζιτζίκιααααααα» φώναζα κι έτρεχα πάνω τον ποταμό, πριν προλάβει να εγείρει τις αντιρρήσεις της.

Από μακρυά την άκουγα να φωνάζει στη μάνα μου «Αμαλίααααααααα, για δες η Αλεξάνδρα είναι έξω με το ποδήλατο; Θέλω να πάει να πάρει ψωμί…»

Αμαλία; Αλεξάνδρα; Τίναξα το κεφάλι παραξενεμένη ακούγοντας τη φωνή της μάνας μου σα μέσα σε καλοκαιρινό ζεστό όνειρο.

«Εδώ είναι μάνα, μαζί μου!» έβαλα φωνή «Δίνουμε μια παραγγελιά στη φασολιά εδώ στον κήπο για τον κυρ-χρόνο, για όταν τον συναντήσει να ξέρει τι να του πει να μην τα μπερδέψει και μετά θα πάει να φέρει το ψωμί!»

.

Advertisements

2 thoughts on “Η φασολιά και ο κυρ-χρόνος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: