Κρύο – (Ελένη)

Χωρίς αισθήσεις, χωρίς αισθήματα, χωρίς σκέψεις χώθηκε στο κρεβάτι και κουκουλώθηκε μέχρι το λαιμό.

«Δεν θέλω να μιλήσω σε κανένα, δεν θέλω να δω κανένα, δεν είμαι εδώ για μένα, δεν είμαι εδώ για σένα. Αφήστε με ήσυχη!» μπήκε στο κουκούλι της ανυπαρξίας και παρακολουθούσε τον εαυτό της να μετεωρίζεται στο κενό.

Το τηλέφωνο ξανάρχισε να χτυπάει σα διαολεμένο. Σηκώθηκε & σύρθηκε ως έξω από το δωμάτιό της και απάντησε μηχανικά.

«I.A.W. παρακαλώ» είπε με φωνή αυτόματου ψάχνοντας στυλό να κρατήσει σημειώσεις

«Ελένη, πας καλά; Τι είναι αυτά που λες κορίτσι μου; Δεν είσαι στην εταιρεία, στο σπίτι είσαι και σε λίγο θα πάμε στην παρουσίαση. Ξύπνα!» η φωνή της Νεφέλης ακούστηκε παραξενεμένη.

«Νεφέλη, έλα βρε! Σε κατάλαβα και είπα να σου κάνω πλάκα. Τι είναι πάλι; Δεν θα προλάβω να κάνω μπάνιο βρε παιδάκι μου» απάντησε η Ελένη προσπαθώντας να συνέλθει και ν’ ακουστεί ξέγνοιαστη.

«Νομίζω ότι το κόκκινο δεν ταιριάζει στην περίσταση. Να φορέσω εκείνο το λευκό κοκτέιλ φόρεμα με τα μικρά μπλε λουλούδια που σου έδειχνα την Παρασκευή; Νομίζω ότι είναι πιο ταιριαστό. Τι λες;» απτόητη η εγωκεντρική φίλη της αδιαφορούσε για την εμφανώς αποτυχημένη της προσπάθεια να φανεί ανέμελη και χαρούμενα ανυπόμονη για την εκδήλωση.

«Ποιος σε πείραξε, θα μου πεις; Τι ξέσπασμα ανασφάλειας είναι αυτό; Εσύ, φοβάσαι για την εμφάνισή σου; Ε! να το δω αυτό και μετά μπορώ να πεθάνω ήσυχη ότι τα έχω δει όλα πια σε τούτη τη ζωή» κάγχασε η Ελένη ενώ μουρμούριζε άηχα «Κοίτα ρε κάτι πράγματα! Μιλήσανε όλοι, μιλήσανε και οι κώλοι. Φοβάται και η Νεφέλη για την εξωτερική της εμφάνιση. Αχ ρε χρόνε! Πόσο δημοκρατικά ισοπεδωτικός είσαι τελικά!»

«Κανένας δε με πείραξε βρε. Αφήνω εγώ κανέναν να μ’ ενοχλήσει; Αφού με ξέρεις! Απλά, θέλω να είμαι εκθαμβωτική απόψε. Δεν μου φτάνει το απλά ενδιαφέρουσα! Bye για τώρα, τα λέμε σε λίγο!» κακάρισε η Νεφέλη και έκλεισε το τηλέφωνο αφήνοντάς την με το ακουστικό στο χέρι.

«Γιατί την κάνω παρέα εγώ αυτήν είπαμε;» αναρωτήθηκε και μπήκε στο μπάνιο κοιτάζοντας το ρολόι. «Προλαβαίνω να κάνω αφρόλουτρο, μπας και χαλαρώσω γιατί με τα κέφια που έχω μπορεί και να δαγκώσω κάνα συγγραφέα εκεί μέσα» έβγαλε τα εσώρουχά της μιλώντας δυνατά.

Άνοιξε το νερό και το άφησε να τρέχει ζεστό και βγήκε έξω ν’ανάψει το κλιματιστικό στο καθιστικό.

Της άρεσε η απότομη εναλλαγή ζεστού κρύου, της θύμιζε τη ζωή της και τις επιλογές της. Αν και πλέον μόνο κρύο είχε εκεί αν και κατακαλόκαιρο, μόνο κρύο. Δάγκωσε τα χείλη της για να αναγκαστεί να ξυπνήσει και να μην αφεθεί σε αδηφάγες σκέψεις πάλι.

Έφτιαξε ένα γρήγορο καραβίσιο καφέ για να την περιμένει όταν θα έβγαινε από το μπάνιο και μπήκε μέσα. Οι ατμοί τη χαστούκησαν με δύναμη καθώς πέρασε την πόρτα. Το δωμάτιο θόλωνε στα μάτια της, τα σχήματα απλώνονταν στον αχνιστό αέρα, τα γνώριμά της καθημερινά αντικείμενα έχαναν το περίγραμμά τους. Έκλεισε την πόρτα για να απολαύσει το συναίσθημα του χασίματος που της έδινε η ιδιότυπη σάουνα που είχε φτιάξει.

Βυθίστηκε στο υγρό ατλάζι καίγοντας το δέρμα της, νιώθοντας τον πόνο να εισχωρεί στο σώμα της, χάνοντας την επαφή με την πραγματικότητα που την πονούσε τόσο κάθε μέρα. Οι ανάσες της βάθυναν κι έγιναν αργές και σταθερές. Η Ελένη ετοιμαζόταν για την απόδρασή της από τη ζωή της ξανά.

«Ελένη, τι κάνεις παιδί μου στο μπάνιο τόση ώρα; Έλα έξω πια, θ’αργήσεις στο φροντιστήριο!»

Ατμοί ζεστοί.

«Ελένη παιδί μου, τι κάνεις τόση ώρα; Θ’αργήσεις σου λέω. Βγες πια!»

Το νερό τρέχει ακόμα καυτό. Κι άλλοι ατμοί.

«Ελένη, βγες έξω τώρα αμέσως! Ελένη, γιατί κλείδωσες την πόρτα; Άνοιξέ μου!»

Καίει πολύ κι αυτή η φασαρία απέξω…

«Κώστα, έλα γρήγορα! Η Ελένη έχει κλειδωθεί στο μπάνιο και δεν απαντάει. Κώστα! Κουνήσου άνθρωπέ μου. Το παιδί! Το παιδί Κώστα!» φώναζε η μάνα της.

«Βρε χριστιανή μου, μην κάνεις έτσι. Μπορεί να κλειδώθηκε για να κάνει τα γνωστά της. Τσακωθήκατε πάλι;» έψαχνε ο πατέρας της λογικές εξηγήσεις.

Ζεστοί ατμοί

Το χερούλι πάει σαν τρελό πάνω κάτω, η πόρτα κουνιέται σε κάθε χτύπημα του πατέρα της & συντονίζεται με τις κραυγές της μάνας της.

Είναι τόσο όμορφη η ζέστη, γιατί κάνουν τόσο θόρυβο; Αυτή η φωνή σου μαμά, αυτή η φωνή σου, τρύπες μου έχει ανοίξει στην ψυχή. Σταμάτα να φωνάζεις, σε παρακαλώ…

«Σπάστην Κώστα, σπάστην! Τι περιμένεις; Κάτι συμβαίνει σου λέω, το νιώθω! Αχ το παιδί μου Παναγιά μου! Φύλαγέ μου το παιδάκι μου! Ελένη!» σπάραζε η μάνα της απέξω

Κόκκινο, όμορφο κόκκινο. Πονάει πολύ. Το χέρι μου καίει. Καίγομαι; Καίγομαι και το κόκκινο είναι η φωτιά; Με παίρνει η φωτιά μαζί της; Θα γίνω στάχτες; Να τους πω να με σκορπίσουν στη θάλασσα. Μη με αφήσουν σε κάνα βάζο πάνω στο τζάκι, δε θέλω, δε θέλω καθόλου. Καίγομαι ή αδειάζω;

«Ελένη! Αχ κοριτσάκι μου! Τι σου συμβαίνει; Κώστα τι κάνεις επιτέλους; Παναγιά μου, μάνα είσαι! Σε ικετεύω προστάτεψέ μας! Μην αφήσεις να πάθει κακό το παιδί μου» η μάνα της έκλαιγε μ’αναφυλητά.

«Σταμάτα γυναίκα να χαρείς! Πάω να φωνάξω τον Ανέστη να βοηθήσει. Άντε τελείωνε! Γαμώ για μασίφ πόρτες, γαμώ!» η φωνή του πατέρα της απομακρύνονταν στο διάδρομο.

Αδειάζω. Η άθλια ζωή μου διαλύεται στα νερά μιας μπανιέρας. Θα βγάλω την τάπα και θα χαθώ στους υπονόμους της πόλης. Θα βγω στη θάλασσα, ταπεινό  αποπάτημα. Θα γίνω τροφή για τα ψάρια και τα φύκια. Πάντα ήθελα να ενωθώ με τη θάλασσα. Τι ειρωνεία! Ωραίος τρόπος να κάνω τα ταξίδια που ονειρεύομαι! Παντού θα πάω…

«Παναγιά μου το παιδί μου, κάτι κακό είναι πάνω στο παιδί μου. Παναγιά μου δε θα τ΄αντέξω!»

Μορφές είναι αυτές γύρω μου; Τι θέλουν; Τι ζητάνε από μένα; Φύγετε! Θέλω να κοιμηθώ. Να κοιμηθώ… Κι αυτή η μάνα μου γιατί φωνάζει τόσο, γιατί δε μ’αφήνει να κοιμηθώ; Νυστάζω τόσο πολύ!

Το χέρι μου πονάει μάνα. Στο άπλωνα το χέρι τόσα χρόνια κι εσύ χαμπάρι δεν έπαιρνες. Όλο τη γιαγιά είχες να ξεσκατίσεις, το σπίτι να φροντίσεις, τον πατέρα να σιδερώσεις, τα λεφτά να ξαναμετρήσεις, τα ρούχα να πλύνεις, το φαγητό να ετοιμάσεις, το τρισάγιο να φροντίσεις, τη φανουρόπιτα να φτιάξεις, την εκκλησία να παρακολουθήσεις, το ευχέλαιο να φροντίσεις….

Κι εγώ μάνα; Εγώ; Πού ήμουν εγώ; Για να με ταϊσεις με γέννησες; Για να με μεγαλώσεις; Τι είμαι μαμά μου εγώ; Γατάκι σου να ήμουν θα με χαϊδολογούσες παραπάνω. Εκεί πίσω από τ’αυτιά που μου αρέσει τόσο & κάτω από το πηγούνι. Εκεί μαμά μου, εκεί μου αρέσει. Χαϊδεψέ με εκεί σε παρακαλώ. Μείνε μαζί μου σήμερα το βράδυ. Φοβάμαι το σκοτάδι, το θυμάσαι μαμά μου; Δε θέλω να κοιμηθώ σου λέω κι ας έχω σχολείο αύριο. Θέλω να μείνουμε μαζί αγκαλιασμένες μέχρι το πρωί και ν’ ακούμε τ’αστέρια να κάνουν τσαφ!

Το ξέρεις ότι τ’αστέρια κάνουν κρότους; Κάνουν σαν τα καρπούζια όταν μεγαλώνουν μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού, αλλά δεν κάνουν κρ κρ κρ, κάνουν τσαφ σα να πετάνε σπίθες μικρές και πιο μεγάλες καθώς θεριεύει η φωτιά που τα καίει, καίγομαι μαμά μου, καίγομαι έχω μια φωτιά μες τις φλέβες μου και φοβάμαι, φοβάμαι πολύ.

«Κάνε στην άκρη γυναίκα, σήκω πάνω τι μυξοκλαίς έτσι; Μάλλον κάνει πάλι τα δικά της η μικρή. Αυτούς τους όρκους σιωπής που παίρνει ποτέ δεν θα τους καταλάβω. Έλα Ανέστη μαζί, ένα, δύο…» ακούστηκε η φωνή του πατέρα της πάνω από τα κλάματα της μάνας της.

Το χέρι μου! Γιατί είναι τόσο βαρύ; Σα να του κρέμασα σακιά με τις σκέψεις μου. Τσούζουν οι χαρακιές, πόσο τσούζουν! Δεν το περίμενα να είναι έτσι. Τελικά ό,τι θέλουν γράφουν οι συγγραφείς στα βιβλία. Αν δεν ζήσεις το θάνατό σου ποτέ δεν ξέρεις πώς θα είναι.

«…τρία!» έπεσαν οι δύο άντρες πάνω στη βαριά πόρτα που άνοιξε και χτύπησε με φόρα τον τοίχο. Η κρεμάστρα που ήταν καρφωμένη πίσω από την πόρτα ξεκαρφώθηκε και έπεσε στο πάτωμα μαζί με ό,τι ήταν κρεμασμένο πάνω της. Ο πατέρας της και ο Ανέστης ο γείτονας σωριάστηκαν στο πάτωμα μη μπορώντας να συγκρατήσουν τα κορμιά τους. Ο πατέρας της κοπάνησε το κεφάλι του στη λεκάνη κι έμεινε για λίγο ζαλισμένος να την κοιτάει μέσα από τους ατμούς με απορία.

Η μάνα της πάτησε πάνω τους και μπήκε μέσα ουρλιάζοντας «Το παιδί Κώστα, το παιδί! Στη μπανιέρα! Έκοψε τις φλέβες της! Ελένη κόρη μου! Παναγιά μου, σώσε την!»

Πανδαιμόνιο! Μες το μικρό μπάνιο, όλοι ήταν ένα κουβάρι πόδια, χέρια, κορμιά ατσούμπαλα ριγμένα στο γλυστερό πάτωμα και φωνές, τόσες φωνές μέσα στο θολό αέρα!

Οι ατμοί βρήκαν διέξοδο και γρήγορα ακολούθησαν το δρόμο τους μέσ’ από την σπασμένη πόρτα. Η μάνα της Ελένης προσπαθούσε να σηκώσει και να βγάλει έξω από τη μπανιέρα την μισολιπόθυμη κόρη της που παραληρούσε από το τόσο αίμα που είχε χάσει.

«Κώστα σήκω, βοήθησέ με να την πιάσω, μου γλυστράει! Κώστα το χάνουμε το κορίτσι μας. Θέ μου, έχουν γυρίσει τα μάτια της!» ούρλιαζε η μάνα και ταυτόχρονα πάλευε ν’ανασύρει το κορίτσι από το υγρό της χάσιμο.

Φωνές, φωνές, μη φωνάζετε τόσο. Πονάω. Μη με τραβάς, άσε με εδώ μάνα, δε σου ζήτησα να με γεννήσεις, δε σου ζήτησα ποτέ τίποτα, δεν ήθελα να έρθω εδώ, γιατί με ανάγκασες; Εδώ είναι καλά, σαν την μήτρα σου καλά είναι, θα κάτσω εδώ ήσυχα ήσυχα, θα φτιάξω το κουκούλι μου και θα περιμένω. Δε θα σας ενοχλώ, δε θα ρωτάω τίποτα, δε θα σκέφτομαι, δε θα θέλω, δε θα φοβάμαι πια.

Θα σας ακούω πού και πού, όταν θα μου λείπει η παρέα σας αλλά εσείς δε χρειάζεται να μου μιλάτε πια. Ούτε θα είμαι πρόβλημα πια. Θα κλάψετε, θα πονέσετε, θα μου κάνετε τρισάγια και μνημόσυνα και όλ’ αυτά τα σπουδαία και μετά σιγά σιγά θα με θυμόσαστε για τα καλά μου μόνο. Δε θα είμαι πια το μόνιμο πρόβλημά σας, θα πάψω να είμαι το αχ αυτό το παιδί σας. Ε μάνα; Άσε με λοιπόν εδώ. Μη με τραβάς. Με πονάς σου λέω.

Πάλι δεν μ’ακούς; Ούτε τώρα; Μα, τι πρέπει να κάνω πια για να μ’ακούσεις; Αφού δεν ήθελες να μ’ακούσεις μαμά μου, αφού δεν ήθελες να με βλέπεις, αφού δεν μπορείς αυτές τις ερωτήσεις μου τις παράξενες, αφού δεν καταλαβαίνεις τι με πιάνει κι όλο αναρωτιέμαι γιατί ήρθαμε σε τούτη τη ζωή, γιατί με γέννησες μαμά μου; Γιατί μου έδειξες το δρόμο σ’ ένα κόσμο που ούτε συ δεν ξέρεις τους λόγους και τις αιτίες σου και που δεν έχεις ρωτήσει και ποτέ. Γιατί μαμά μου, γιατί;

«Τι λες Ελένη; Μη φοβάσαι, εδώ είμαι κόρη μου. Μη φοβάσαι εδώ είμαι» η μάνα της έκλαιγε καθώς την παραμέριζε ο Ανέστης που στο μεταξύ είχε καταφέρει να ξεμπουρδουκλωθεί και σηκωθεί στα πόδια του.

Ο πατέρας της ακόμα δεν μπορούσε να συνέλθει από το χτύπημα και κοιτούσε το χαμό χαζεμένα, έτσι ο γείτονας ανέλαβε δράση, σκύβοντας στο σωρό από τις πετσέτες που είχε σωριαστεί στο πάτωμα. Έβγαλε τη ζώνη ενός από τα μπουρνούζια και με κοφτές κινήσεις, την έδεσε ψηλά στο μπράτσο της κοπέλας, σφιχτά πολύ να σταματήσει την αιμορραγία από τις κομένες φλέβες.

Η Ελένη τρεμόπαιζε τα μάτια σπασμωδικά κι έδειχνε ότι ήταν αλλού, δεν καταλάβαινε πια τι συνέβαινε γύρω της. Ο Ανέστης πήρε μια πετσέτα και την έριξε στη μπανιέρα για να σκεπάσει τη γύμνια της και βγήκε έξω τρέχοντας για να καλέσει ασθενοφόρο.

Η μάνα της Ελένης κρατώντας την στην αγκαλιά της έκλαιγε βουβά και πού και πού έλεγε στον άντρα της «Κοίτα Κώστα, το παιδάκι μας Κώστα. Δεν είναι καλά το παιδί μας, στο έλεγα, αχ στο έλεγα».

Τικ τακ

Σειρήνες, ξένοι άνθρωποι, ξένοι γονείς, φορείο, νοσοκομείο, οροί, αίμα, κόκκινο, αίμα κι άλλο αίμα, τη χάνουμε, προσοχή, καθετήρες, μυρωδιά κάτουρων, απολυμαντικό, χλωρίνη, κάτουρα ξανά, φάρμακα, λευκό, άδειο, άδειο, άδειο.

Σιωπή

Η ζωή της Ελένης όταν βγήκε από το νοσοκομείο έγινε μια ρουτίνα που τα χάπια μέτραγαν χτυπήματα του ρολογιού, και το ρολόι όριζε επισκέψεις στον γιατρό και χάπια, θα γίνει καλά το παιδί μου γιατρέ κι άλλα χάπια. Πολλά χάπια. Και κρύο πολύ κρύο.

«Πωπω! Πάγωσε το νερό! Μπρρρ» τινάχτηκε έξω από την μπανιέρα η Ελένη. «Τι ώρα να είναι, άργησα! Πάλι θα φωνάζει η τρελή η Νεφέλη» και έτρεξε στην κουζίνα να βρει τον καραβίσιο καφέ της.

Κρύος ήταν κι αυτός.

(Απόσπασμα)

Η εικόνα είναι από το: http://www.younggalleryphoto.com/photography/burdeny/images/48_iceberg%20remains_antarctica.jpg

Advertisements

10 thoughts on “Κρύο – (Ελένη)

  1. Γράφεις καλά αλλά δεν πας καλά. Εγώ θα έδινα την έμφαση στο δεύτερο. Αυτό είναι βέβαια απόσπασμα από εκτενέστεραο κείμενο και δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να βγάλει ασφαλή γενικότερα συμπεράσματα. Με κάνεις όμως να ανησυχώ.

    Νομίζω ότι το είχα τονίσει και παλιότερα. Το έχεις. Το συγγραφιικό ταλέντο εννοώ. Δεν μπορώ λοιπόν παρά να ελπίσω ότι το σφραγισμένο στόμα (σε συνδυασμό με την υπερβολική αθυροστομία) και η περιγραφή της απελπισίας και απόπειρας αυτοκτονίας υποδηλώνουν ένα μάλλον συνηθισμένο ναρκισιισμό και όχι εκείνο το βαθύ και ανεπούλωτο τραύμα. Ή έστω έναν υπέρ του πρώτου ετεροβαρή συνδυασμό.

    Τα έχω ζήσει, συμπάσχω και γι’ αυτό σου τα γράφω.

  2. Eξαιρετική η γραφή σου, ξανά! Τι σχόλιο να σού γράψω? Δεν είναι για σχολιασμό. Είναι η δική σου γραφή, που την παίρνω, εγώ ο αναγνώστης και κάνω τη δική μου βόλτα μαζί της… Σε φιλώ ταλαντούχα πέννα! … απ’ την καρδιά ως την καρδιά…

  3. Πολυ πολυ μου αρεσε !

    Με ταξιδεψε…με εισητηριο Α θεσης !

    Δυσκολο να περιγραψω μετα την μολις δευτερη αναγνωση τι μου αρεσε περισσοτερο.

    Ισως η αρμονια μεταξυ δρασης περιγραφης ατμοσφαιρας και ελευθερια που αφηνει το
    κειμενο να το φανταστει πολυ ευκολα και διαφορετικα ο κεθενας…

    Μπραβο !

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: