Μακριάντους! Τώρανα!

(To λες και συνέχεια από το https://amelielaw.wordpress.com/2010/11/30/john-rocket/)

Η γυναίκα έκλεισε με δύναμη τη μπαλκονόπορτα, φωνάζοντας δυνατά στο έντρομο αγοράκι που την κοιτούσε ζαρωμένο.

– Στο δωμάτιό σου γρήγορα! Αμέσως! Και μην τολμήσεις να βγεις έξω κακομοίρη μου! Χάθηκες! Τ’ακούς; Χάθηκες!

Έτρεξε στο κρεβάτι του και χώθηκε με τα ρούχα κάτω από τα σκεπάσματα μέχρι το κεφάλι. Φοβόταν τόσο τη μαμά του όταν θύμωνε!

– Ταξιδάμπρα, πυραυλέμπα, ντουπ! Ψηλούμπους, μακριάντους, ζντουβ! άρχισε να λέει μέσα στα δόντια του το καινούριο ξόρκι που σκαρφίστηκε μπας και κατάφερνε με αυτό να φύγει μακριά από τους μεγάλους που δεν καταλάβαινε και δεν τον καταλάβαιναν, αφού η επιχείρηση-πύραυλος απέτυχε παταγωγώς.

Η μητέρα του τον είχε τσακώσει την ώρα που γέμιζε τα μπουκάλια με νερό από τη βρύση του μπαλκονιού για να έχει καύσιμα για το ταξίδι και τον είχε κάνει ασήκωτο πάλι! Εκεί! Έξω στο μπαλκόνι! Είχε θυμώσει τόσο που αδιαφορούσε και για τα απαξιωτικό βλέμμα που της έριξε η κυρία της απέναντι πολυκατοικίας που άπλωνε ρούχα καθώς παρακολουθούσε τη γειτόνισσά της να ξυλοφορτώνει το παιδί της επειδή της λέρωσε τα πλακάκια. Συνήθως κρατούσε τα προσχήματα, φώναζε με κλειστές τις πόρτες και όταν τη θύμωνε στο δρόμο ή στο σούπερ μάρκετ, τού μιλούσε σφυρίζοντας μέσα από τα δόντια της «Προχώρα τώρα και θα δεις στο σπίτι τι έχεις να πάθεις. Παλιόπαιδο! Πάλι τα κατάφερες να με κάνεις έξω φρενών!»

Η πόρτα του δωματίου άνοιξε με ορμή, σχεδόν ένιωσε τον αέρα που οπισθοχώρησε τρομαγμένος κι αυτός από τον όγκο και το θυμό της μητέρας του «Και μη μουρμουρίζεις! Σε ακούω! Πάντα σε ακούω! Σήκω αμέσως τώρα και φόρεσε τις πυτζάμες σου! Βρωμιάρη! Με τα ρούχα τα βρώμικα έτρεξες στο κρεβάτι σου. Δεν είσαι μωρό πια! Άντε, τελείωνε είπα!» η γυναίκα θυμωμένη απειλούσε και πρόσταζε χωρίς να κοιτάει το παιδί της. Χωρίς να ενδιαφέρεται να ρωτήσει τι τον είχε κάνει να φτιάξει την παράξενη κατασκευή με τα μπουκάλια κοκακόλας, τι τον ωθούσε να την κοιτάζει μ’ αυτή την απόγνωση. Δεν την ένοιαζε πια!

Ο μικρός έβγαλε το κεφάλι του από τα σκεπάσματα και την κοιτούσε τρομαγμένος και μπερδεμένος. Έτσι κοιτούσε και τη δασκάλα χτες το πρωί στο σχολείο όταν του έριξε την κλωτσιά επειδή είχε κάνει λάθος σ’έναν υπολογισμό στα μαθηματικά. Τρομαγμένος και μπερδεμένος. Την κοιτούσε και άχνα δεν έβγαζε. «Γιατί με κλώτσησες κυρία Μαρία» ήθελε να της πει αλλά δεν μπορούσε. Δεν έβγαινε η φωνή του. Το παράπονό του είχε γίνει σκόνη μαζί με την κιμωλία που έτριβε μες τα δάχτυλά της να τη λιώσει. Έσκυψε το κεφάλι και γύρισε στο θρανίο του ακούγοντας τους ψιθύρους των συμμαθητών του που τον κοροϊδευαν. Πάλι τον κοροϊδευαν «Κλανιάρη! Δειλέ! Νια νια!». Και στο διάλειμμα με σκυμμένο το κεφάλι πέρασε δίπλα από την κυρία Μαρία που συζητούσε με την κυρία του ολοήμερου.

– Τα πράγματα είναι δύσκολα Αλεξάνδρα, πολύ δύσκολα. Θα τον διώξουν το Θανάση, δεν τη γλυτώνει. Τους το είπαν καθαρά! Όλοι οι παλιοί θα φύγουν, με μειωμένη αποζημίωση κιόλας. Προτιμούν να πάρουν καινούρια παιδιά με πεντακόσια ευρώ. Χαζοί είναι να πληρώνουν τα δυο χιλιάρικα στον άντρα μου; Έχω χάσει το μυαλό μου πια, δεν ξέρω τι να κάνω. Μ’ ένα παιδί στο πανεπιστήμιο στη Θεσσαλονίκη και άλλο ένα στην Τρίτη λυκείου,  πώς θα τα βγάλουμε πέρα;

– Κάτι θα γίνει βρε Μαρία μου. Τόσα χρόνια εμπειρίας θα την πετάξουν έτσι; Δεν το πιστεύω! Χαζοί είναι;

– Αλεξάνδρα το μόνο που τους ενδιαφέρει πλέον είναι να περικόπτουν έξοδα. Ισοπεδώνουν τα πάντα με τόση ευκολία που τρομάζω. Η κατάσταση έχει ξεφύγει εντελώς. Ανησυχώ, πολύ ανησυχώ. Γυρνάω στο σπίτι μου, κάνω τις δουλειές μου κι όταν έρχεται, φοβάμαι να τον κοιτάξω στα μάτια. Φοβάμαι μη μου πει ότι τον έδιωξαν. Κάθε μέρα μ’αυτόν τον φόβο ξυπνάω και αυτόν παίρνω αγκαλιά το βράδυ στο κρεβάτι μου. Θα τρελαθώ σου λέω. Ούτε μάθημα δεν μπορώ να κάνω πια! Πού η μνημειώδης υπομονή μου! Εγώ που αγαπούσα τόσο τη δουλειά μου, έρχομαι στο σχολείο αγκομαχώντας. Σκέφτομαι να δω κάποιον σύμβουλο, μου ξεφεύγει η κατάσταση, το νιώθω.

– Όλοι έτσι είμαστε Μαρία, σε καταλαβαίνω απόλυτα. Υπομονή!

Η Μαρία χαμήλωσε τη φωνή της και πιάνοντας το μπράτσο της Αλεξάνδρας

– Ξέρεις τι έκανα σήμερα; Ούτε που κατάλαβα πώς μου ξέφυγε! Ούτε που το κατάλαβα, στ’ ορκίζομαι!

– Τι έκανες; Με τρομάζεις!

– Κι εγώ έχω τρομάξει με τον εαυτό μου αλλά τώρα πάει! Το έκανα! Να δούμε τι θα γίνει στις επόμενες μέρες!

– Θα με σκάσεις! Τι έκανες;

– Το Γιάννη τον Καραπιπέρη τον ξέρεις. Τον έχεις στο ολοήμερο. Είναι το παιδάκι με το θέμα, ξέρεις, κι αυτήν την αντιπαθητική μάνα.

– Ναι, ναι. (Τώρα κοίταζε γύρω γύρω εξεταστικά και η άλλη δασκάλα) Τι έγινε μ’αυτόν;

– Έκανε λάθος σε μια πράξη στα μαθηματικά, όπως πάντα δηλαδή. Και δεν άντεξα βρε Αλεξάνδρα, δεν άντεξα. Τον κλώτσησα! Όχι πολύ, όχι τόσο ώστε να πονέσει! Αλλά τον κλώτσησα! Το είδαν όλα τα παιδιά! Όλα! Κι αυτός δεν είπε τίποτα απλά με κοίταζε! Ποτέ δε θα ξεχάσω αυτή τη ματιά του Αλεξάνδρα! Ποτέ!

– Βρε Μαρία…

– Ξέρω, ξέρω. Έπρεπε να συγκρατηθώ. Σκεφτόμουν όμως πάλι τη δουλειά του Θανάση, τα παιδιά μου, δεν ξέρω και γω η ίδια τι σκεφτόμουν. Μου ξέφυγε σου λέω! Αχ! Τι θα κάνω αν το πει στη μάνα του, μου λες; Ξέρεις τι ανακατωσούρα είν’αυτή η γυναίκα! Θα προσπαθήσω να της μιλήσω την επόμενη φορά που θα τη δω αλλά δε νομίζω ότι θα καταφέρω τίποτα.

Ο μικρός που λαθράκουγε ήθελε να της πει να μην ανησυχεί, τίποτα δε θα πει στη μάνα του, οι μάγοι έχουν σκληρό κώδικα τιμής βλέπεις, δεν είναι προδότες οι μάγοι ακόμα κι όταν τους αδικούν κατάφωρα.

Αλλά δεν της είπε τίποτα.

Ούτε στη μάνα του είπε τίποτα. Την κοιτούσε μόνο καθώς φώναζε και χειρονομούσε. Την κοιτούσε μόνο, χωρίς να ξέρει τι να κάνει. Έμεινε εκεί σαν παράξενο γλυπτό και την κοιτούσε χωρίς να μιλάει. Η σφαλιάρα τον ξύπνησε μάλλον παρά τον πόνεσε. Συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια.

– Είπα σήκω τώρα αμέσως! Τώρα Γιάννη, τώρα! Βάλε πυτζάμες και κοιμήσου! Ηλίθιο πλάσμα! Ηλίθιο!

Ο μικρός Γιάννης σηκώθηκε και κρατώντας το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του, κατευθύνθηκε προς την ντουλάπα για να πάρει τις πυτζάμες του «Ο μεγάλος μάγος Γιάννης Καραπιπέρης, φοράει τον καινούριο μαγικό  μανδύα κι ετοιμάζεται να φύγει καβάλα στον κόκκινο ξωτικό πύραυλο. Οι άνθρωποι χειροκροτούν. Ο Χάρυ Πότερ του σφίγγει το χέρι και του εύχεται καλό ταξίδι» σκέφτηκε προσπαθώντας να μη βλέπει την τεράστια, τρομακτική φιγούρα της μητέρας του. Αυτή μόλις είδε το γιο της να συμμορφώνεται επιτέλους με τις υποδείξεις της, έκανε μεταβολή «Και κλείσε το φως! Είσαι τιμωρία για σήμερα! Θα μείνεις στο σκοτάδι για να μάθεις!» κι έκλεισε την πόρτα με το γνωστό της τρόπο. Ζμπαμ!!! Ο Γιάννης με τη μπλούζα μισοφορεμένη έτρεξε στο κρεβάτι, ξανακουκουλώθηκε και βάλθηκε να λέει το ξόρκι που θα τον έπαιρνε μακρυά, δε μπορεί! Κάποια στιγμή θα τα κατάφερνε!

– Ταξιδάμπρα, πυραυλέμπα, ντουπ! Ψηλούμπους, μακριάντους, ζντουβ!

Η γυναίκα πήγε στην κουζίνα να ελέγξει το φαγητό σέρνοντας τα παραπανίσια της κιλά μαζί με τις κατάρες για τη λειψή ζωή της. Ανακάτευε το φαγητό μουρμουρίζοντας και σιχτιρίζοντας. Χυλό το έκανε το μπριάμ από τα νεύρα της. Τι να φτουρήσουν μερικές μελιτζάνες και κανά δυο κολοκύθια μπροστά στα κέφια που της έφτιαξε ο μοναχογιός της πάλι. Ελέφαντα μπορούσε να ισοπεδώσει με την κουτάλα, όχι μια πατατούλα! Το τηλέφωνο που χτυπούσε την έβγαλε από τις σκέψεις της «ελπίζω να μην είναι ο Κώστας για να ρωτήσει τι φαί έχουμε κι αν θα είναι έτοιμο την ώρα που θα γυρίσει για να δει τον αγώνα τρώγοντας, γιατί θα τ’ ακούσει κι αυτός από την καλή κι απ’ την ανάποδη» παράτησε την κουτάλα στον πάγκο της κουζίνας.

– Ναι!

– Έλα βρε Καίτη! Η Νάνσυ είμαι! Τι κάνεις τόση ώρα παιδί μου; Θα το έκλεινα πια!

– Μαγειρεύω βρε χριστιανή μου! Τόσες δουλειές έχω να κάνω, αφού ξέρεις… Πώς να είμαι, πώς να είμαι. Έξαλλη είμαι πάλι! …. Με το Γιάννη βέβαια! Με τον Κώστα δεν ασχολούμαι πια, το ξέρεις. Χαμένη υπόθεση είν’αυτός! Όλο μπάλα και ιδέα. Άσε με χάμω και μ’αυτόν! … Τι έγινε; Τι να έγινε! Πριν λίγο μου έκανε το μπαλκόνι χάλια! Το καταβρώμισε! Λες κι έχω χρόνο και υπομονή να καθαρίζω! Και δεν έφτανε αυτό! … Όχι, όχι, δεν έκανε κάτι άλλο στο σπίτι. Να! Πήγα να τον πάρω από τον σχολείο κι έπεσα πάνω στην αντιπαθητική τη δασκάλα του! Ναι αυτήν! Του πρωινού όχι του ολοήμερου … Είχε μείνει παραπάνω για να οργανώσει κάποια γιορτή κι έπεσα πάνω της για κακή μου τύχη. Όλα σε μένα, όλα σε μένα, κατάλαβες! … ε τι να γίνει! Άρχισε πάλι τα γνωστά της! Ότι ο Γιάννης έχει παράξενη συμπεριφορά, ότι έχει αργές αντιδράσεις, ότι πρέπει να τον προσέχω περισσότερο, ότι το παιδί είναι φοβισμένο. Μου ήρθε να τη δαγκώσω από τα νεύρα μου. Δεν την αντέχω πια. Μια αφορμή να μου δώσει! Μία μόνο και θα δεις τι θα της κάνω! Θα δεις! … Ε τι να έχει το παιδί βρε Νάνσυ; Πρόβλημα συγκέντρωσης έχει, δεν τα έχουμε πει; Πάμε κάθε εβδομάδα στην ψυχολόγο και το παλεύουμε. Πολύ έχω κουραστεί με όλη τη διαδικασία, δε μου φτάνουν τα υπόλοιπα, έχω και το Γιάννη. … Τι ποια υπόλοιπα; Με τη δουλειά, δεν στα είπα; Πάει η δουλειά, τη χάνω οριστικά. Λήγει η σύμβασή μου σε δυο μήνες και δε θα ανανεωθεί ξανά. … Τώρα με τις εξυγιάνσεις των δήμων, μας πετάνε όλους έξω. Οριστικά! Πώς θα ζήσουμε μου λες; Έχει κι ο Κώστας τα προβλήματα στη δικιά του δουλειά με το νέο διευθυντή. Άστα βράστα! Δεν ξέρω τι να κάνω! Κι έχω κι αυτή τη γυναίκα να μη θέλει να καταλάβει ότι πρέπει να κάνει τη δουλειά της σωστά κι όλο με κυνηγάει. Δε θα καταλήξουμε καλά μ’αυτή να μου το θυμάσαι … Θα ηρεμήσω Νάνσυ μου, θα ηρεμήσω! Αλλά δεν αντέχω άλλο πια! Τι να πρωτοκοιτάξω, μου λες; Τι να πρωτοκάνω; Για τι να πρωτονοιαστώ; Για το σπίτι, τις δουλειές, τα λεφτά που σε λίγο δε θα φτάνουν ούτε για ζήτω, τον αναίσθητο που το μόνο που τον ενδιάφερει είναι να γεμίζει την κοιλάρα του και να βλέπει μπάλα, τις τράπεζες που παίρνουν καθημερινά τηλέφωνο για τις δόσεις ή το Γιάννη που βαράει το δικό του χαβά από το πρωί ως το βράδυ και δεν καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να είναι τόσο κακομαθημένο; … Ναι βρε Νάνσυ! Το ξέρω ότι έχει διαγνωσμένο θέμα αλλά κι εγώ έχω συγκεκριμένες αντοχές και τις έχω ξεπεράσει προ πολλού! Προ πολλού! Δεν αντέχω άλλο! … Καλά, καλά, θα προσπαθήσω! Θα ηρεμήσω, πού θα πάει! Θα ηρεμήσω! Γεια σου κούκλα μου! Ευχαριστώ για όλα!» πάτησε το κουμπί να το λιώσει «Άσε μας ρε Νάνσυ κι εσύ! Μίλησαν όλοι μιλήσανε και οι κώλοι. Ξέρει κι από προβλήματα και η Νάνσυ! Α ρε Θεέ! Α ρε Θεέ! Δεν υπάρχεις, είμαι σίγουρη πια! Αν υπήρχες θα βάραγες κεραυνούς και βροντές με όλ’ αυτά που συμβαίνουν! Ακούς η Νάνσυ; Να μου κάνει και μάθημα! Που το μόνο που την απασχολεί είναι αν έπιασε η βαφή στ’ άσπρα της και αν της κόβει καλά τη μέση την ανύπαρκτη το καινούριο φουστάνι! Τσκ!»

Πήρε την κουτάλα από τον πάγκο και σήκωσε το καπάκι της κατσαρόλας. Έμεινε με το χέρι μετέωρο να κοιτάει τον χυλό λαχανικών που έφτιαχνε αντί για μπριάμ. Ένας χυλός είχαν γίνει όλα μες το μυαλό της: ο γιος της με το πρόβλημα συγκέντρωσης και τις παράδοξες αντιδράσεις, η φίλη της η τακτοποιημένη με τον μεγαλοεργολάβο άντρα που πρόλαβε κι έκανε γερό κομπόδεμα, ο άντρας της ο αδιάφορος, η δασκάλα που της τα έλεγε παράξενα και την κυνηγούσε και δεν έλεγε να καταλάβει, η ζωή της που είχε ζουληχτεί όπως οι πατάτες και οι μελιτζάνες από ένα αόρατο χέρι που τα είχε κάνει όλα ίσωμα… Τα όνειρά της, τη διάθεσή της να ζήσει, την αγάπη που κάποτε ξεχείλιζε και τώρα δεν έβρισκε ούτε ψυχίο όσο κι αν έσκαβε μέσα της. Το φαγητό τσιτσίριζε καθώς είχε στεγνώσει από χυμούς και καιγόταν. Το ίδιο και η ψυχή της.

«Ταξιδάμπρα, πυραυλέμπα, ντουπ! Ψηλούμπους, μακριάντους, ζντουβ!» μουρμούριζε ο Γιάννης κάτω από τα σκεπάσματα.

«Τι μανάδες υπάρχουν Θεέ μου!» άπλωνε το δεύτερο πλυντήριο η γειτόνισσα κοιτώντας το φωτισμένο παράθυρο στο απέναντι μπαλκόνι.

«Κουράστηκα, βαρέθηκα, σιχάθηκα, δεν αντέχω άλλο» μουρμούριζε η Καίτη και τα δάκρυά της αλάτιζαν το καμένο φαγητό.

«Καίτη! Πεινάω! Βάλε φαί! Αρχίζει ο αγώνας!» φώναζε ο Κώστας ξεκλειδώνοντας την πόρτα.

«Ταξιδάμπρα, πυραυλέμπα, ντουπ! Ψηλούμπους, μακριάντους, ζντουβ!» μυξόκλαιγε ο Γιάννης καθώς κι αυτό το ξόρκι αποδεικνυόταν μεγάλη αποτυχία.

«Φτου ρε γαμώτο, έχασα το πρώτο δεκάλεπτο! Καίτη βάλε φαί! Πεινάω σα λύκος!» πάτησε το κουμπί της τηλέορασης ο Κώστας και στρώθηκε στον καναπέ.

«Θα έπρεπε να της κάνω καταγγελία! Ντροπή! Να φέρεται έτσι στο παιδάκι…» τίναζε τα σεντόνια να φύγουν οι ζάρες η γειτόνισσα.

«Άει στο διάολο κι εσύ! Στραβομάρα είχα;» η Καίτη τίναζε τις στιγμές της μπας και ισιώσουν «Μπα; Ήρθες; Αποφάσισες ότι έχεις σπίτι; Πού ήσουν μέχρι τώρα; Στο προπατζίδικο με τους αχαϊρευτους;» ύψωσε τη φωνή για ν’ακουστεί πάνω από τον σχολιαστή του αγώνα.

«Ταξιδάμπρα, πυραυλέμπα, ντουπ! Ψηλούμπους, μακριάντους, ζντουβ! Τώρανα! Τώρανα! ΤΩΡΑΝΑ!» φώναζε πια ο Γιάννης να καλύψει τις φωνές του αγώνα μεταξύ των γονιών του που έκαναν προθέρμανση στη μέση του γηπέδου. Δεν τον ένοιαζε πια αν μπορούσαν να τον ακούσουν.

«Άσε μας ρε γυναίκα! Όλο πνεύμα είσαι τώρα τελευταία! Πάσα ρεεεεεε! Πάσααααααα! Πεινάω ρε Καίτη! Τελείωνε! Πάσα ρεεεεεε!!!! Φτου! Και το έπαιξα δύο γαμώτο. Πάλι χαμένος;» ο Κώστας έπαιζε με τις πιθανότητες νιώθοντας τη γεύση της αποτυχίας στο στόμα του.

«Να σου φέρω κολάρο το φαγητό, να σου πω εγώ πεινάς!» η Καίτη έσφιξε ανάμεσα στα δόντια της τις λέξεις «Το φαγητό κάηκε! Δεν υπάρχει φαγητό! Να παραγγείλεις απέξω! Δεν είμαι δούλα σου! Ούτε δική σου ούτε του γιου σου! Ακούς; Πάλι βλακείες έκανε ο γιος ΣΟΥ! Θυμάσαι ότι έχεις γιο, ε;» έβαλε φωνή και μηχανικά συνέχισε ν’ανακατεύει τον καμένο χυλό «άει σιχτίρ για τύχη».

«ΤΩΡΑΝΑ! Μακριάντους! ΤΩΡΑΝΑ!» ο Γιάννης βγήκε από τα σκεπάσματα και άνοιξε τη μπαλκονόπορτα με κόπο. Η γειτόνισσα έμεινε να κοιτάζει τον μικροσκοπικό όγκο με το ένα χέρι στο σεντόνι που άπλωνε και το άλλο στα μανταλάκια «τι κάνει τώρα ο μικρός; Γιατί είναι έξω με τις πυτζάμες του;»

Ο Γιάννης απόλυτα συγκεντρωμένος για πρώτη φορά στη μικρή του ζωή καβάλησε τα κάγκελα κι έβγαλε μια κραυγή «ΤΩΡΑΝΑ! ΜΑΚΡΙΑΝΤΟΥΣ!»

«Το παιδί» είπε ξεψυχισμένα η γειτόνισσα «το παιδί» και άπλωσε τα χέρια ενστικτωδώς. Το σεντόνι γλύστρισε και πέφτοντας συνάντησε το παιδί. Το τύλιξε στοργικά για να μην κρυώνει, έτσι που ήταν με τις πυτζαμούλες του.

***

H εικόνα είναι από το: http://www.gaitanaki.gr/user_images/products/4c4dba4ed7d5e.jpg

.

Advertisements

11 thoughts on “Μακριάντους! Τώρανα!

  1. Τι να πω?
    Τα λόγια στέρεψαν μαζί με το πέταγμα του μικρού Γιάννη…
    Μακρυά τους… Τώρα!

  2. Πολύ καλό, αν και το περίμενα το τέλος… (μου αρέσουν η ιστορίες που δεν έχουν πάντα «χαπι» end). Κάνεις ΠΟΛΥ καλή περιγραφή της ψυχολογίας διαφόρων ανθρώπων, χωρίς να γίνεσαι μελό. 🙂

    • Ευχαριστώ!!!
      (Οι ιστορίες μου είναι λίγο μεγάλες για ανάγνωση επί της οθόνης… Ζητώ συγνώμη…)
      🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: