Μια χούφτα «σ’αγαπώ», μια εσάρπα κι ένα σκυλί του δρόμου

Η γυναίκα παρακολουθούσε το αεροπλάνο να απογειώνεται και να γίνεται αστέρι στον σκοτεινό ουρανό. Ή έτσι νόμιζε. Ήθελε να πιστεύει ότι το σκάφος που έβλεπε ήταν αυτό που τον έπαιρνε μακριά της, έδινε παράταση έτσι στις στιγμές που μοιραζόταν μαζί του. Ή έτσι νόμιζε. Ακουμπούσε στο καπώ του αυτοκινήτου σφίγγοντας την εσάρπα γύρω της σα να’ταν τα δικά του χέρια που την τύλιγαν με αγάπη πριν μια ώρα. Δεν μπορούσε να ζεσταθεί ούτε να σταματήσει τα δάκρυά της που έτρεχαν καταστρέφοντας το προσεκτικά επιμελημένο μακιγιάζ της. Δεν μπορούσε να ζεσταθεί κι άς έτριβε τη μάλλινα εσάρπα πάνω της σαν τα «σ’αγαπώ» τα τελευταία.

«Έφυγες» μονολόγησε και τα μάτια της ακολούθησαν το αεροπλάνο που είχε γίνει μια μακρυνή κουκίδα «Έφυγες! Δεν μπόρεσα να σε κρατήσω κοντά μου! Πάλι μόνη! Εγώ, πάλι, μόνη» έσκυψε το κεφάλι και ένιωσε το πηγούνι της να θάβεται μέσα στις λέξεις του που προσεκτικά τις έπλεξε μες τις ίνες του μαλλιού «Σε παρακαλώ κράτησέ την, την πήρα για σένα. Δεν ξέρω αν θα σου αρέσει. Δεν είμαι καλός με τα δώρα το ξέρεις. Αλλά κοιμήθηκα κρατώντας την αγκαλιά κι όλο το βράδυ την είχα συντροφιά στα όνειρά μου, άπλωσα τις ευχές μου πάνω της και έπλεξα την αγάπη μου στους κόμπους της. Φύλαξέ την… μέχρι να ξαναβρεθούμε! Για να μη με ξεχάσεις» της είχε πει και της έβαλε την εσάρπα στους ώμους αφήνοντας το τελευταίο φιλί στο μέτωπό της «Δεν θέλω να σε αφήσω αστεράκι μου, δεν θέλω. Αλλά πρέπει! Το ξέρεις ότι πρέπει! Μακάρι να μπορούσα να μείνω μαζί σου. Μακάρι να βρίσκαμε ένα τρόπο να ζήσουμε μαζί»

«Δε θέλω την παλιοεσάρπα σου» ήθελε να του ουρλιάξει «Σταμάτα να μιλάς σα να είμαστε πρωταγωνιστές σε μελό. Δεν μπορώ ν’ ακούω άλλα λόγια όμορφα. Φτάνει, τ’ακούς; Φτάνει! Εγώ εσένα θέλω! Μη φεύγεις! Πού με αφήνεις; Εγώ, πάλι, μόνη; Τι να την κάνω αυτήν; Θα με τυλίγει τις νύχτες που θα σε ψάχνω, θα μου δίνει κουράγιο τις μέρες όταν θα τρομάζω, θα σκουπίζει τα δάκρυά μου όταν είμαι απογοητευμένη; Τι να την κάνω, μου λες; Αν ήθελες πραγματικά θα έβρισκες τρόπους για να είμαστε μαζί» έτσι ήθελε να του πει. Αλλά δεν είπε τίποτα.

Κράτησε την εσάρπα σφιχτά, χώθηκε μέσα της, κούνησε το κεφάλι της προσπαθώντας να κρατήσει τα δάκρυά της και μέσα από την αραιή ύφανση έμεινε να τον βλέπει να φεύγει με εκείνο το γρήγορο αποφασιστικό του βήμα που τόσο την εκνεύριζε επειδή δεν μπορούσε να τον προλάβει με τα μικρά της ποδαράκια.

«Τέλος» ψιθύρισε και ρούφηξε τη μύτη της. Τινάχτηκε παραξενεμένη από τον ήχο και γέλασε μόνη της «Βλέπεις; Θα τα καταφέρω! Μπορώ ακόμα να ρουφάω τη μύτη μου! Κι ας με παράτησες!» ανακάθισε ψάχνοντας να βρει το μεταλλικό αστέρι που πια είχε χαθεί από το οπτικό της πεδίο.

«Πάει κι αυτό» έκανε και άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου με δύναμη. Σωριάστηκε στη θέση του οδηγού και γύρισε το κλειδί «Πάει κι αυτό». Ο δίσκος διαμαρτυρήθηκε με μια κακοφωνία που της πήρε τ’αυτιά καθώς έβαλε απότομα όπισθεν για να βγει από το πάρκινγκ «Ηρέμησε! Δε φτάνουν τα υπόλοιπα, σπάσε και τ’αυτοκίνητο, να τρέχεις και γι’αυτό» μάλωσε τον εαυτό της, έβαλε νεκρά και κατέβασε τον καθρέφτη του οδηγού για να επιθεωρήσει το μακιγιάζ της «Μάλιστα! Τι μαύροι κύκλοι είναι τούτοι; Γυναίκα είμ΄εγώ ή πάντα; Βρε λες να είναι τούτη η λύση στα προβλήματά μου; Μήπως ν’ ανοίξω ένα λογαριασμό για τη διάσωσή μου; Τι πάντα, τι Γιολάντα; Το ίδιο είναι…» σάρκασε αναλογιζόμενη τα τεράστια οικονομικά προβλήματα που είχε, την αναδουλειά που την έδερνε, το μαγαζί της που σε λίγο ήταν αναγκασμένη να το κλείσει «Μεγαλύτερη αξία έχουν τα πάντα από μια ανθρώπινη ύπαρξη; Δεν κατάλαβα! Save Γιολάντα λέμε!» ο μηχανισμός αυτοσυντήρησης της γυναίκας ξεκίνησε να λειτουργεί με το γνωστό μαγικό τρόπο που την είχε σώσει τόσες φορές από τα ψυχοφάρμακα ταυτόχρονα με το αυτοκίνητο που μουγκρίζοντας ξαναδιαμαρτυρήθηκε για τον άδικο τρόπο που του φερόταν.

Μόλις έβλεπε ότι τα πράγματα σκούραιναν και ότι κινδύνευε να πνιγεί μες την κατήφεια και την κατάθλιψη  η Γιολάντα επιστράτευε τον αυτοσαρκασμό και το βιτριολικό της χιούμορ και την έβγαζε καθαρή. Βέβαια, οι πληγές εκεί ήταν, κάθε βράδυ συντροφιά της έκαναν, τις ψηλαφούσε, τις μετρούσε αλλά κάθε πρωί τις κάλυπτε με το σωστό μακιγιάζ, έβγαζε τη γλώσσα στις φοβίες της και έβγαινε να κυνηγήσει. Έτσι είχε μάθει να επιβιώνει μες τις δυσκολίες και τις κακοτοπιές αλλά την ελπίδα της δεν την έχανε. Η μοναξιά τη σημάδευε σαν πυρωμένο σίδερο, κτήμα της την είχε κάνει, αλλά πάντα ήλπιζε ότι κάποια μέρα θα τον έβρισκε τον σύντροφο ζωής που έψαχνε, θα έβρισκε συνοδοιπόρο και συναγωνιστή. Έτσι ήλπιζε και έπαιρνε θάρρος και δινόταν με ορμή και χαρά περισσή. Μέχρι το επόμενο Βατερλώ. Η ιστορία επαναλαμβανόταν στη ζωή της με τέτοια μαθηματική ακρίβεια που έτεινε να πιστέψει ότι τελικά ο Αϊνστάιν ήταν μεγάλο βούρλο!

Καθώς οδηγούσε ακούγοντας τον αγαπημένο της σταθμό, προσπαθούσε να σταματήσει τα δάκρυα που της έσκιζαν τα μάτια καθώς έψαχναν διέξοδο, χαρακιές της έκαναν, «έφυγε σου λέω, έφυγε, δε γιατρεύεται αυτό με το χιούμορ, ανοιχτή πληγή έγινα κι αιμοραγώ. Πάλι μόνη…» τα φώτα της λεωφόρου την ενοχλούσαν τόσο που της θόλωναν την όραση. Μηχανικά έσκυψε ν’ανοίξει το ντουλαπάκι του συνοδηγού για να βγάλει τα γυαλιά ηλίου. Δεν πρόλαβε καν να σκεφτεί ότι ήταν νύχτα πια, ότι η ταχύτητά της δεν επέτρεπε τέτοιες άστοχες κινήσεις, ότι οδηγούσε σε δρόμο ταχείας κυκλοφορίας κι ας ήταν στη δεξιά λωρίδα, ότι…

Το αυτοκίνητο βγήκε από την πορεία του παρεκλίνοντας προς τ’αριστερά καθώς χτύπησε πάνω σε κάτι. Δεν κατάλαβε σε τι. Της κόπηκαν τα γόνατα. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει ξέφρενα, τρόμαξε «Τι έγινε πάλι; Τι έκανα;» κατέβασε ταχύτητα και προσπάθησε να ισιώσει το αυτοκίνητο, μια μικρή προσευχή σχηματίστηκε σαν σύννεφο στο μυαλό της «ας μην έρχεται κανένας από τ’αριστερά» κοίταξε στο θολό καθρέφτη, κανένας δεν ερχόταν. Σταμάτησε τ’αυτοκίνητο στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης και βγήκε έξω, τρίβοντας τα μάτια της και προσπαθώντας να ηρεμήσει «κάτι χτύπησα…» κοίταξε πίσω και είδε τον μικρό όγκο στην άσφαλτο, έτρεξε κοντά του «Δεν το σκότωσα! Πες μου ότι δεν το σκότωσα!» έσκυψε από πάνω του, ένα σκυλί ήταν, φαινόταν ζωντανό. Την κοιτούσε παραπονεμένα, άχνα δεν έβγαζε, την κοιτούσε μόνο.

Έμεινε να κοιτάει το σκυλί «τι θα κάνω τώρα, τι θα κάνω… τόσα προβλήματα έχω… να κι αυτό τώρα!» σηκώθηκε να φύγει, έκανε ένα βήμα προς το αυτοκίνητό της, το μετάνιωσε και σταμάτησε «Τι κάνω; Μα τι κάνω;»

Έτρεξε στ’αυτοκίνητο πήρε την εσάρπα από το κάθισμα του συνοδηγού και τύλιξε με το φίνο μαλλί το ζώο. Αυτό μόνο την κοιτούσε με κείνα τα τεράστια μάτια του που έσταζαν μοναξιά «μη φύγεις»

«Ησύχασε, εγώ δε θα φύγω» σκέπασε το χτυπημένο ζωντανό με τα λόγια που δεν έγιναν ζωή, με τα σ’αγαπώ που ειπώθηκαν σα μέσα σε όνειρο και είδε τα δάκρυά της να γίνονται ένα με το αίμα του, ιδιότυπες θυσίες στη μοναξιά τους.

«Εγώ δε θα φύγω» είπε και του έκλεισε το δακρυσμένο της μάτι.


Advertisements

4 thoughts on “Μια χούφτα «σ’αγαπώ», μια εσάρπα κι ένα σκυλί του δρόμου

  1. Ενα υλικο αντικειμενο, δυο ανθρωποι, δυο διαφορετικες συμπεριφορες. Αυτος δινει την εσαρπα και φευγει μακρυα απο αυτην που τον εχει αναγκη να μεινει, αυτη τυλιγει με την εσαρπα το αδεσποτο που την εχει αναγκη. Παραβλεπω το στερεοτυπο σκληρος-αντρας, ευαισθητη-γυναικα. Ο κοσμος μας ειναι τοσο ομορφος γιατι ειμαστε τοσο διαφορετικοι…

  2. πολυ γλυκο !!
    Δεν ξερω τι γινεται μ εμας τις γυναικες,αλλα ετσι νομιζω είμαστε φτιαγμενες..Να τις βλεπουμε τις κακοτοπιες κι αν δεν τις βλεπουμε και πεσουμε επανω τους να τις ξεπερναμε.,ΟΙ γυναικες μανες ακομα περισσοτερο για ευνοητους λόγους..και ενα πλασμα είτε σκυλακι είναι,είτε γατι,είτε το παιδι μας,μας θελει δυνατες (νομιζω το ξαναείπαμε αυτο).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: