κι εσένα δε σε θέλει κανείς

Περπατούσε έχοντας περάσει την τσάντα χιαστί και σφίγγοντάς την κάτω από τη μασχάλη. Ήταν ελαφριά και η αίσθησή που της δημιουργούσε ξένη.. Πριν το ραντεβού την είχαν προειδοποιήσει ν’ αδειάσει την τσάντα, να πάρει ελάχιστα χρήματα και να μην φοράει κοσμήματα. Επικίνδυνη περιοχή.

«Ελπίζω να πουλήσω» σκέφτηκε «φαντάσου να μ’έστειλαν μέχρι εδώ και να πάει και στράφι το ραντεβού» άνοιξε το βήμα της «Κοντά στην Αχιλλέως πρέπει να είναι. Κακώς μπλέχτηκα στα στενά Από κάτω έπρεπε να έρθω. Τώρα πάει! Την πάτησα. Άκου Γκαλερί Ανάσες. Παράξενο μέρος γι’ ανάσες».

Έστριψε στην Ιάσονος και άρχισε να μετράει τα λευκά φωτάκια «γιατί τα λένε κόκκινα, αφού λευκά βάζουν» κοιτούσε μέσα από τα μαλλιά της και περπατούσε.

Μπροστά σ’ ένα γκρεμισμένο σπίτι ένας νεαρός, θα’ταν δε θα’ταν είκοσι χρονώ κουνιόταν αργά αριστερά δεξιά. Τα ρούχα του ήταν παράδοξα καθαρά και μοδάτα. Καινούριος στην περιοχή. Τα μάτια του ορθάνοιχτα και λίγο σάλιο έτρεχε από το στόμα του. Λεπτομέρειες. Κυνηγούσε δράκους ή κοιμόταν, γαμούσε ή χόρευε, τσακωνόταν με τον μαλάκα τον πατέρα του ή έτρωγε μια τεράστια τούρτα ύψους δεκαπέντε μέτρων. Όλα αυτά μέχρι να πάει αριστερά. Και μετά ξεχνούσε, στεκόταν για λίγο. Ξανάρχιζε από την αρχή. Δεξιά. Και μετά ξανά το ίδιο. Αριστερά δεξιά. Αριστερά δεξιά. Τον προσπέρασε κοιτώντας μπροστά.

Καθώς περνούσε έξω από ένα μπουρδέλο σχεδόν έπεσε πάνω στον άντρα που έβγαινε κουμπώνοντας βιαστικά το παντελόνι του «Συγνώμη» μουρμούρισε «Να σε βάλω κάτω μανάρα μου να δεις το Χριστό ανάποδα» βόγκηξε ο άντρας και κάνοντας έναν αηδιαστικό θόρυβο με το λαιμό του έφτυσε δυο μέτρα πέρα «Μουνάρα μου» της έκανε και της έδειξε τον ανοιχτό του ακόμα καβάλο. Η καρδιά της κλώτσησε κι ένιωσε τα γόνατά της ν’ αδειάζουν «Βοήθεια» ούρλιαξε μες το μυαλό της. Ο άντρας μύρισε το φόβο της, χάρηκε το αγρίμι μέσα του κι έβγαλε έναν λαρυγγικό ήχο. Σα να βαρέθηκε όμως, σα χορτασμένος γέλασε με την αντίδρασή της κι απομακρύνθηκε περπατώντας βαριά. Η γυναίκα κοντοστάθηκε ψάχνοντας για τις ανάσες της «Άκου Γκαλερί Ανάσες» προσπάθησε να κάνει χιούμορ με τους φόβους της.

«Τι φοβάσαι ανόητη! Κατοικείται η περιοχή! Η άλλη έχει βγάλει το παιδί της έξω και παίζει με την μπάλα του! Πολύ μεταξωτή έχεις γίνει μου φαίνεται» παρατήρησε το μικρό που κλωτσούσε τη μπαλίτσα με το Μίκυ και φώναζε στη μάνα του «Κοίτα, κωτσάω! Κοίτα με!». Η μάνα του γελούσε και τον καμάρωνε. Γελούσε μαζί του. Πού και πού κοιτούσε γύρω σαν ανήσυχη, έφτιαχνε το παλιομοδίτικο μπουφάν της και έπαιζε νευρικά με τα κακοχτενισμένα μαλλιά της.

Στην πόρτα του μπουρδέλου απέναντι φάνηκε μια γυναίκα. Γύρω στα πενήντα. Καλοβαλμένη, προσεγμένη, δεν έμοιαζε με πουτάνα. Ίσως η τσατσά. Έμεινε να στέκεται εκεί στην πόρτα σα συλλογισμένη, σαν κουρασμένη. Έβγαλε τσιγάρο και το άναψε. Φύσηξε τον καπνό μπροστά και τον παρακολούθησε να χάνεται. Έστρωσε με τα χέρια τα μαλλιά και μετά έφτιαξε το ντεκολτέ της κάνοντας αυτή την χαρακτηριστική κίνηση των γυναικών που πιάνουν το βυζί σα να είναι ζύμη, το μαλάσσουν λίγο και μετά το βάζουν στη θέση του μέσα στη θήκη. Έσκυψε το κεφάλι και κοίταξε τα βυζιά της. Μάλλον ικανοποιήθηκε από το αποτέλεσμα γιατί χαμογέλασε και κοίταξε απευθείας την καλοντυμένη γυναίκα απέναντι. Η έκφρασή της έγινε ερωτηματική. Τι να γυρεύει τούτη από τα μέρη μας; ανασήκωσε τους ώμους και ξανάφτιαξε τα μαλλιά. Μπορεί και να είχε τικ.

Ο άντρας κατέβαινε αργά την Ιάσονος φορτωμένος με την πραμάτειά του, ρολογάκια, τηλεκοντρόλ για όλες τις τηλεοράσεις, μικρούς φακούς και ντουντούκες,  κρατώντας στα χέρια μια κούκλα που ήταν χαλασμένη. Την ψαχούλευε προσπαθώντας να τη φτιάξει. Σχεδόν έπεσε πάνω στο νεαρό που κλυδωνιζόταν αριστερά δεξιά, αριστερά δεξιά κοιτώντας απέναντι στο πουθενά του. Θα’ταν δε θα’ταν είκοσι χρονώ κι αυτός. Έριξε μια βρισιά στα μελαμψά, Πακιστανός θα’ταν Ινδός θα’ταν δεν έχει σημασία, μελαμψός. Προσπέρασε τον συνομήλικό του χωρίς να του ρίξει δεύτερη ματιά. Κρέμασε ξανά την κούκλα από την παραμάνα στο γιλέκο του, τι παράξενη παρδαλή πανοπλία φορούσε αυτός ο μελαμψός νεαρός των είκοσι χρονώ, ποιος θα του το ’λεγε ότι για να πολεμήσει για τη ζωή του θα φορούσε αρματωσιά φτιαγμένη από κουκλίτσες και πολυκατσάβιδα και βλέποντας τη γυναίκα που στεκόταν στην πόρτα του μπουρδέλου, την πλησίασε κρατώντας ένα φωτιζόμενο κύβο «Κερία κερία, εντώ γκαλό φως. ΄Λα κερία μόνο τρέα γιούρο». Η γυναίκα μόλις τον είδε να πλησιάζει πέταξε το τσιγάρο μπροστά στα πόδια της και το έσβησε πατώντας το γυρίζοντας τη σόλα πάνω του σχεδόν με λύσσα. Τον κοίταξε και μια έκφραση αηδίας γράφτηκε στο πρόσωπό της «Άει στο διάολο βρωμιάρη από δω. Άει στο διάολο. Ούτε μια ανάσα δεν μπορούμε να πάρουμε πια! Παντού μπροστά μας! Σαν τις πορδές ξεφυτρώνετε!» κι έφτυσε χολή ανάμεσα στα πόδια του. Κοίταξε πίσω σα να ετοιμαζόταν να φωνάξει κάποιον.

Η γυναίκα έσφιξε την τσάντα κάτω από τη μασχάλη και ετοιμάστηκε να ξεκινήσει καθώς φοβήθηκε ότι θα γινόταν μεγάλη φασαρία. Αν έβγαινε κανένας φουσκωτός από το μπουρδέλο; Η περιοχή ήταν πολύ κακόφημη, τι γύρευε αυτή εδώ; Κι αυτή η μαμά με το παιδάκι εδώ βρήκε να το βάλει να παίξει; Ανευθυνότητες!

Η μπαλίτσα έφτασε κοντά στο παράξενο δίδυμο και στάθηκε ανάμεσά τους. Το παιδάκι έτρεξε να την πάρει «Μπαϊτσα μου». Ο νεαρός πραματευτής έσκυψε να την πιάσει γελώντας. Η προσβολή που είχε δεχτεί από τη γυναίκα λίγο τον απασχολούσε. Κάθε μέρα τέτοια άκουγε από την ώρα που ξυπνούσε μέχρι το βράδυ που κοιμόταν. Σιγά τώρα! Κωλώνει ο Πολεμιστής με την Παρδαλή Πανοπλία; Η γυναίκα όρμηξε και του πήρε τη μπάλα από τα χέρια «Θα τη μαγαρίσεις σίχαμα» ο φόβος της ανακατεύτηκε με τη σκόνη πάνω στην μπάλα. Εκείνος την κοίταξε σα να μην κατάλαβε τι του είπε και ανασήκωσε τους ώμους. Η παρδαλή πανοπλία του φάνηκε λίγο πιο βαριά και μηχανικά έκανε να ξεκουμπώσει την παραμάνα για να βγάλει την χαλασμένη κούκλα μπας και ξαλαφρώσει.

«Έλα μικρό! Πάρε την μπαλίτσα σου» έσκυψε η γυναίκα στο παιδάκι χαμογελώντας «Έλα μη φοβάσαι! Εδώ είναι η μπαλίτσα». Το παιδάκι είχε σταθεί απορημένο και κοιτούσε τη μάνα του, τη γυναίκα, τη μπαλίτσα, το μελαμψό νεαρό. Δεν ήξερε τι να κάνει. Γύρισε στη μάνα του για βοήθεια.

Αυτή έκανε ένα βήμα προς το μικρό κοίταξε στα μάτια τη γυναίκα που δούλευε στο μπουρδέλο, μετά το μετανάστη εμποράκο και τέλος την μπάλα. Σκέφτηκε για λίγο και μετά αρπάζοντας από το χέρι το παιδί της έκανε μεταβολή και έφυγε.

Η τσατσά για λίγο, έμεινε με την μπάλα στο χέρι να κοιτάει απορημένη. Σαν άγαλμα με χαμηλό ντεκολτέ, μπογιές στη μούρη και μια μπάλα με στάμπα Μίκυ στο απλωμένο χέρι. Παράξενο θέαμα! Κοίταξε τον νεαρό με την παρδαλή πανοπλία, την κυρία απέναντι που παρακολουθούσε τη σκηνή και έμπηξε τα γέλια. Άφησε τη μπάλα να πέσει κάτω και την παρακολούθησε να κυλάει στην μικρή κατηφοριά.

«Να μωρή! Κι εσένα δε σε θέλει κανείς!» χασκογέλασε και μπήκε στο μπουρδέλο.

 

 

 

.

 

Advertisements

28 thoughts on “κι εσένα δε σε θέλει κανείς

  1. Εξαιρετικό… για μας που ζούμε στην ευρύτερη περιοχή πολύ ΖΩΝΤΑΝΟ!
    Να εισαι καλά.

  2. Δεν μ’ άρεσε..Ισως γιατί θέλω να πιστεύω ότι μπορείς να εκφρασθείς πιό ευρυγώνια στό συγκεκριμένο θέμα – της απόρριψης εννοείται – εκτός κι αν παρανόησα εκ νέου…..
    Αγάπα με όμως……..

  3. H γραφή σου πάντα καταφέρνει και με αγγίζει ιδιαίτερα…..κρύβει…επιμελώς μια ιδιαίτερη ευαισθησία …..

  4. Καλα δομημενο,καλη περιγραφη,καλες καθημερινες σκηνες,εχεις ταλεντο,μπραβο σου!!!

  5. Αμαλία μου,είδα εικόνες κι ένιωσα συναίσθημα..
    Κι οι ταπεινοί και καταφρονεμένοι αυτού του κόσμου βρίσκουν ανάσα σε μια κοινωνία που δεν τους αγαπά αλλά τους αποδέχεται γιατί τους έχει ανάγκη..

    • Κι όταν δεν τους χρειάζεται πια, τους πετάει στην κατηφοριά, ε; Χαίρομαι που ένιωσες! Είναι σημαντικό να νιώθουμε. Ακόμα…

  6. Έχεις φοβερό ταλέντο Amelie μου !…Είναι σκηνές που τις ζούμε καθημερινά ,αλλά δε τολμούμε να επαναδιατυπώσουμε τη σκληράδα τους !!!…Ίσως γιατί η ζωή μας σκλήρυνε !…Ίσως γιατί την αποσκληρύναμε κι εμείς !!!…Θα σου στείλω κι εγώ αν θέλεις τον πρόλογο από ένα βιβλίο πούχω γράψει !!!…Και πάλι συγχαρητήρια και πολλά φιλιά !!!…

  7. Τό διάβασμα Ἀμαλία μοῦ ἄφησε μιά γεύση δριμεία , κι ἀπό τήν κατακλείδα ἔτρεξα γρήγορα πάλι ἐκεῖ ψηλά στόν τίτλο πού δέν μέ ἄφηνε νά φύγω ἀπό ἐκεῖ , στό ρῆμα σου . Στή ρηματική του διακοίνωση . Θέλω ! Ἀνάμεσα σέ ἕνα νεαρό ζευγάρι πῶς θά ἦταν τό «θέλω» ἐκείνης . Μέ αὐτή τή θηλυκότητα τοῦ θῆτα καί τό λάγνο τοῦ λάμδα…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: