Προσωπική κατάσταση, περίπλοκη (διήγημα)

     Facebook, προφίλ, επεξεργασία προφίλ, εμφανιζόμενα άτομα, προσωπική κατάσταση: η κατάσταση είναι περίπλοκη, αποθήκευση αλλαγών, σκύψιμο κεφαλιού, ξύσιμο μύτης, αναπτήρας, τσιγάρο, γουλιά καφέ, κι άλλη γουλιά καφέ,ξύσιμο καρπού, πονάει αυτό το αγκάθι, πολύ πονάει. Η κατάσταση είναι περίπλοκη. Μέρα με τη μέρα περιπλέκεται περισσότερο. Τι περιπλέκεται δηλαδή; Μπουρδουκλώνεται και πάει. Τα μπούτια της έχει μπλέξει η κατάσταση και τα έχει κάνει μαντάρα.

     Τα ‘παμε! Η κατάσταση είναι περίπλοκη. Μπουρδέλο έχει γίνει η κατάσταση. Την κοιτάω από δω, την κοιτάω από κει, μα άκρη στο κουβάρι δε βρίσκω. Μάλλον είναι αργά για δάκρυα Στέλλα, άντε να βγει άκρη με την περίπλοκη προσωπική μου κατάσταση. Μετά τη σχέση μου με τον Κωστάκη, βγήκα ξανά στην «αγορά». Χρόνια είχαν περάσει από την τελευταία φορά… Δέκα χρόνια δεν είναι  και λίγα. Δέκα χρόνια… Προς τι;

     Δέκα χρόνια έμεινα με τον Κωστάκη, να τον προσέχω, να τον ταΐζω στο στόμα, να τον αγαπάω, να περιμένω, πάντα να περιμένω. Δεν ήθελα να τον πιέσω τον Κωστάκη βλέπεις. Δεν ήθελα να κάνω όσα κορόιδευα. Δεν ήταν έτοιμος ο Κωστάκης για γάμο, ούτε για παιδιά και υποχρεώσεις. Έπρεπε να ανεβεί στην ιεραρχία της εταιρείας ο Κωστάκης, να νιώσει σίγουρος για την οικονομική του κατάσταση. Περίμενα λοιπόν να φτιαχτεί ο Κωστάκης, να κάνει λεφτά, να γίνει διευθυντής.

     Τα χρόνια περνούσαν, περνούσαν, όλο και περνούσαν. Από τα εικοσιτέσσερα ήμουν μαζί με τον Κωστάκη, στα τριαντατέσσερα κατάλαβα. Ανάσα στο διπλανό μαξιλάρι μου δεν ένιωθα, ο Κωστάκης δεν μπορούσε να αφήσει τη γριά μάνα του για να συζήσει μαζί μου, βλεπόμασταν τρεις φορές την εβδομάδα, δυο φορές για καφέ, μία για σινεμά και ποτό κάθε Σάββατο. Τότε κάναμε και σεξ. Μάζευε τις δυνάμεις του βλέπεις για τον αγώνα στην εταιρεία, δεν μπορούσε να ξενυχτάει και να σκορπίζεται ο Κωστάκης, δεν μπορούσε να αφήσει μόνη τη μάνα του, ποιος θα της έδινε τα φάρμακά της, ποιος θα της διάβαζε, ποιος θα την έβαζε για ύπνο; Συμπονετικός άνθρωπος ο Κωστάκης μου! Καλό και άξιο παιδί, διαμάντι σου λέω, διαμάντι.

     Σοβαρός, μετρημένος, ολιγόλογος, προσεκτικός στις εκφράσεις του και τόσο μα τόσο προστατευτικός. Όταν βγαίναμε για καφέ ή ποτό κοιτούσε συνεχώς δεξιά αριστερά με την άκρη του ματιού του (με ενοχλούσε αυτό είναι αλήθεια αλλά τον καταλάβαινα, με πρόσεχε ο Κωστάκης μου, με πρόσεχε), καθόμασταν πάντα στην ίδια γωνία με την πλάτη στον τοίχο και γυρνούσε το κορμί του έτσι ώστε να με κρύβει από τα αδηφάγα βλέμματα του κόσμου. Όταν περπατούσαμε στο δρόμο, ήταν πάντα σοβαρός, ποτέ δεν μου έπιανε το χέρι, αγκαζέ με πήγαινε ο Κωστάκης μου κοιτώντας πάντα δεξιά αριστερά. Αν καμιά φορά συναντούσε κάποια γνωστή του από την εταιρεία, με άφηνε στη μέση του δρόμου για να πάει παραπέρα να της μιλήσει, δεν ήθελε να με απασχολεί με θέματα της δουλειά του στην έξοδό μας, ο καλός μου. Και γω πάντα σοβαρή και μετρημένη ήμουν, δε μιλούσα πολύ, δε γελούσα πολύ, του άρεσε αυτό του Κωστάκη, συνεχώς μου το έλεγε, δεν του άρεσαν οι γυναίκες που χαζογελούσαν και στραφτάλιζαν. Αυτός ήθελε σοβαρή γυναίκα. Έτσι μου έλεγε. Και γω τον πίστευα, πάντα τον πίστευα τον Κωστάκη.

     Τα χρόνια περνούσαν, περνούσαν, όλο και περνούσαν. Κουβέντα για γάμο, συμβίωση, παιδιά, σκυλιά δεν κάναμε. Δε γινόταν… τα ‘παμε, δεν τα ‘παμε; Ο Κωστάκης έπρεπε να ανεβεί στην ιεραρχία, να σιγουρευτεί, να αποκτήσει δύναμη. Εγώ κοιτούσα τον εαυτό στον καθρέφτη να αλλάζει, όλο να αλλάζει κι ένιωθα την ψυχή  μου να αδειάζει, όλο να αδειάζει. Να ανταγωνίζεται το άδειο μαξιλάρι στο κρεβάτι μου και την άδεια θέση στο τραπέζι της κουζίνας μου. Γινόμουν σκληρή κι εγώ σαν το άδειο στρώμα, κυνική, σκύλα με φώναζαν στη δουλειά, σκύλα με φώναζαν πίσω από την πλάτη μου, έπιανα τα σούσουρα και τους ψιθύρους κάθε φορά που περπατούσα στους διαδρόμους. Ποιος νοιαζόταν; Ποιος μπορούσε να τους εξηγήσει; Εδώ στον εαυτό μου δεν μπορούσα να εξηγήσω πού είχε χαθεί το χαμόγελο και η διάθεσή μου, το κέφι και η χαρά μου. Όλα χαμένα τα είχα εκτός από τα υπόλοιπα πελατών που κυνηγούσα με μανία και πάντα τα έβρισκα. Κεφάλαιο τέσσερα, Πελάτες, Αρχείο, Προβολή, Εφ-δύο, ημερομηνία από-έως, όλες οι κινήσεις, χρέωση, πίστωση, υπόλοιπο, εφ-τρία, εκτύπωση σε, οθόνη/εκτυπωτή ντραφτ/εκτυπωτή γουίντοους.

     Τα χρόνια περνούσαν, περνούσαν, όλο και περνούσαν. Κάθε Σάββατο βγαίναμε για ποτό στο ίδιο μπαρ,  κάναμε σεξ με τον ίδιο τρόπο, ανάβαμε το ίδιο τσιγάρο και λέγαμε τις ίδιες κουβέντες: Σου άρεσε; Ναι αγάπη μου. Εσένα; Πολύ. Κάναμε ένα τσιγάρο, άντε δύο και ο Κωστάκης ντυνόταν με την ίδια πάντα σειρά, πρώτα έβαζε τις λευκές κάλτσες με το γκρίζο λάστιχο, μετά το λευκό σλιπ,  μετά περνούσε το αριστερό μπατζάκι προσέχοντας να μην του χαλάσει η τσάκιση, μετά το δεξί. Στήριζα το σώμα μου στο ίδιο πάντα χέρι και παρακολουθούσα τη διαδικασία με ευλάβεια, συγκρατώντας τον εαυτό μου για να μην του φωνάξω «μείνε σε παρακαλώ, μείνε». Πάντα τα κατάφερνα. Δεν φώναξα ούτε μία φορά. Αυτά τα κάνουν οι κατίνες, δεν τα κάνουν οι μορφωμένες, ανεξάρτητες γυναίκες. Εγώ τον αγαπούσα τον Κωστάκη, δεν ήθελα να τον σέρνω.

     Τα χρόνια περνούσαν, περνούσαν, όλο και περνούσαν. Η μάνα του Κωστάκη μας άφησε χρόνους, πολύ λυπήθηκα είναι αλήθεια, ένιωθα τη συντριβή του Κωστάκη και προσπαθούσα να μην του δημιουργώ προβλήματα, ένιωθα ότι είχε χάσει τ’ αυγά και τα πασχάλια. Ήταν τόσο δεμένος με τη μάνα του που τον είχε μεγαλώσει μόνη της. Ο πατέρας του βλέπεις είχε φύγει στα δύο, στα τρία του, δεν  θυμάμαι καλά. Ο μόνος συγγενής του ήταν η μάνα του. Μια ελπίδα άρχισε να αχνοφέγγει στην άκρη του μυαλού μου. Τώρα πια δεν είχε λόγους να φεύγει νωρίς, θα μπορούσε να κοιμάται μαζί μου, δεν μπορεί! Θα γέμιζε και το δικό μου μαξιλάρι πια…

     Τίποτα δεν άλλαξε…

     Ούτε ο Κωστάκης  άλλαξε τις συνήθειές του. Βγαίναμε κάθε Σάββατο, πηγαίναμε για ποτό στο ίδιο μπαρ, γυρνούσαμε σπίτι μου, κάναμε σεξ με τον ίδιο τρόπο, λέγαμε τις ίδιες λέξεις, καπνίζαμε τα ίδια τσιγάρα και μετά ακολουθούσε την ίδια πάντα διαδικασία για να ντυθεί: Πρώτα έβαζε τις λευκές κάλτσες με το γκρίζο λάστιχο, μετά το λευκό σλιπ,  μετά περνούσε το αριστερό μπατζάκι προσέχοντας να μην του χαλάσει η τσάκιση, μετά το δεξί.

     Το μόνο που άλλαξε ήμουν εγώ. Όταν έφευγε, σηκωνόμουν, πήγαινα στην κουζίνα, καθόμουν απέναντι από την άδεια καρέκλα και την κοιτούσα μέχρι το πρωί καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Το στόμα μου γινόταν τόσο στυφό και πικρό που μια ολόκληρη εβδομάδα εντολών και διεκπεραιώσεων στη δουλειά δεν αρκούσε για να φύγει η πίκρα. Τα τηλεφωνήματα της δικιάς μου μάνας πύκνωναν «Άντε βρε κόρη μου, άντε πια! Τριανταπέντε κοντεύεις! Τι περιμένεις για να τον πιέσεις; Δε θα μπορείς να μου κάμεις εγγόνι σε λίγο. Περνάνε τα χρόνια Στέλλα, ξύπνα πια! Γυναίκα είσαι, βρες τρόπο να τον πείσεις!»

     «Γυναίκα είμαι, θα τον βρω τον τρόπο…» μονολογούσα καθώς απαντούσα στα τηλεφωνήματα, έδινα εντολές, τακτοποιούσα εκκρεμότητες και συνεχώς σκεφτόμουν εκείνη τη μία εκκρεμότητα στη ζωή μου που δεν μπορούσα να τακτοποιήσω. Αποφάσισα να μην αφήσω άλλο χρόνο να περάσει. Αγόρασα τηλεόραση και ξεκίνησα να παρακολουθώ σίριαλ και ριάλιτι, προσπαθώντας να μιμηθώ γυναικείες γκριμάτσες και νάζια, στοίβαζα γυναικεία περιοδικά, πώς να τον πείσετε να σας γλείψει, κοσμοπόλιταν σελίδα 42, πώς να τον πείσετε να σας παντρευτεί, κοσμοπόλιταν σελίδα 132, άρχισα να κάνω παρέα με τις κοπέλες του γραφείου, η σκύλα έγινε γυναίκα, κοσμοπόλιταν σελίδα 115. Άρχισα να ρίχνω μισόλογα, να ντύνομαι πιο θηλυκά, να του μισοδείχνω τις κόκκινες ζαρτιέρες που είχα αγοράσει από το ίντερνετ πώς να τον ξεσηκώσετε, κοσμοπόλιταν σελίδα 85, να προσπαθώ να αλλάξω τη ρουτίνα του σεξ, ξυπνήστε την κοιμισμένη του λίμπιντο σε δέκα βήματα, κοσμοπόλιταν σελίδα 38, μέχρι που τον έπεισα να κοιμηθούμε ένα βράδυ σπίτι του!

     Ακόμα αναρωτιέμαι πόσα χρόνια θα περνούσαν αν δεν είχα επιμείνει. Βέβαια μετά από κείνο το βράδυ ακόμα ψάχνω να βρω την άκρη, τη μέση και το τέλος στην κατάστασή μου που είναι περίπλοκη αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Φόρεσα κάτω από τα ρούχα μου το έξτρα σέξυ μπέιμπυ ντολ, Σουπερσέξουαλ τελεία τζι αρ, ερωτικά σύνολα, στολές, πέμπτο ταμπ, ευρώ 165, νούμερα 38-54, υπερελαστικό, έχωσα στην τσάντα μου το ειδικό άρωμα με φερομόνες, Σουπερσέξουαλ τελεία τζι αρ, ερωτικά αρώματα, για κείνον, πρώτο ταμπ, ευρώ 110, δίπλα στο γαργαλιστήρι με τα μαύρα φτερά Σουπερσέξουαλ τελεία τζι αρ, ερωτικά αξεσουάρ, για το ζευγάρι, τρίτο ταμπ, ευρώ 15, έβαλα τα ταπεράκια με τη ρόκα-παρμεζάνα, το ψαρονέφρι αλά κρεμ και το λευκό κρασί σε μια τσάντα από το άττικα (μη με περάσει και για δεύτερη) και χτύπησα το κουδούνι του ελπίζοντας να μην ακούσει την καρδιά μου που βάραγε ταμπούρλο σα να ήμουν περκασιονίστας ολκής. Μα τι πήγαινα να κάνω; Να αποπλανήσω τον άντρα που ήμουν μαζί του δέκα και βάλε χρόνια; Μα αυτός ήταν σοβαρός, μετρημένος, δεν του άρεσαν αυτά. Αναστέναξα, ξεφύσηξα, χάιδεψα φευγαλέα τα φτερά στην τσάντα μου για να πάρω κουράγιο και όρμηξα μέσα μόλις άνοιξε την πόρτα. Ο Κωστάκης παραμέρισε και παραλίγο να πέσω πάνω στον καναπέ μαζί με το ψαρονέφρι αλά κρεμ, το λευκό κρασί, τα γαργαλιστήρια, τα φτερά και τα πούπουλα. Κατάφερα να σταθώ στα πόδια μου (είπαμε τα καταφέρνω με τις περίπλοκες καταστάσεις), χαμογέλασα αδέξια, κατάπια το σάλιο μου (εύκολη υπόθεση, στεγνό ήταν το στόμα μου) και άρχισα την παράσταση. Θα του έδειχνα τι έχανε που έμενε μακρυά μου, που δεν μου έκανε ένα παιδί, που δεν με άφηνε να γίνω σύντροφός του κι ας περίμενα υπομονετικά τόσα και τόσα χρόνια που περνούσαν όλο και περνούσαν.

     Όλες τις ασκήσεις τις εκτέλεσα με μαθηματική ακρίβεια: το στρώσιμο του τραπεζιού, γυναίκα για σένα, στόλισμα εορταστικού τραπεζιού, σελίδα 28, το σερβίρισμα, μάστερ σεφ-επεισόδιο τέταρτο, την ατμόσφαιρα και την απαλή ατμοσφαιρική μουσική, κόμπακτ ντισκ κλαμπ, καφέ ντελ μαρ, πέμπτο σι-ντί και τις πολλά υποσχόμενες ματιές, κοσμοπόλιταν, σελίδα 64, το μακιγιάζ των σειρήνων. Όταν έφτασε η ώρα του σεξ ήμουν λίγο ζαλισμένη αλλά χαρούμενη γιατί ήξερα ότι έτσι θα ξεχνούσα και τις τελευταίες μου αναστολές. Οι αναστεναγμοί έδιναν κι έπαιρναν, τα λάγνα κουνήματα των γοφών, τα χάδια στ’ απόκρυφα μέρη, κοσμοπόλιταν σελίδα 78, γίνετε η γυναίκα των ονείρων του στο κρεβάτι και ο Κωστάκης έδειχνε να το απολαμβάνει μια που ένα χαμόγελο ήταν ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεύρεσής μας. Ξέχασα να σας πω ότι για πρώτη φορά «το κάναμε» με ανοιχτό το φως! Όσα άρθρα μελέτησα ήταν απόλυτα κατηγορηματικά! Ξεσηκωτικό σεξ και κλειστό φως δεν συνάδουν.

     Όταν τελειώσαμε, ανάψαμε εκείνο το γνωστό, ίδιο τσιγάρο και μείναμε να κοιτάμε το ταβάνι. Δε μιλούσαμε, από κούραση, από ανακούφιση, δεν ξέρω. Δε μιλούσαμε. Έβαλα το χέρι στα μαλλιά μου, προσπαθώντας να φανταστώ την καταστροφή που σίγουρα είχε επέλθει στο περίτεχνο χτένισμά μου. Ένιωθα τις τούφες κρεμασμένες και μπερδεμένες. Γύρισα μπρούμυτα ψάχνοντας τις φουρκέτες μέσα στα σεντόνια. Ο Κωστάκης κάπνιζε το τσιγάρο του κοιτώντας το ταβάνι κι εγώ κοιτούσα αποσβολωμένη το γυναικείο λαστιχάκι μαλλιών που είχα μόλις ανασύρει κάτω από το μαξιλάρι μου. Ένα μαύρο λαστιχάκι με πλεχτά τριανταφυλλάκια. Δεν ήταν δικό μου. Δεν μίλησα. Τι να πω; Φόρεσα το λαστιχάκι στον καρπό μου και ανασηκώθηκα.

     Ήταν σειρά μου να ακολουθήσω την ίδια γνωστή διαδικασία. Ακόμα ήμασταν στο πρώτο τσιγάρο. Έβαλα τις μαύρες κάλτσες μου με τις κόκκινες καλτσοδέτες, μετά το κόκκινο στρινγκ,  μετά πέρασα το αριστερό μπατζάκι προσέχοντας να μην του χαλάσω την τσάκιση, μετά το δεξί. Ένιωθα το λαστιχάκι να μου καίει τον καρπό, τα τριανταφυλλάκια να έχουν βγάλει αγκάθια και να μου τρυπάνε το δέρμα, συγκράτησα τον εαυτό μου για να μην του φωνάξω «Τα χρόνια μου πίσω ρε μαλάκα, τα χρόνια μου πίσω» και με το κεφάλι ψηλά, δεμένο στο λαστιχάκι μαλλιών μιας άλλης, άνοιξα την πόρτα κι έφυγα.

     Πάνε τέσσερα χρόνια.

     Τα χρόνια περνάνε, όλο και περνάνε. Κι εγώ είμαι μόνη. Δεν ξέρω γιατί.

     Δεν ξέρω γιατί κάθε φορά που γνωρίζω κάποιον αντί να βάλω Facebook, προφίλ, επεξεργασία προφίλ, εμφανιζόμενα άτομα, προσωπική κατάσταση: σε σχέση, αποθήκευση αλλαγών, χαμόγελο αισιοδοξίας, μήνυμα στο κινητό, πέρασα καλά μαζί σου χτες, βάζω ένα ίδιο πάντα Facebook, προφίλ, επεξεργασία προφίλ, εμφανιζόμενα άτομα, προσωπική κατάσταση: η κατάσταση είναι περίπλοκη, αποθήκευση αλλαγών, σκύψιμο κεφαλιού, ξύσιμο μύτης, αναπτήρας, τσιγάρο, γουλιά καφέ, κι άλλη γουλιά καφέ,ξύσιμο καρπού και στριφογυρίζω το ίδιο πάντα λαστιχάκι μαλλιών στον καρπό μου μέχρι που νιώθω τα αγκαθάκια να μου τρυπάνε το δέρμα.

Advertisements

22 thoughts on “Προσωπική κατάσταση, περίπλοκη (διήγημα)

  1. Ώστε υπάρχουν κι άλλες ζωές μπαζωμένες σε γιοφύρια της Άρτας. Εντάξει, θητείες είναι που έπρεπε να περάσουμε κι ας πούμε πως ήτανε πανεπιστήμια, αφού τώρα ξέρουμε, τόσο εσύ όσο κι εγώ, τι χρώμα έχει ο εντός των τειχών εχθρός. Λευκό με γκρίζο λάστιχο.

    Τουλάχιστον εσύ δεν έμεινες μόνη στον… επόμενο τόνο. Έχεις το παιδί ΣΟΥ. Και μη στενοχωριέσαι αν δεν βλέπεις όσα βλέπει αυτό κι αν δεν βλέπεις όπως βλέπει αυτό. Καλύτερα είναι, πίστεψέ με. Αν θυμάσαι από παλιά, η παιδική ματιά έχει οδύνη.
    _______________
    Θα σου έλεγα ότι με συντάραξες με την ιστορία σου και τον τρόπο που την ξετύλιξες στα βέβηλα μάτια μου, αλλά το ξέρεις πως οι άντρες δεν τα λένε αυτά 😉

    • Αν υπάρχουν λέει… Βλέπω, παρατηρώ, αναρωτιέμαι, απορώ, καταγράφω… καθημερινά… Και τρομάζω, τρομάζω, τρομάζω…
      Στο πρώτο μου βιβλίο (κυκλοφορεί σύντομα), ξεδιπλώνω τις ιστορίες ζωής εφτά γυναικών. Όταν τις ξαναδιάβασα αναρωτήθηκα «είναι δυνατόν;»
      Νομίζω πως είναι. Περιμένω τις απόψεις σας με αγωνία.
      Το γεγονός ότι εγώ έχω τρία παιδιά (εκ των οποίων τα δύο την εφηβεία, τρομάρα μου) μου δίνει τη δυνατότητα να προσπαθώ και ενίοτε να διατηρώ ακόμα την παιδικότητα στη ματιά έστω και μέσω τρίσποντου.
      Οι άντρες δεν τα λένε αυτά, έχεις δίκιο. 😉
      Σ’ ευχαριστώ για την επίσκεψη, θα χαρώ να σε ξαναδώ στο φτωχικό μου 🙂

  2. τυπικα εξοχο το πονημα σου,τυπικα αναμενομενος ο Κωστακης,τυπικα κλασμενοχειραφετημενη η Στελλιτσα μας,τυπικο μαθημα της ζωης της εκδιδομενης[ειπα να το σωσω και να μην πω της π@υταν@ς]…χρονια καλα,και με απλουστερες και και λιγοτερο σαρκοφαγες ανθρωπινες σχεσεις…ασπασμους επιδοκιμασιας,ντιαρεστ!

    • » Τα χρόνια περνούσαν, περνούσαν, όλο και περνούσαν. Η μάνα του Κωστάκη μας άφησε χρόνους, πολύ λυπήθηκα είναι αλήθεια, ένιωθα τη συντριβή του Κωστάκη και προσπαθούσα να μην του δημιουργώ προβλήματα, ένιωθα ότι είχε χάσει τ’ αυγά και τα πασχάλια. Ήταν τόσο δεμένος με τη μάνα του που τον είχε μεγαλώσει μόνη της. Ο πατέρας του βλέπεις είχε φύγει στα δύο, στα τρία του, δεν θυμάμαι καλά. Ο μόνος συγγενής του ήταν η μάνα του. Μια ελπίδα άρχισε να αχνοφέγγει στην άκρη του μυαλού μου. Τώρα πια δεν είχε λόγους να φεύγει νωρίς, θα μπορούσε να κοιμάται μαζί μου, δεν μπορεί! Θα γέμιζε και το δικό μου μαξιλάρι πια…

      Τίποτα δεν άλλαξε…»

      Toυς είχε αφήσει χρόνους Γιάννη 🙂
      Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Χρόνια Πολλά και Καλά 😉

  3. ΤΕΛΙΚΑ ΑΛΗΘΕΥΕΙ ΟΤΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΙ ΚΑΒΑΛΑΡΗΔΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΟΖΥΓΙΑ……
    ΟΙ ΒΛΑΚΕΝΤΙΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΞΥΠΝΙΟΙ…..
    ΟΜΟΡΦΟ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑ ΑΜΕΣΩΣ ΟΛΟ….ΣΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ,,,,,,,
    ΒΕΒΑΙΑ ΠΑΝΤΑ ΥΠΗΡΧΑΝ ΑΛΛΑ ΤΩΡΑ ΤΟ ΚΑΚΟ ΕΧΕΙ ΠΑΡΑΓΙΝΕΙ ……ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΙΑ ΠΛΕΥΡΑ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ…..

    ΠΑΝΤΩΣ ΕΙΧΕΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗ……..

  4. Σε ρούφηξα κυριολεκτικά, γνωστή ιστορία απ’ αυτές που λες «μα δεν μπορεί να συμβαίνει στ’ αλήθεια» δοσμένη με τόση ενάργεια που θαρρείς πως συμμετέχεις ο ίδιος στα δρώμενα…

    • Να ‘σαι καλά Αντώνη. Σ’ ευχαριστώ. Είναι σημαντικό αυτό που μου γράφεις. Επιζητώ τη συμμετοχή. Αλλιώς τι νόημα έχει;
      Χρόνια καλά εύχομαι 🙂

  5. Πικρό αλλά…τόσο αληθινό !!!…Ελπίζω όχι από…προσωπικές εμπειρίες !!!…

    • Δυστυχώς αληθινό. Όχι από προσωπικές εμπειρίες… Βλέπω, παρατηρώ, ακούω και καταγράφω. Ευχαριστώ Λάκη 🙂

      • Ρε τον Κωστάκη….
        Πόσο συχνά συμβαίνει Αμελί…
        Αλλά το πρόβλημα δεν είναι οι λάθος κινήσεις. Ήταν λάθος ο στόχος. Καλύτερα ήταν λάθος να αντιμετωπίζεται η σχέση σαν στόχος.
        Η αγάπη έρχεται απλά και αβίαστα και δεν είναι περίπλοκη.
        Κάθε άλλη παρόμοια κατάσταση με υψηλό βαθμό δυσκολίας και θολό τοπίο είναι απομίμηση και πρέπει να αποφεύγεται.
        Γιατί άντε πες ο Κωστάκης ήτο πιστός και μετά τη βραδιά την Cosmopolitικη της έδινε αυτό που χρόνια λαχταρούσε.
        Τι να τον κάνει η Στέλλα που έχασε τον εαυτό της;

      • Συμφωνώ μαζί σου, τόσο, τόσο και άλλο τόσο.
        Περιμένοντας έχασε τον εαυτό της, το κέφι, το χαμόγελό της.
        Άντε και την αποκαθιστούσε…
        Ε και;
        Το πολύ πολύ να βρισκόντουσαν με ένα παιδί αγκαλιά φορτωμένο με τα πάθη τους, πριν ακόμα γεννηθεί.
        Χρόνια Καλά 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: