Κατερίνα

Για να ακούσετε το ηχητικό απόσπασμα πιέστε το play. 

Απόσπασμα από το βιβλίο μου «Δε θέλει τίτλους η κραυγή»

«Τι άλλο ν’ ακούσω; Τι άλλο να δω; Με δούλεψες κανονικά και με το νόμο. Τέτοια αναισθησία δεν την περίμενα! Τέτοια υποκρισία! Ήξερες ότι έχω προβλήματα, ότι παλεύω κάθε μέρα με τα χίλια ζόρια και μου πρόσθεσες άλλο ένα. Να βρεις δουλειά ρε Παναγιώτη! Να βρεις δουλειά και να μου φέρεις τα λεφτά να πληρώσω το δάνειο. Τι θα γίνει τώρα; Τι μου λες δηλαδή, ότι θα πληρώσω εγώ τη διαμόρφωση του μπαρ σου; Πας καλά; Να βρεις δουλειά! Κανονική δουλειά! Πήγαινε στην οικοδομή, καθάρισε δρόμους, μάζεψε σκατά ξέρω γω! Βρες δουλειά!» η Κατερίνα ακουγόταν πάνω από τη φωνή του σχολιαστή του ματς που εξέφραζε την αγωνία του για την έκβαση του αγώνα, φωνάζοντας κι αυτός.

«Και τι θέλεις να κάνω ρε Κατερίνα; Τι δουλειά να βρω; Το μόνο που ξέρω να κάνω είναι να παίζω μουσική και να πηδάω» έσκασε στη μούρη της γροθιά η φράση του. Ένιωθε το σώμα της να έχει αδειάσει από αίμα και στραγγισμένη, καταπονημένη κι αηδιασμένη τον κοίταξε άγρια. Η φράση αυτή τής κόστισε περισσότερο και από τα εννιά χιλιάδες οχτακόσια ευρώ που είχε χάσει.

«Έξω» τσίριξε με παραμορφωμένη φωνή. «Έξω, βγες έξω! Τώρα! Μη με αγγίζεις! Ποτέ δε με αγάπησες! Ποτέ δε νοιάστηκες για μένα! Όλα ψέματα! Όλα! Καριόλη! Θέλω να σε δω να πεθαίνεις αργά»

Με μια χεριά πέταξε κάτω ό,τι βρισκόταν πάνω στο τραπεζάκι μπροστά από τον καναπέ και παρακολούθησε σχεδόν σε αργή κίνηση τις σταγόνες του καφέ να διαγράφουν αυτοκτονική πορεία μέχρι το πάτωμα, τα καλύμματα του καναπέ, τις κουρτίνες απέναντι. Χωρίς να μπορεί να ελέγξει πια τον εαυτό της, άρχισε να σπάει τους κόπους της, τα όνειρά της, όσα αγόρασε προσπαθώντας να ομορφύνει τη ζωή της, πόσο λάθος έκανε, δεν ομορφαίνει έτσι η ζωή, έσπαγε κι έκλαιγε και ούρλιαζε ακατάληπτες βρισιές και κατάρες και ξανάσπαγε κι αυτός αμίλητος παρακολουθούσε χωρίς να κουνιέται, χωρίς να συμμετέχει, χωρίς να αντιδρά, γιατί άλλωστε, ποτέ δεν ήταν εκεί έτσι κι αλλιώς, περαστικός ήταν αυτός και ξαφνικά απότομα πολύ σα να του πάτησαν ένα κουμπί, ανασήκωσε τους ώμους, έσκασε ένα χαμόγελο, γύρισε την πλάτη κι έφυγε.

«Έφυγε ρε, έφυγε χωρίς κουβέντα, ο άθλιος! Κι εγώ αναρωτιέμαι πώς θα καταντήσει! Μωρέ να κόψει το λαιμό του με σκουριασμένο κονσερβοκούτι. Εδώ να δούμε τι θα γίνει» σήκωσε τον κουβά, τη σφουγγαρίστρα και το κουράγιο της και πήγε στο σαλόνι.

Πήγε προς τον υπολογιστή και κοίταξε το πληκτρολόγιο με ένταση λες και περίμενε απ’ αυτό απαντήσεις κι άρχισε να του λέει τα παράπονά της αφήνοντας βουβά δάκρυα να τρέχουν.

«Χρόνια πολλά, τα περισσότερα της ζωής μου, μέτραγα χιλιόμετρα πάνω σε πληκτρολόγια κι όταν κουραζόμουν, κάτι νύχτες αφόρητης μοναξιάς που τα φώτα του δρόμου έξω άναβαν μονάχα για τους άλλους, άνοιγα το στόμα να ουρλιάξω. Φωνή δεν έβγαινε, γδαρμένος ήταν ο λαιμός μου από τις ενοχές, τα ψέματα, την υποκριτική δουλοπρέπεια, ναι αφεντικό ό,τι θέλεις! Εσύ έγραφες χιλιόμετρα στα τσατ και τα κοινωνικά δίκτυα, ψάχνοντας το επόμενο θύμα να σε πιστέψει, να σε κανακέψει, να του παίξεις μουσική ή να το πηδήξεις, τι διαφορά κάνει, τι διαφορά κάνεις κι εσύ τελικά.

»Εγώ χρόνια πολλά, ψηνόμουν, κρύωνα, δε χωρούσα μέσα στ’ αυτοκίνητο από τον ένα πελάτη στον άλλο, γραφείο το είχα κάνει, καφετερία, χώρο διαλογισμού, το δεύτερο σπίτι μου, ταξιτζής έγινα, όλους τους δρόμους της Αθήνας απέξω τους ξέρω, καλημέρα, καλησπέρα, καληνύχτα, πρώτη, δευτέρα, τρίτη, ουφ, πονάνε τα πόδια μου πια από τα πεντάλ κι αυτά τα τακούνια με πεθαίνουν καθώς εσύ ρούφαγες καφεδάκια κι άπλωνες την αρίδα σου σε καφέ και μπαράκια, κουβαλούσες βιβλία που ποτέ δεν διάβαζες, έγραφες ορνιθοσκαλίσματα σε τετράδια βαφτίζοντάς τα σχέδια κι όνειρα, τώρα, σήμερα, αύριο θα βγεις από τη σκιά δεν μπορεί, θα σε δει ο ήλιος.

»Εγώ χρόνια πολλά, λέρωνα τα χέρια μου με μαρκαδόρους που γράφουν σε λευκούς πίνακες και σβήνουν με σφουγγαράκι, αρχίδια σβήνουν σου λέω, οινόπνευμα, λεμόνι κι ακόμα να φύγει ο λεκές από το δέρμα μου, μπορεί να ξεφλουδίσει, κομμάτια να κοπεί αλλά’ αυτή η στάμπα δε φεύγει, τα συμπεράσματα πάντα ίδια, τα πρόσωπα αλλάζουν, οι στάσεις ζωής ίδιες, προϋπολογισμοί, σχεδιαγράμματα, ιδεολογήματα της κακιάς ώρας, εγώ σε πυραμίδες, πώς χώρεσα εγώ σε πυραμίδες και βελάκια, ένας αριθμός και γω, ένα κουτάκι στα διαγράμματα ιεραρχίας που αν δεν τους κάνει το σβήνουν, με μπλάνκο, με γόμα, με φτυσιά τι σημασία έχει. Εσύ κουρασμένος μέσα στα μοδάτα, δάνειά σου ρούχα, να ρουφάς την κοιλιά σου για να μην σκάσουν τα κουμπιά και τιναχτούν στα μάτια του απέναντι που ρουφάει ηδονικά τον καφέ του στο σικάτο στέκι απολαμβάνοντας όπως κι εσύ τη νοικιασμένη προσωρινή του ευδαιμονία.

»Εγώ χρόνια πολλά, τα περισσότερα της ζωής μου σου λέω, έβλεπα την ψυχή μου καρφωμένη πάνω σε μια κεφαλή εκτυπωτή, γρούτσου γρούτσου γρούτσου να πηγαίνει πέρα δώθε και να κάνει θόρυβο πολύ, αυτόν τον συνεχή θόρυβο που μετά από λίγο δεν τον ακούς πια, ενοχλητικός είναι μόνο για λίγο, μετά τον συνηθίζεις, είναι σα να μην υπάρχει, τι είσαι συ πληκτρολόγιο ή άνθρωπος…

το πρώτο βιβλίο της Αμελί Λω
δε θέλει τίτλους η κραυγή

»Χρόνια πολλά, τα περισσότερα της ζωής μου σου λέω, έβλεπα ίδιες οθόνες, άκουγα τις ίδιες ερωτήσεις, έδινα τις ίδιες απαντήσεις, στους ίδιους ανθρώπους κι αναρωτιόμουν, συνεχώς αναρωτιόμουν τι στραβό έχει πάει με το κεφάλι τους, τι μνήμη χρυσόψαρου είναι τούτη, πώς από μήνα σε μήνα ξεχνιούνται τα πάντα, άντε ξανά μανά, το εφ-πέντε πατάς αγάπη μου όχι το εφ-δέκα και μετά εσκέιπ όχι έντερ, ποιο είναι το εσκέιπ ε; έλα μου ντε! Ποιο είναι το εσκέιπ…

»Ποιο είναι το εσκέιπ» έκανε πάλι η Κατερίνα και έσκυψε πάνω στο πληκτρολόγιο ξανά.

«Το εσκέιπ είναι δίπλα στο εφ-ένα» μονολόγησε και πάτησε αυθόρμητα το κουμπί στο πληκτρολόγιο. «Εφ-ένα» είπε ξανά και έψαξε το τηλέφωνο.

«Άννα δεν στα είπα όλα, δεν ήταν μόνο η τουλίπα και τα ψέματα και τα λόγια τα μεγάλα. Έχασα λεφτά φιλενάδα, πολλά λεφτά, μπορείς να έρθεις σε παρακαλώ; Όχι, όχι μη φέρεις τίποτα, εσένα χρειάζομαι. Ευχαριστώ».

Έκλεισε το τηλέφωνο και ξαναπάτησε το εφ-ένα αποφασιστικά.

Αυτή τη φορά θα ζητούσε βοήθεια.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: