“et vous, combien de temps allez-vous dormir?” (διήγημα)

     Η Ελεονώρα έκλεισε με δύναμη την πόρτα της ντουλάπας και κοίταξε τον Κωνσταντίνο Δέντογλου επιτιμητικά. «Μα τι σε έπιασε; Γιατί να πάμε στο Σύνταγμα; Γιατί πρέπει να αναλώσουμε τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο μας σε αυτή τη γραφική μάζωξη; Δεν μπορώ να σε κατανοήσω».

     «Αχ αυτές οι εμπνεύσεις σου!» συνέχισε. «Θεωρώ ότι μπορείς να μηχανευτείς άλλον τρόπο να παρατηρήσεις ανθρώπους για τα διηγήματά σου. Πρέπει να ανακατευτούμε με αυτό το ετερόκλητο πλήθος; Είναι ανάγκη; Κι αυτή η υγρασία που τρυπάει το μεδούλι…»

     «Ξέρεις ότι είναι απαραίτητο να αφουγκράζομαι την ανθρώπινη ανάσα. Πρέπει να την μυρίσω, να τη νιώσω αλλιώς θα φτιάξω χάρτινους ήρωες, γλυκιά μου. Δεν μας συμφέρει αυτό. Σε παρακαλώ μην φέρνεις αντιρρήσεις. Ξέρεις την άποψή μου. Οι αγανακτισμένοι δεν αποτελούν πολιτικό ή κοινωνικό κίνημα αλλά το ογκωδέστερο γκρουπ ομαδικής ψυχοθεραπείας που έχει δημιουργηθεί στην Ελλάδα. Είναι επιεικώς γελοίο το θέαμά τους. Μα, πρέπει, πρέπει να το δω. Πρέπει να δω τις κινήσεις τους, το ντύσιμό τους, τις παρέες που σχηματίζουν, τα γραφικά αυτοσχέδια πανό τους. Μόνο έτσι θα μπορέσω να τους αποτυπώσω. Οι διορίες τρέχουν. Πρέπει να παραδώσω. “Οι ιστορίες της κρίσης” έχουν γίνει το νέο trend. Δεν μπορώ να μένω πίσω. Πρέπει να το καταλάβεις».

     Ο Δέντογλου οδηγούσε σκεφτικός, χαμένος στις σκέψεις του. Ήδη σχημάτιζε τον σκελετό της ιστορίας του: Το ζευγάρι μένει στο Κερατσίνι σε ένα ισόγειο τριάρι, με τα δυο παιδιά του. Ο άντρας μόλις απολύθηκε. Σαρανταπέντε χρονών, οδηγός φορτηγού σε εταιρεία διανομής τροφίμων, αξημέρωτα ξεκινούσε, μόλις τελείωνε το πρώτο οκτάωρο έτρεχε στη δεύτερη δουλειά, πόσες φορές είχε κοιμηθεί πάνω στο τιμόνι, μια φορά παραλίγο να σκοτωθεί, μα η ανάγκη βλέπεις. Οι τοίχοι του σπιτιού είναι βρώμικοι και υγροί, παράξενο αλήθεια, στα ισόγεια δεν έχει υγρασία, μα δεν είναι ισόγειο το σπίτι, είναι ημιυπόγειο από την μία πλευρά του, κάποιο λούκι θα έχει διαρροή δεν εξηγείται αλλιώς.

     «Κωνσταντίνε!» η Ελεονώρα τον έβγαλε από τις σκέψεις του. «Γιατί πρέπει να πάρουμε το μετρό; Μυρίζει…» έψαξε στην σινιέ τσάντα να βρει αρωματικό μαντιλάκι.

     Η υγρασία απλώνεται στο σπίτι σα να τη βράζει η νοικοκυρά μαζί με τα χόρτα από την λαϊκή. Πηχτή είναι η μυρωδιά της και ξινή, σα χαλασμένο τυρί…

     «Η Λιζέτ πάλι έκανε λάθος. Πήρε χτες καμαμπέρ. Αν και της είπα επανειλημμένως ότι δεν μου αρέσει. Άσε που η συσκευασία του δεν είναι η κατάλληλη, απλώνει τη μυρωδιά στα αλλαντικά. Θα τη διώξω Κωνσταντίνε, δεν την αντέχω άλλο.»

     Η γυναίκα δούλευε στα τυριά σε σούπερ μάρκετ. Η ανεργία τη βρήκε πιο νωρίς από τον άντρα της. Πτώχευσε η εταιρεία, ακόμα περιμένουν τα δεδουλευμένα, δικαστικοί αγώνες, επισχέσεις εργασίας και άγιος ο θεός. Μέρα νύχτα ανάβει το καντήλι συντροφιά στις προσευχές της, μέρα νύχτα μετράει και ξαναμετράει λεφτά, πάντα λειψά βγαίνουν. Πρέπει να εγκαταλείψουν τα παιδιά το φροντιστήριο αγγλικών, κρίμα είναι, μεγάλο κρίμα αλλά αφού δεν βγαίνουν και ο λογαριασμός της ΔΕΗ ήρθε τετρακόσια ευρώ. Απλήρωτος έμεινε, σύντομα θα τους το κόψουν. Στα σκοτάδια θα  μείνουν…

     Στην κατάφωτη Πλατεία Συντάγματος η Ελεονώρα κρεμάστηκε από τον Δέντογλου προσπαθώντας να αποφύγει την υστερία που ένιωσε να την πλημμυρίζει. Έκπληκτοι παρακολουθούσαν το πλήθος να συνωστίζεται, να φωνάζει, να σιχτιρίζει, να χτυπάει τύμπανα, να χορεύει, να γελάει, να θυμώνει, να ανταλλάσσει απόψεις, να διαφωνεί, να συμφωνεί.

     «Τι σου είπα; Ομαδική ψυχοθεραπεία χρυσή μου. Κοίτα, κοίτα πώς αναθεματίζουν τους πολιτικούς. Πόσο μα πόσο ανόητοι είναι! Μα τι περιμένουν να καταφέρουν; Τους ακούει κανείς;»

     Τα βράδια η γυναίκα κλαίει σιγανά, μέσα στην κοιλιά της κλαίει. Φοβάται μήπως την ακούσουν τα παιδιά της, δεν είναι πια μικρά, καταλαβαίνουν. Κάθε μέρα παραπονιούνται για το φαγητό, τι φταίνε κι αυτά. Έχουν ξεχάσει τη γεύση του κρέατος στο μικρό τριάρι στο Κερατσίνι, πού και πού κανένα κοτόπουλο από τα φτηνά και πολύ τους πέφτει. Έτσι που το πάμε θα πούμε το ψωμί ψωμάκι, μουρμουρίζει η γυναίκα και χαϊδεύει το σκυμμένο κεφάλι του άντρα της.

     «Μα καλά, τι φωνάζουν; “Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία, η Χούντα δεν τελείωσε το ’73”; Σε ποια εποχή ζουν τούτοι εδώ;» ψιθύρισε η Ελεονώρα. «Μπορούμε να φύγουμε σε παρακαλώ; Με πιάνει δύσπνοια».

     Τα φάρμακα της κόρης είναι το μόνο που δεν μπορούν να κόψουν. Είναι ασθματική η Στέλλα, την άνοιξη επιδεινώνεται η κατάσταση, δεν μπορεί να ανασάνει καλά καλά. Τι θα γίνει τώρα που δεν θα καλύπτονται από το ασφαλιστικό ταμείο; Παναγιά μου βοήθα μας, μουρμουρίζει όλη μέρα η νεαρή μητέρα και προσπαθεί να είναι χαμογελαστή για να δίνει κουράγιο στον άντρα της που είναι έτοιμος να καταρρεύσει. 

    «Αχ, θα καταρρεύσω! Δεν αντέχονται τούτοι δω! Κοίτα το πανό: “et vous, combien de temps allez-vous dormir?” (Κι εσύ, πόσο καιρό θα κοιμάσαι;) Κοίτα ανορθογραφίες, ασυνταξίες. Όλοι οι αγράμματοι, ανορθόγραφοι, απαίδευτοι εδώ μαζεύτηκαν. Καλά τα έλεγες. Μαζική εκτόνωση…»

       Η οργή του άντρα σιγοκαίει. Η γυναίκα τον παρακολουθεί τρομαγμένη να βράζει από οργή καθώς παρακολουθεί το σπίτι τους να διαλύεται, τα παλιά ρούχα που δεν αντικαθίστανται, τα παιδιά του που στερούνται προοπτικής. Η οργή του άντρα σιγοκαίει.

     «Εδώ βράζει το καζάνι της αγραμματοσύνης καλέ μου. Απορώ πώς αντέχεις να παρακολουθείς το πλήθος να ασχημονεί και να τσαλαπατάει τη γλώσσα. Κοίτα το άλλο πανό: Δεν φεύγο από δω πέρα, μέχρι να φίγει η χολέρα. Το φύγει με γιώτα και το φεύγω με όμικρον. Αγράμματοι, τσκ τσκ τσκ. Εκτόνωση για λαϊκή κατανάλωση. Πότε θα φύγουμε; Τελείωσες την παρατήρησή σου; Κωνσταντίνε με ακούς;»

       Όχι δεν σε ακούν. Κανείς δεν σε ακούει. Ποιος ακούει τη σιωπηλή αγωνία που ελλοχεύει μέσα στις πρόωρες ρυτίδες, ποιος ακούει τον ύπουλο ψίθυρο της κατάθλιψης που σέρνεται μέσα στο άδειο ντουλάπι της κουζίνας σου, ποιος ακούει τα κουρασμένα από την απραγία χέρια που μένουν ακίνητα πάνω στο τσακισμένο τραπέζι του σαλονιού, ποιος ακούει την καρέκλα που τρίζει υπόκωφα κάτω από το βάρος της ανησυχίας σου.

     «Μην ανησυχείς γλυκιά μου, σε άκουσα. Μπορούμε να φύγουμε. Τα μαϊμούδια θα κουραστούν σε λίγες μέρες. Δεν αντέχουν αδέσποτα. Σύντομα θα ψάξουν καινούριο κελί να χωθούν. Ο όχλος εύκολα ποδηγετείται. Πάμε έξω για φαγητό, πρέπει να σκεφτώ το τέλος της ιστορίας μου».

     Το τέλος της ιστορίας θα γραφτεί στο σικ εστιατόριο όπου θα δειπνήσουν ο κύριος και η κυρία Δέντογλου; Ή μήπως κάπου αλλού;

 


Συνεχίζεται

 


.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: