Βρήκαμε τη στάχτη (πάνω σ’ έναν ξένο στίχο)

Μας έλεγαν «Βγείτε έξω, φωνάξτε, κάντε κάτι. Γιατί φοβάστε; Γιατί μουδιάσατε; Γιατί είστε απαθείς;»

Βγήκαμε έξω, φωνάζουμε, συζητάμε, ζυμωνόμαστε με τις λάσπες, το γρασίδι, τις βρωμιές, την τσίκνα, τον φόβο, τον πόνο, τα χνώτα του διπλανού που μυρίζουν σκόρδο και το πατσουλί της άλλης που μας φέρνει αναγούλα.

Τώρα μας λένε «Ποιες είναι οι προτάσεις σας; Ποιες είναι οι απαιτήσεις σας; Τι θα απογίνει στο θολό αύριο; Ποιο είναι το σύστημα που στηρίζετε;»

Μας έλεγαν θα νικήσετε αν κυνηγήσετε το όνειρο, απαιτήσετε το δίκαιο, την τιμωρία των ψευτών και των κλεφτών. Βγείτε έξω».

Βγήκαμε έξω, θηλιά στο λαιμό τους γινόμαστε, οι φωνές μας βροντοφωνάζουν την απαίτηση.

Τώρα μας λένε «Στήνετε θεατρικά δρώμενα, λαϊκές παραστάσεις, της μιας πεντάρας γιασεμιά και κλαίουσες ιτιές, οι πράξεις σας δεν είναι πολιτικές, δεν ταιριάζουν στην σύγχρονη πραγματικότητα».

Μας έλεγαν «Θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας. Όταν για ένα όνειρο χάσετε τον ύπνο σας, όταν ανασαίνετε για ένα άλλο αύριο, όταν πια δεν θα θέλετε να ζείτε μέσα στις στάχτες του απατηλού χτες».

Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας. Δίνουμε τον χρόνο μας, τι πιο πολύτιμο έχουμε αλήθεια να δώσουμε, φθαρτές υπάρξεις που κάθε μέρα κινούμαστε προς το θάνατό μας, για να συναντηθούμε, να μιλήσουμε, να ανταλλάξουμε μια ματιά, να χαμογελάσουμε. Πώς γίνετε να έχετε ξεχάσει εκείνες τις μέρες, τόσο κοντά είναι εκείνες οι μέρες, που όλοι περπατούσαμε σκυφτοί, αμίλητοι, λυπημένοι; Αξίζει ο κόπος ακόμα και για ένα κερδισμένο χαμόγελο.

Τώρα μας λένε «Είστε κυνηγοί της χίμαιρας, φτηνοί οραματιστές, ανόητοι και γραφικοί»

Μας έλεγαν «Ξεχάστε το εγώ και ας θυμηθούμε το εμείς. Ελάτε να χτίσουμε μια νέα συλλογικότητα. Πληρώνουμε όλοι μαζί για αυτά που ξοδέψαμε όλοι μαζί».

Θυμηθήκαμε το εμείς. Αποφασίσαμε να παλέψουμε όλοι εμείς. Αυτός που έχει ακόμα δουλειά, δίπλα σε αυτόν που έμεινε άνεργος. Στις στάχτες του πληγωμένου μας εγώ σκαλίζουμε να βρούμε τη σύνδεση με το εμείς που ξεχάσαμε.

Τώρα μας λένε… Ω! Μα τι σε νοιάζει τι μας λένε; Πάντα θα λένε, μην τους ακούς. Σκάλισε τη στάχτη σου, τη δική σου στάχτη. Εκεί θα βρεις τη ζωή που ξέχασες. Άστους αυτούς. Φτάνει…

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Λονδίνο, 5 Ιουνίου 1932

(…)Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.
Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.
Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη …
Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας,
τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα.
Φαντάζομαι, εκείνος που θα ξανάβρει τη ζωή,
έξω από τόσα χαρτιά, τόσα συναισθήματα, τόσες διαμάχες και τόσες διδασκαλίες, θα είναι κάποιος σαν εμάς,
μόνο λιγάκι πιο σκληρός στη μνήμη.
Εμείς, δεν μπορεί, θυμόμαστε ακόμη τι δώσαμε.
Εκείνος θα θυμάται μονάχα τι κέρδισε από την κάθε του προσφορά.
Τι μπορεί να θυμάται μια φλόγα; Α θυμηθεί
λίγο λιγότερο απ’ ό,τι χρειάζεται, σβήνει· α θυμηθεί λίγο
περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζεται, σβήνει. Να μπορούσε
να μας διδάξει, όσο ανάβει, να θυμόμαστε σωστά.
Εγώ τελείωσα· να γινότανε τουλάχιστο να αρχίσει κάποιος άλλος από κει που τελείωσα εγώ.(…)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: