Όλοι έξω #3: Ό,τι δεν βλέπω δεν υπάρχει (not)

Δεν μου αρέσουν τα κουδούνια. Σιχαίνομαι τα ξυπνητήρια, αλαλιάζω με τους κουδουνιστούς ήχους των κινητών, εκνευρίζομαι με το κουδουνάκι του φούρνου μικροκυμάτων που με ειδοποιεί ότι η απόψυξη του κιμά έλαβε τέλος, φρίττω με το αλλοπρόσαλλο κουδούνισμα του ψυγείου που ξεφωνίζει όταν μείνει για ώρα ανοιχτό, παθαίνω κρίσεις πανικού με τους κουδουνάτους ήχους απελπισίας των σταθεροποιητών τάσης όταν πέσει το ρεύμα, νιώθω ότι είμαι ένα βήμα πριν την αυτοκτονία όταν ακούω συναγερμούς αυτοκινήτων.

Από μικρή με ενοχλούσαν τα κουδούνια. Κάθε φορά που άκουγα το ξυπνητήρι να χτυπάει κουκουλωνόμουν μέχρι τ’ αυτιά και παρακαλούσα μέσα από  τα παπλώματα (πάπλωμα, κουβέρτες, χέρια, πόδια, κεφάλι ένας αχταρμάς) την μητέρα μου «δέκα λεπτάκια ακόμα…»

Το πρώτο κουδούνι του σχολείου ήταν ο πρωινός μου εφιάλτης και το κουδούνι που ήταν περασμένο στο λαιμό της γάτας μας, ο πιο οικείος, γνώριμος και ανησυχητικός ήχος. Το κουδούνι της εξώπορτας με έκανε να τινάζομαι σα να μου έκαναν μικρά ηλεκτροσόκ και να παίρνω ύφος εχθρικό κάθε φορά που άνοιγα την πόρτα «γίνε πιο κοινωνική παιδί μου» ενώ τα ευφάνταστα κουδουνίσματα των ποδηλάτων στην προκυμαία του χωριού που ξεκαλοκαιριάζαμε μού γύριζαν τα μάτια ανάποδα. Η μυροβόλος Χίος είχε δει και πιο πρόσχαρα παιδιά, δεν το κρύβω.  

Ίσως γιατί ψυχανεμιζόμουν ότι μεγαλώνοντας θα βρισκόμουν μπροστά σε κουδούνια από τα οποία δεν θα μπορούσα να γλυτώσω με κουκουλώματα και παρακάλια, με μούτρα και επιδεικτικά γυρίσματα της πλάτης. Τα κουδούνια της παιδικής μου ηλικίας έγιναν κώδωνες με κάτι ωμέγα να (μετά συγχωρήσεως) που κρούουν λέει τον κίνδυνο.

Κρούουν και ειδοποιούν για τον κίνδυνο που είναι μπροστά στην πόρτα μου (κάτι ήξερα που δεν ήθελα να ανοίγω τις πόρτες σας λέω), για τον κίνδυνο της φωτιάς στον αχυρώνα (καίγεται η Λόλα καίγεται και ο Καρνέισον έχει γίνει ντίρλα στο σαλούν και ροχαλίζει μακάριος), τον κίνδυνο που κόλλησε στον λαιμό της Όλιβ σαν μεμβράνη διφθερίτιδας που δεν φεύγει, δεν φεύγει, και αχ ο Ποπάι δεν την ακούει όσο κι αν ψιθυρίζει πίσω από την μεμβράνη «Ήρωά μου σώσε με».

Οι ήρωες βαρέθηκαν κι αποκοιμήθηκαν, έγιναν πρεζάκια ή αλκοολικοί, μετράνε τις πληγές τους και τις χαρακιές και δεν βγαίνουν μάνα μου, δεν βγαίνουν για άλλον ένα γύρο σωτηρίας.

Κι έμεινα εγώ κι εσύ, με τα κουδούνια κρεμασμένα στ’ αυτιά, στο λαιμό και στους καρπούς μας (πιο τίμιο θα ήταν να μας είχαν τσιμεντώσει και να μας είχαν ρίξει στο Αιγαίο, πιο βολικό θα ήταν να μας είχαν ρίξει στη φυλακή με τη μία, θα είχαμε και τζάμπα φαγητό ρε, μη μασάς), να θέλουμε να πέσουμε βαριά και πολύ με τα μούτρα μες την άμμο και να κάνουμε τη στρουθοκάμηλο.

Να μην βλέπουμε, να μην ακούμε.

Ό,τι δεν βλέπω δεν υπάρχει. Δεν θέλω να βλέπω, δεν θέλω να υπάρχει.

Όμως, αν βουτήξω μες την άμμο, εσύ, εγώ, αυτός, μπορεί να μην ακούω το ενοχλητικό κουδούνι που μου τρυπάει τα αυτιά, μπορεί να μην βλέπω τη φωτιά στον αχυρώνα και τον Μπρούτο που με κυνηγάει αλλά ο δικός μου κώλος, ο δικός σου, ο δικός του, θα είναι τροφαντοί και λιμπιστεροί στον αέρα, διαθέσιμοι για κάθε χρήση.

Γι’ αυτό σου λέω: Όλοι έξω (#3). Και πάρε και τα κουδούνια σου, τις σφυρίχτρες σου, τις κατσαρόλες σου. Δεν πειράζει που η φασαρία μου τρυπάει τ’ αυτιά. Υπάρχουν και οι ωτοασπίδες.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: