Προσεχώς πτωχή [μονόλογος]

Κοιτώ πίσω από τα βενετσιάνικα στόρια το πάρκο. Το πράσινο εκτυφλωτικό. Τα κεραμίδια στη στέγη του Πανεπιστημιακού κτιρίου αστραποβολούν το πεθαμένο τους κόκκινο, τονίζοντας τη ζωή που τα περιβάλλει. Ηλιόλουστη μέρα. Μέσα βροχή. Ανοίγω άλλη μια σακούλα σκουπιδιών και ρίχνω μέσα με κλειστά μάτια τη ζωή μου. Εγχειρίδια, σημειώσεις, συρραπτικά, χρησιμοποιημένες μισοσκισμένες διαφάνειες.Τα αποξηραμένα λουλούδια που είχα φυλάξει, το μικρούτσικο καραβάκι από χαρτί που μου είχε φτιάξει ο γιος μου με τόση περηφάνια, διαφημιστικά λογισμικού, σιντί εγκαταστάσεων, το περίγραμμα του χεριού σου σ’ ένα χαρτί, αποτσίγαρα κολλημένα σε χιλιοχρησιμοποιημένα τασάκια.

Η ζωή μου στα σκουπίδια. Μετράω τα λεφτά που έχω πληρώσει για όλα τούτα τα άχρηστα πλέον αντικείμενα. Πολλά ήταν. Μετράω και τις ώρες που δεν έζησα. Κι αυτές πολλές τις βρίσκω. Ανασαίνω βρώμικο καπνό και άδειες ώρες. Ηλιόλουστη μέρα. Δεν την αντέχω. Παραείναι χαρούμενη για μένα.

Κλείνω την σακούλα και κοιτάω έξω από τα στόρια ξανά. Λέω να τα κλείσω. Λέω να κρυφτώ από τον ήλιο, τον γελαστό ουρανό και το σκοτεινό αύριο. Για λίγο έστω. Ίσα για να πάρω μια ανάσα. Δύσκολες οι ανάσες μου τον τελευταίο καιρό. Τα φάρμακα δεν κάνουν και πολλά. Αυτός ο βήχας δε λέει να φύγει. Σκουριάζω μάλλον. Δεν μπόρεσα να πάω στην πλατεία. Φοβήθηκα ότι τα πνευμόνια μου θα με πρόδιδαν. Ντρέπομαι λίγο.

Κοιτάω το είδωλό μου στο τζάμι του διαχωριστικού. Ακούω ξανά τις φωνές που ακούγονταν  κάποτε μέσα στο γραφείο. Ωραία ήταν. Όχι πια. Κλείνω τα μάτια. Μα τι κάνω; Ανάβω τσιγάρο και προσπαθώ να πάρω ανάσα. Δεν θέλει να μου κάνει παρέα. Αποτραβιέται απότομα και μένω να την παρατηρώ να ξεμακραίνει. Όλοι ξεμακραίνουν. Ίσως γιατί δεν καταλαβαίνουν πώς είναι να πετάς τα χρόνια σου μαζί με χαρτιά για ανακύκλωση. Μόνο που τα χρόνια δεν ανακυκλώνονται ούτε γυρνάνε πίσω. Μόνο ο καπνός μου γυρνάει πίσω. Μένει κοντά μου, με τυλίγει, με πνίγει. Μια ώρα νωρίτερα.

Ανοίγω την οθόνη. Διαβάζω για τα γεγονότα των δυο ημερών στην πλατεία. Ασφυξία. Πνίγομαι. Θυμάμαι τα λόγια του Βασίλη. Να πάψω να πονάω, να ασχοληθώ με τα προβλήματά μου, να σταθώ δυνατή, να χαμογελάσω και να προχωρήσω μπροστά. Να ξεχάσω τα σκουπιδένια χρόνια μου, τα χιλιόμετρα που έχει γράψει τα κοντέρ, όσα αφήνω πίσω μου. Να ξεχάσω τα τηλεφωνήματα των τραπεζών, τις απειλές, τα δικαστικά έγγραφα., το σπίτι που έφτιαξα με αγάπη και θα χάσω με θάρρος. Να σταθώ δυνατή. Ξανά. Κλείνω τα μάτια. Αυτός ο ήλιος καίει την ψυχή μου. Εύκολη η αποστολή του. Λίγη έχει απομείνει.

Ξεκολλάω με δυσκολία από την καρέκλα. Ανοίγω καινούρια σακούλα σκουπιδιών. Σκύβω και παίρνω στα χέρια μου τα αποξηραμένα πτώματα δυο κατσαρίδων που κρυβόντουσαν κάτω από τη βιβλιοθήκη. Πόσα χρόνια άραγε πέθαιναν μαζί μου; Ψέματα μου είπαν. Ακόμα και γι’ αυτό. Ούτε οι κατσαρίδες γλυτώνουν από την ολοκληρωτική καταστροφή.

[απόσπασμα από το διήγημα Προσεχώς πτωχή]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: