Για τον αγώνα ρε γαμώτη (ή η μάχη της καρέκλας)

Για το ταξίδι αστραπή που έπρεπε να κάνω δεν δίστασα καθόλου στην επιλογή εισιτηρίου: Εν καιρώ κρίσης και όταν πρόκειται να κάνεις ημερήσιο ταξίδι με πλοίο που θα διαρκέσει μόνο έξι ώρες, καμπίνα δεν παίρνεις. Φαντάστηκα ότι θα συγκρατιόμουν και δεν θα ανάλωνα την σεβαστή διαφορά του εικοσάευρου στο εισιτήριο γ’ θέσεως με αυτό της καμπίνας, σε νερά, καφέδες, μπισκότα και λοιπές παχυντικές όσο και ανθυγιεινές (νάτη και η αμελής κοινωνική προσφορά) προχειροφτιαγμένες και κακοσυσκευασμένες αηδίες από το μπαρ του πλοίου.

Πριν ακόμα ξεκινήσει το ταξίδι, στήθηκα στην τεράστια ουρά, σιχτιρίζοντας που δεν έκανα στάση στο γρηγοροκαφωδείο της γειτονιάς μου. Προσπάθησα να αντισταθώ στην τάση μου να δαγκώσω την πλάτη της μπροστινής που με τσιριχτή φωνή είτε διαμαρτυρόταν ανά δίλεπτο είτε έπαιρνε τηλέφωνο την κολλητή της ανά τρίλεπτο και εννοείται ότι ξεφύσαγε ανά λεπτό. Μετά από ένα μισάωρο αναμονής και αρκετή ανάγνωση στα όρθια (ενδιαφέρουσα στάση να την δοκιμάσετε), έφτασα στο μπαρ. Με ντροπή δηλώνω ότι ψώνισα με τη λαχτάρα τρομοκρατημένου Ελλήνα που ορμάει στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς του, μετά από πυρηνική καταστροφή: Αλεύρι, ζάχαρη, ρύζι, κονσέρβες λάντσιον μιτ με χαμηλά λιπαρά, γάλα εβαπορέ που μεγαλώνει γερά παιδιά. Πάει το εικοσάευρο μαζί με την αυτοεκτίμησή μου.

Απογοητευμένη από τον εαυτό μου γραπώθηκα από την μία και μόνη ελπίδα που φωσφώριζε στην πνιγερή ζέστη. Πίστευα ότι θα έβρισκα ένα σκιερό μέρος να απαγκιάσω και να διαβάσω με την ησυχία μου τα δύο βιβλία που πήρα μαζί μου (ως τέρας προνοητικότητας φρόντισα για την πνευματική μου τροφή αλλά ένα καφεδάκι και ένα μπουκαλάκι νερό δεν μπορούσα να προμηθευτώ η ηλιθία) ενώ ήταν πιθανό να γραπώσω και την έμπνευση που θα μου ερχόταν μεσοπέλαγα εκτός από κατακούτελα οπότε είχα και το λαπιτόπιον σε πρώτη ζήτηση.

Φορτωμένη τα ρημαδοσυμπράγκαλά μου άρχισα το σκανάρισμα του καταστρώματος για το σκιερό μέρος των ονείρων μου. Ούτε σκιά, ούτε καρέκλα. Απορώντας, μετράω πρόχειρα τις καρέκλες και τις βρίσκω καμιά κατοσταριά. Μετράω και τα κεφάλια και τα βρίσκω καμιά σαρανταριά. Και πώς γαμώ το κέρατό μου δεν υπάρχει καρέκλα να καθίσω; Ω τι απορίες! Κάθε νεοκαρεκλάτος έχει από δύο καρέκλες καβάτζα. Μία για τον θεσπέσιο κώλο του, μία για την τσάντα του και ενίοτε (κιμπάρης γαρ) μία για το πόδι του. Αν δε, είναι και κάπως προχωρημένης ηλικίας, απλώνει και το άλλο του ξερό στην καρέκλα διότι οι κιρσοί μάνα μου, πρήζονται οι άτιμοι, πρήζονται πολύ. Ένεκα η ζέστη.

Απλωμένοι μακαρίως, απολαμβάνουν την ευδαιμονία του εισιτηρίου των 31, 50 ευρώ τους με επαναστατικό χαμόγελο που δεν κρύβεται εύκολα: «Πουτάνα πλοιοκτήτρια εταιρεία! Θα εκμεταλλευτώ το κάθε ένα λεπτό του ευρώ μου που ξόδεψα για το ταξίδι μου. Θα καταναλώσω ένα ρολό χαρτί στο χέσιμο το οποίο θα το πετάξω και κάτω για να εξασφαλίσω την θέση του καθαριστή της χέστρας. Θα απλώσω το κορμί μου σε τέσσερις καρέκλες ώστε το πλοίο να φαίνεται υπερπλήρες από τις αεροφωτογραφίες και να μην σκεφτεί κανένα μυαλό πονηρό να κόψει θέσεις εργασίας, θα αφήσω σε κάθε τραπέζι, σε κάθε γωνίτσα, σε κάθε πάγκο με σωσίβια τα απομεινάρια των τροφών ή των καφέδων μου ώστε να δίνω νόημα στη ζωή των ταπεινών καμαρότων. Όλα για τον αγώνα ρε γαμώτο. Όλα για τη χώρα!»

Τελικά τα διάβασα τα βιβλία μου. Όρθια. Μου πάει αυτή η στάση. Με τον ήλιο να με καίει και τις σταγόνες του αλατόνερου που έφταναν μέχρι το ψηλότερο κατάστρωμα να μου γδέρνουν το καμένο δέρμα. Όνειρο! Τα μαλλιά μου έγιναν σαν αλατισμένα άχυρα, ιδανικός μεζές για πεινασμένα γαϊδούρια. Φοβήθηκα ότι οι συνταξιδιώτες μου θα έμπαιναν στον πειρασμό να γλείψουν την ανακατεμένη μου κόμη.

Η έμπνευση δεν ήρθε. Καλύτερα. Και να ερχόταν, έτσι έξαλλη που είχα γίνει δε θα μπορούσα να την αναγνωρίσω. Το πιθανότερο ήταν να της ρίξω καμιά σφαλιάρα για να μου φύγει η κάψα. Λέξη δεν έγραψα. Δεν έχω ανακαλύψει (ακόμα) πώς μπορείς να γράφεις σε λαπιτόπι που το λούζει ο ήλιος του μεσημεριού και η θάλασσα που ανακατεύεται από τις προπέλες επιβατηγού πλοίου, όρθια, φορτωμένη με τσάντες, τσαντάκια, βιβλία, νερά, μπισκότα και πατατάκια (στα μούτρα μου). Ακόμη. Διότι με τους νεοκαρεκλάτους που κυκλοφορούν στα πλοία της γραμμής το καλοκαίρι, θα πρέπει να το μάθω και αυτό. Άσε που πρέπει να κάνω άμεσα ασκήσεις για ραχιαίους και κοιλιακούς για να αντέχω την ορθοστασία. Είναι κι αυτό το επαναστατικό ηθικό μου που πρέπει να ανορθώσω. Για τον αγώνα ρε γαμώτη.

.

Advertisements

7 thoughts on “Για τον αγώνα ρε γαμώτη (ή η μάχη της καρέκλας)

  1. Αμελώ επιμελώς το να γίνουν «αληθινοί» οι άνθρωποι που με συνεπαίρνουν εδώ μέσα…
    Γιατί θα χάσουν κι αυτοί τη μαγεία τους αλλά κι εγώ τη δική μου. Προσπαθώ να βγάζω αυτή μου την αλήθεια κι έξω, κάνοντας νέα αρχή με τους φίλους μου και τις νέες γνωριμίες. Μην ξεχνάμε οτι κι εμείς οι ίδιοι εδώ είμαστε πιο ελευθεροι από τους φόβους και τις προκαταλήψεις μας. Το οτι οι σχέσεις εδώ είναι ανιδιοτελείς μας κάνει να εκφραζόμαστε διαφορετικά και καλό είναι αυτό που εδώ μας αρέσει να το μεταφέρουμε και έξω.
    Καληνύχτα και σε ‘σένα!

  2. Έτσι ξεκίνησα το μπλογκ μου. Τώρα είμαι καλύτερα. Είμαι; χιχιιχιχ
    Όταν δε με ενοχλεί κανείς. Ούτε η ησυχία που κάνουν…
    😀

    • Δεν ξέρω αν είσαι καλύτερα. Εγώ δεν είμαι πάντως οπότε τι να βεβαιώσω μπροστά σου; 😛
      Πάντως μου αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι…
      🙂

      • Μπορεί να ακουστεί αλαζονική σα δήλωση αλλά δε μπορεί να είναι μιας και η ανωνυμία του μπλόγκινγκ με προστατεύει από την ίδια μου την έπαρση. Κι εμένα μ’αρέσει ο τρόπος που σκεφτομαι! :))
        Κατέληξα σ’αυτόν μετά από πολλές εσωτερικές μάχες και μου μοιάζει τώρα οτι έχω βρει την άκρη. Αυτή την άκρη μοιάζει ν’άκολουθούν όλα τα μυστήρια της ζωής.
        Είναι σαν να έχω πιάσει το σουβλάκι από τη σωστή άκρη του, όχι απ’τη μυτερή ούτε από τη μέση. Κι έτσι όπως τώρα το κρατάω δε με ενοχλεί, ούτε μου φαίνεται άβολο. Μοιάζει λαχταριστό και το μόνο που μένει είναι να βρω τον τρόπο να το φάω. Να δαγκώνω τα κομματάκια του ένα-ένα ήρεμα για να μη φάω ξυλάκι. Να μασάω αργά για να μην πνιγώ και ταυτόχρονα να απολαμβάνω τη γεύση.
        Δεν είναι εύκολο, δεν το έχω καταφέρει. Αλλά αυτό παλεύω τώρα, την πράξη. Την ψυχραιμία, το καθαρό κεφάλι. Όσα λέγαμε και προχθές για τη μαμά. Είναι δύσκολο να βγεις από τον εαυτό σου, να αποβάλεις τους φόβους και το θυμό. Αλλά στη θεωρία μοιάζει να είναι η μόνη λύση.
        Και όσο αποδέχομαι την ελαττωματική μου φύση τόσο πιο πολλή δύναμη παίρνω για να τα καταφέρω.

        Και συγχώρα με αν σε ζαλίζω είναι γιατί με εμπνέει η αλήθεια σου. Πολλές φορές εδώ μέσα, ελάχιστες στη ζωή, μοιάζει να συναντιούνται οι δρόμοι σου με ανθρώπους που κάτι έχουν να προσθέσουν στον αγώνα που κάνεις. Να σε βοηθήσουν να κάνεις μια σκέψη παραπάνω. Είτε γιατί την εκφράζουν γραπτά είτε γιατί σε ωθούν να την εκφράσεις εσύ. Και λίγη σημασία έχει αν συμφωνείς ή αν ο άλλος παίρνει κάτι αντίστοιχο. Το θέμα είναι η εξέλιξη της σκέψης σου. Κι αυτό κάνει η επικοινωνία, αυτό κάνουν τα ανοιχτά σχόλια.
        Καλό απόγευμα!

      • Δεν με ζαλίζεις. Τ’ αντίθετο.
        Αυτό που με προβληματίζει πολύ τον τελευταίο καιρό είναι γιατί ενώ εδώ βρίσκω αρκετούς (συγκριτικά με την έως τώρα ζωή μου) ανθρώπους που με συνεπαίρνουν όταν γίνουν «αληθινοί» χάνουν σιγά σιγά αυτό το «κάτι που καίει» και μένουν γυμνοί μες την αλήθεια τους που δεν είναι πάντα αλήθεια. Καταλαβαίνεις τι εννοώ ακόμα και αν τα λέω μπερδεμένα. Είμαι σίγουρη 🙂
        Η αλήθεια είναι ότι όσο αποδέχεσαι την ελαττωματική σου φύση, τόση δύναμη θα παίρνεις. Και όση δύναμη παίρνεις τόσο πιο κοντά στον στόχο σου θα πηγαίνεις. Είναι αναπόφευκτο.
        Καληνύχτα 😀

  3. Έμπνευση δεν ήταν αυτή; Κάθε φορά που βρίσκομαι ανάμεσα σε ανθρώπους εύχομαι να είχα μαζί μου το λάπτοπ και να έγραφα αναρτήσεις μανιωδώς. Έτσι θα μπορούσα ίσως να εκτονωθώ και να μη σκέφτομαι οτι ανήκω σ’αυτό τον κόσμο. Μετά προσπαθώ να κατανοήσω τους άλλους. Ίσως κι αυτοί να με βλέπουν έτσι ή κάπως έτσι σε άλλες φάσεις…
    Με νευριάζουν όλοι σου λέω! Κάποιες φορές ενώ οδηγώ και κάποιος κάνει μ@λ@κίες στο δρόμο μού ‘ρχεται να τον εμβολίσω με το αμάξι μου. Ποιός θα βγει σώος από αυτό;
    Κι άλλες φορές οι άνθρωποι μου μυρίζουν άσχημα, οι φψνές τους με εκνευρίζουν, ακόμα κι οι ανάσες τους!
    Άλλος χασμουριέται σα ζώο, άλλος μιλάει στο κινητό μες το λεωφορείο λες και είναι μόνος του, άλλος μου κλέβει τη σειρά.
    Όταν περπατάω στο δρόμο μου φαίνεται οτι έρχονται καταπάνω μου. Σταματάν όπου να ‘ναι, μπαίνουν στον προσωπικό μου χώρο. Θέλω να αποφύγω τους πάντες!
    Μια γραμμή με χωρίζει από την τρέλα. Κι ύστερα το διαπιστώνω και ντρέπομαι…
    Που δεν μπορώ απλά να τους δεχτώ. Να δεχτώ την ύπαρξη και τη δική τους τρέλα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: