προς γνώσιν και ταπείνωσιν

Διάβασα για το φαινόμενο του «χλιδόφτωχου» κι έχω ανατριχιάσει. Από την κορφή μέχρι τα νύχια. Κι ακόμα παραμέσα. Αλλά είπα να μη βρίσω σήμερα. Να διατηρήσω την «αξιοπρέπειά» μου. Διότι ένα έχω μάθει καλά στην ζωή μου: σκατά αν βάλεις στο κατάλληλο κουτάκι, πολύτιμο σκεύασμα θα το νομίσουν. Την επόμενη μέρα όλοι θα κυκλοφορούν βρωμώντας σκατίλα μα κανένας δε θα την μυρίζει στον διπλανό του, διότι το κυρίαρχο τρεντ πλέον θα είναι η σκατίλα. Όπως σήμερα είναι η συλλογική ενοχή, η απαξίωση, η ντροπή, το σκυμμένο κεφάλι, το μούδιασμα, ο γενικευμένος φόβος. Κι ακόμα είναι η αρχή. Έχουμε να δούμε και ν’ ακούσουμε…

Θα μας πουν για το λεμόνι του γείτονα –αυτουνού που έφτυνε στον κόρφο του όταν σ’ έβλεπε στην πόρτα; Ε αυτουνού! Που πλέον θα σου χτυπάει την πόρτα με χαμόγελο για να σου δίνει το ξινό και να πάρει το γλυκό-, την ρετσίνα που θα πίνεις αγκαλιά με την καριόλα του τετάρτου που καθαρίζει τα χαλιά τινάζοντάς τα πάνω στην μπουγάδα σου. Εννοείται ότι η εν λόγω καριόλα συνειδητοποιώντας την κάκιστη συμπεριφορά της στο πρόσφατο παρελθόν και επιθυμώντας να γίνει καλύτερος άνθρωπος ώστε να μπορεί μαζί σου με μια φωνή και μια αγκαλιά να τραγουδάει το «κάνε υπομονή κι ο ουρανός θα γίνει πιο γαλανός» ξαφνικά θα αποφασίσει να ραίνει με άνθη λεβάντας (από την γλάστρα που θα συντηρεί στο μπαλκόνι της) τα απλωμένα ρούχα σου. Η αλήθεια είναι –να την λέμε την αλήθεια- ότι η γνώση ότι τα έπλυνες στο ποτάμι της γειτονιάς -στα Κάτω Πατήσια δεν έχει ποτάμι αλλά ας μην το κάνουμε θέμα- χρησιμοποιώντας αλισίβα θα λειτουργήσει ως καταλύτης για την νεοαποκτηθείσα ταξική της –και όχι μόνο- συνείδηση.

Κάτσε σου λέω, έχει ενδιαφέρον. Σε λίγο θα μας πουν ότι σε κάθε κλείσιμο στούδιου μανικιούρ-πεντικιούρ, σε κάθε λουκέτο κομμωτηρίου χιλιάδες νοικοκυρές, μετανιωμένες που δεν ήξεραν να φτιάχνουν λαχανοντολμάδες και να προσθέτουν την σωστή ποσότητα νισεστέ στα αφράτα ζυμάρια τους και άκουσον άκουσον αγόραζαν γλυκά και ενίοτε συνέτρωγαν σε ταβέρνες με τις παρέες τους, αυτές οι νοικοκυρές της κακιάς ώρας και του κακού συναπαντήματος, αυτές που δεν άντεχαν; Αυτές! Αυτές λοιπόν, οι κακούργες που κυκλοφορούσαν με νύχια στολισμένα με στρασάκια και λουλουδάκια και είχαν και πλυντήριο πιάτων –αν είναι δυνατόν- θα πρέπει να βγαίνουν στους δρόμους ολοφυρόμενες και να κάνουν τη διαδρομή Κολιάτσου-Παγκράτι γονατιστές και γυμνόστηθες κραδαίνοντας μαστίγιο με εννιά ουρές και μολυβένιες άκρες, ζητώντας από τους περαστικούς να τις τιμωρήσουν για τον πρότερο ανέντιμο βίο τους. Ας μην αναφερθώ στις ντροπές του Σαββάτου: όταν πλήρωναν γυναίκα για να κάνει τις βαριές δουλειές κι αυτές γυρνούσαν από βιτρίνα σε βιτρίνα ισορροπώντας πάνω στις τεχνητές τους επιθυμίες. Ας μην…

Κάτσε σου λέω, έχει ενδιαφέρον. Κάθε βιτρίνα που θα γεμίζει με ενοικιάζεται ή πωλείται θα σηματοδοτεί την επιστροφή σου στην φύση. Κάθε κανόνι που ακούς θα σε κάνει να βγάζεις τις μισολιωμένες πασχαλιάτικες λαμπάδες και να τις ανάβεις κάνοντας τον σταυρό σου «δόξα τω θεώ έκλεισε ένα μαγαζί και σήμερα, θα φτάσουμε μια ώρα αρχύτερα στην φτώχεια και την αληθινή ευζωία. Θα γυρίσουμε την πλάτη στην απρόσωπη πόλη, θα γυρίσουμε στα χωριά μας και χαρωποί σκαφτιάδες θα μυρίζουμε με μάτια που θα φέγγουν από την ευτυχία τη σβουνιά και το χώμα, τρίβοντάς το στη μούρη μας. Επιτέλους θα ενωθούμε με τη φύση και το σύμπαν». Πρώτοι οι πρωταγωνιστές του «άβαταρ», δεύτεροι οι Έλληνες.

Κάτσε ρε χλιδόφτωχε σου λέω, έχει ενδιαφέρον. Ακόμα στην αρχή είσαι. Ακόμα τίποτα δεν σου έχουν πει. Σου είπαν ότι τα έφαγες μαζί τους, σου είπαν ότι το χρέος του δημόσιου τομέα επηρεάζεται από το χρέος των νοικοκυριών, σου είπαν ότι είσαι φασίστας, είσαι κομμουνιστής, είσαι μαλάκας, είσαι κυρίαρχος λαός, είσαι πλούσιος, είσαι φτωχός, είσαι προνομιούχος, είσαι τριτοκοσμικός, είσαι αναπτυγμένος, είσαι Ευρωπαίος, είσαι Βαλκάνιος, είσαι κοπρίτης, είσαι τεμπέλης, είσαι κλέφτης, είσαι λαμόγιο, είσαι περήφανα γηρατειά και τιμημένα νιάτα, είσαι κόκκινος, μπλε, πράσινος, πορτοκαλής με κίτρινους κόκκους, είσαι ένοχος, είσαι συνένοχος, είσαι απολιτίκ, είσαι απαίδευτος, είσαι αμόρφωτος, είσαι πλούσιος, είσαι φτωχός, είσαι χλιδάτος, είσαι φραγκάτος, είσαι τζιπάτος, είσαι κουπάτος. Είσαι και τι δεν είσαι.

Κάθε φορά, ανάλογα με την συγκυρία λαλάνε τα όργανα. Και συ γίνεσαι όποιος θελήσουν. Με τόση ευκολία που ανατριχιάζει το μέσα μου και το όξω μου μαζί. Σφυρίζουν οι βοσκοί και συ πας. Πέρα δώθε, πέρα δώθε. Σε κάθε κλικ και μια ταπείνωση ίσα για να ξεπληρώσεις τα κλικ του παρελθόντος σου και την γκλαμουριά που αγόραζες κρεμασμένη στα μανταλάκια. Τότε ήταν διαφορετικά. Κανένας δεν μιλούσε τότε. Ήταν καλό το μεροκάματο και το τρεντ ήταν η γκλαμουριά. Τώρα το τρεντ είναι η επιστροφή στις αξίες. Ρε ασταδιάλα.

Αλλά είπαμε. Θα διατηρήσω την αξιοπρέπειά μου. Θα κλείσω το στόμα, τη μύτη και τα μάτια. Να μη φωνάζω, να μη μυρίζω, να μη βλέπω. Ξυπνήστε με στον επόμενο τόνο. Όταν θα σου σφυρίξουν ότι ξεκίνησε η νέα βιομηχανική/τουριστική επανάσταση στην Ελλάδα. Με τις συνθήκες του χίλια επτακόσια ενενήντα τόσο. Κι εσύ θα τρέχεις να προλάβεις το τρένο της «ανάπτυξης» πληρώνοντας με λουρίδες από το κρέας σου. Όσο όσο.

υγ: Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Ακούς; 

Advertisements

«…και το μουνί χτενίζεται»: Η μεγάλη παγίδα

Φαντάζομαι ότι κάθε ενήλικας ανεξαρτήτως φύλου το ξέρει το μουνί. Είτε το έχει δει, επιθυμήσει, ονειρευτεί, είτε το διαθέτει σε όποιο σχήμα, μέγεθος ή γεύση. Άλλη έχει μουνί με γεύση φράουλα και άλλη με λεμόνι. Άλλη το ‘χει μοσχομυριστό από γεννησιμιού της και άλλη καταθέτει τον μισό μισθό της στους χονταίους για να το βάλει σε λογαριασμό. Όλα όμως έχουν ένα κοινό σημείο: τις τρίχες. Παρά το ότι όταν γεννηθήκαμε μας είπαν ότι θα γενούμε άλλες, όλες καταλήξαμε να παλεύουμε με τα καθρεφτάκια και τα ψαλιδάκια, τα κεριά και τα λέιζερ. Το μουνί σέρνει ψαλίδι μην ακούς όσους λένε για καράβια και μαούνες και βουνά και λαγκάδια. Ψαλίδι και κερί, χαλάουα και χτένια. Ναι, ναι το μουνί χτενίζεται. Πρέπει να χτενίζεται. Κι ας χάνεται ο κόσμος. Κυρίως τότε.

Τον καιρό του Σημίτου και του Μάαστριχτ, των Ολυμπιακών και του Χρημαστηρίου, οι δερματολόγοι μετεξελίχθηκαν σε κομμωτές μουνιών. Με τα λέιζερ ανά χείρας υπόσχονταν καλοσχηματισμένα  ή άτριχα εφηβαία Πού ‘σαι καθηγητά να δεις τις δόξες μου: Γιατρό με έκαμε η μάνα μου, καλοπληρωμένη κομμώτρια κατάληξα. Έμπαινες στα δερματολογικά ιατρεία και αναρωτιόσουν πού προσγειώθηκες. Η χλίδα συναγωνίζονταν αυτή των γραφείων των μεγαλοδικηγόρων, τι κόφι-τέιμπλ μπουκς και λευκές πέτρες από την Μαύρη Θάλασσα, τι αρωματικά χώρου Ντιορ και Μπούλγκαρι, τι μπουχάρες στα καλογυαλισμένα πατώματα.

Κακό δεν ήταν. Τ’ αντίθετο. Πήγαινε κι ερχόταν το χρήμα στην αγορά. Διότι οι άτιμες οι τρίχες έχουν την συνήθεια να ξαναβγαίνουν. Και δώστου οι επισκέψεις στα ινστιτούτα και δώστου οι επαναληπτικές στα λέιζερ που δεν πιάνουν τις λευκές, δεν καταλαβαίνουν τις αδύνατες, δεν καλοβλέπουν τις ξανθές. Τα λέιζερ στις μέρες μας είναι μέλη μιας παράξενης κου κλουξ κλαν από την ανάποδη: Δεν γουστάρουν τις λευκές ούτε τις ξανθές. Τέτοιο μίσος για την άρια φυλή των τριχών! Άμε λοιπόν για την επαναληπτική, κάτσε να χτυπήσουμε και την αδύναμη, από το πολύ το έμλα (ψάξε και κανένα γούγλη όλα εγώ θα στα λέω) κινδύνευες να το πάρεις στο χέρι, πρησμένο και συγκαμένο για το υπόλοιπο της ζωής σου.

Αποτρίχωση στην αποτρίχωση, κάναμε την τρίχα τριχιά. Το ‘χουμε αυτό το καλό. Όλα κι όλα. Τα Ολυμπιακά Ακίνητα έγιναν Ολυμπιακά Αζήτητα, το Χρηματιστήριο από τις εφτά χιλιάδες  μονάδες έμεινε να κλαίει για τα εφτά κακά της μοίρας του, μαζί και η κυρά Μαρίτσα που πούλησε τα οικόπεδα στο Κατάκωλο για να τα πάρει μετοχές της Ασπίς Πρόνοια. Πέτρα για πέτρα δεν της έμεινε. Όσο για ευρώ ας μην το συζητάμε. Τα πήρε όλα η τράπεζα για πανωτόκια. Ούτε πανωφόρι θα της μείνει τώρα που το ξανασκέφτομαι, η τράπεζα ζητά πλέον το μερδικό της από την ευημερία της κυρά Μαρίτσας. Τι κι αν κράτησε τόσο δα;  Ας αγόραζε στα χαμηλά. Δες τι κάνουν οι αγορές. Αυτές από τις οποίες δανείζεται η χώρα. Και σ’ αυτήν μη νομίζεις. Πέτρα για πέτρα δεν θα μείνει.

Οι πέτρες στους σικ νεροχύτες των δερματολόγων πρασίνισαν, τα αρωματικά χώρου έγιναν γκλέιντ από το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς και μείναμε με το κακό σπυρί στον κώλο να μην ξέρουμε πού να το πρωτοβάλουμε. Οι κυρίες με βαθύ αναστεναγμό ξανάπιασαν τα κατσαρολάκια, τα γκαζάκια  και τα ψαλιδάκια και βρίζουν την άτιμη κοινωνία που σε άλλες επιτρέπει να ολοκληρώσουν τις θεραπείες αποτρίχωσης και άλλες τις αφήνει τριχωτές και καταφρονεμένες. Να χτενίζονται. Αυτές και το μουνί τους. Αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Είπαμε. Το μουνί πρέπει να χτενίζεται. Και να ψαλιδίζεται, να αποτριχώνεται, να αρωματίζεται, να καλλωπίζεται. Το πρόβλημα είναι ότι αν και οι περισσότεροι επιθυμούν είτε να βλέπουν, ν’ αγγίζουν, να γεύονται και να μυρίζουν ένα καλοχτενισμένο μουνί είτε να το φέρουν με περηφάνια, χρησιμοποιούν τη γνωστή φράση για να απαξιώσουν συμπεριφορές, τάσεις, ιδέες και θεωρήσεις.

Κι εγώ στην ίδια παγίδα έπεσα, δεν το κρύβω. Διάβαζα αυτό το άρθρο και τελειώνοντας γέλασα «εδώ ο κόσμος χάνεται και το μουνί χτενίζεται». Στην τελευταία λέξη είχα ήδη καταλάβει ότι αυτή ακριβώς η φράση θα γίνει η μυλόπετρα που θα μας διαλύσει: Το μουνί που χτενίζεται και ο κόσμος που χάνεται.

Ο κόσμος όπως τον ξέραμε χάνεται κι εμείς χανόμαστε μαζί του. Και ξεχνάμε. Παραδινόμαστε. Δεν καινοτομούμε, δεν εφευρίσκουμε, δεν τολμάμε, δεν προσπαθούμε για το διαφορετικό. Οι προϋπολογισμοί (εταιριών και κράτους) εξαιρούν κάθε κονδύλι που δε θα δώσει σύντομα κέρδος. Οι επενδύσεις διαγράφονται μονοκοντυλιά. Η συντήρηση όμως δεν φέρνει ανάπτυξη. Αν δεν βάλεις και λίγο σαπούνι στην συνταγή θα μυρίσει μπακαλιαρίλα πώς να το κάνουμε…

Ο κόσμος χάνεται λένε οι διοικούντες. Άρα το μουνί δεν μπορεί να χτενίζεται όταν ο κόσμος του καταρρέει. Μα τότε ακριβώς είναι που ο κόσμος χρειάζεται μοσχομυριστά και καλοβαλμένα μουνιά  παλικάρια! Τότε! Δηλαδή τώρα. Τώρα είναι που πρέπει να υπάρξουν ιδέες, να υλοποιηθούν σχέδια, να γίνουν επενδύσεις. Τώρα είναι που πρέπει να ανοίξουν τα σεντούκια με τις κρυμμένες λίρες του γερολαδά. Τώρα είναι που πρέπει να βρούμε αφορμές για να ξυπνάμε το πρωί. Τώρα που ο κόσμος καίγεται και το μόνο που θέλουμε στην πραγματικότητα είναι να σπρώξουμε τις ώρες μέχρι να έρθει εκείνη η σωτήρια στιγμή που θα μας βρει ένας μικρός θάνατος στο μαξιλάρι μας μ’ έναν αναστεναγμό ανακούφισης που το έχουμε ακόμα. Τώρα είναι που πρέπει να σύρει καράβια και βουνιά και λαγκάδια. Όσο ακόμα υπάρχουν.

λίθοι, πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμένα

Σε διώχνω. Το μόνο που ζητώ είναι να είσαι εδώ. Όπως κι αν είναι. Μισό ή λίγο. Έστω και παραμορφωμένο. Μα πάλι… Τραβάω τα καλώδια, αλλάζω φακούς, με ενοχλούν αυτοί, δάκρυα μου φέρνουν, τι ζημιά και τούτο το βράδυ. Φύγε

Μη με ακούς… Μείνε. Πού; Να μείνεις πού; Δεν έχω χώρο. Πού να σε βάλω να ξεκουραστείς και πού να βρεις γαλήνη; Σε τρικυμισμένη θάλασσα σου λέω να νανουριστείς; Είμαι αυθάδης, το ξέρω. Κι εσύ φοβάσαι. Γέμισε η ζωή μας με εκείνα τα σ’ αγαπώ που παίζανε κρυφτό με το εισιτήριο στην τσέπη σου.

Φύγε. Όχι. Θα φύγω εγώ. Ανοίγω την πόρτα. Πιέζω τον εαυτό μου να μην κοιτάξει πίσω. Χαϊδεύω το χέρι μου. Το φιλάω γελώντας. «Εσύ είσαι ο σωτήρας σου». Ναι ρε, σε λίγο θα γίνω ερμαφρόδιτο να μην χρειάζομαι κανέναν. Οίηση ή επίγνωση; Την ανάγκη φοβάμαι. Αυτό το ύπουλο σκουλήκι που μεγαλώνει στην κοιλιά μου και τρώει τη θρέψη μου.

Γάμησέ με. Μη μιλάς «λογοτεχνικά» ρε Αμαλία. Γάμησε την λογοτεχνία, γάμησε και τις λέξεις. Οι λέξεις έχουν δύναμη μόνο όταν έχουν αλήθεια. Μη γράφεις έτσι. Μην κάνεις ακροβατισμούς πάνω σε τόνους και όμικρον. Γλιστράς δεν το βλέπεις; Δεν σου κάνουν εσένα τα στρογγυλά. Στα ι πήγαινε να κάτσεις, στα ι και στα τ. Ωραία είναι τα ταυ. Κλυδωνίζονται επικίνδυνα και όμορφα σωριάζονται. Ταυ. Ωραία είναι και όταν τα φτύνεις. Τα όμικρον είναι ωραία όταν τα παίζεις μέσα στο στόμα σου, όταν τα γλείφεις, τα γυροφέρνεις σαν αυτές τις καραμέλες βουτύρου με την τρύπα στην μέση. Μικροί λουκουμάδες χωρίς την αίσθηση του ταγκιασμένου λαδιού.

Πιπιλάω καραμέλες βουτύρου και ξεχνιέμαι, κουρνιάζω μέσα στο φι για να μη με βρει ο κακός ο λύκος. Τι πούστης αυτός ο λύκος. Να μη με αφήνει να πάω τα κουλούρια στην γιαγιά μπας και με κεράσει ζαχαρωτά για το θέλημα. Μαλακία… Κι έχει στομώσει και το καλάσνικοφ και δεν έχω λεφτά να το αντικαταστήσω. Πού λεφτά για καλάσνικοφ. Αν φτάσουν για λίγο σαπούνι και καμιά θηλιά ευτύχημα θα είναι. Βάστα μόνο, μην φτάσουν μόνο για το σαπούνι στο τέλος και αυτό σκυφτό. Εντολή εκ της διευθύνσεως: Όποιος θέλει να πνιγεί πρέπει να σκύβει για να πιάσει το σαπούνι που θα προετοιμάσει τη θηλιά του. Όσο για τη θηλιά, στ’ αρχίδια μας. Ας την φτιάξει με τα άντερά του. Ικανούς τους έχω, μην γελάς.

Μη γελάς σου λέω, δεν είναι αστείο. Τίποτα δεν είναι αστείο πια. Όλα έχουν χάσει την γεύση ή των πρότερη ιδιότητά τους. Το αστείο, το γελοίο, το ερωτικό, το καυλιάρικο, το σοβαρό, το αληθινό. Ένα κουβάρι φτιαγμένο από στυγνούς εκβιασμούς, πρόστυχα ψέματα, μουδιασμένες καύλες, αγχωμένες μοναξιές, απόλυτους εφιάλτες και βαθιά σκοτάδια.

Θυμάσαι τι σου έλεγα χτες; Ζω ένα πράσινο μίλι, που έχει τον ατελείωτο. Ποτέ δε θα τελειώσει… Τι σου λέω θα μου πεις. Το ξέρω ότι δεν πρόκειται να καταλάβεις. Χαίρομαι που είσαι μακριά. Ας μείνει ζωντανός τουλάχιστον ένας. Από τούτη την πηχτή αγωνία που δε λέει να τελειώσει. Μα κι όταν τελειώσει κάτι μου λέει ότι θα έχει πνίξει τόσους στο σκατό που δεν θα ξέρω πια ποιος είναι άνθρωπος και ποιος σκατό. Λες και τώρα ξέρω… 

Άστο, θα το κάνω εγώ για σένα

Θέλω να σου μιλήσω για την μοναξιά μου. Σαράντα χρόνια μοναξιάς δεν φτάνουν τα εκατό, το ξέρω. Αλλά εγώ για σαράντα θέλω να σου πω. Η μοναξιά μου δεν είναι από χώμα, αλληνής είναι τούτη η μοναξιά και ούτε τσεκούρι είναι που γύρω από τα κεφάλια μας γυρίζει. Ξένη είναι κι αυτή.

Η δική μου η μοναξιά, μυρίζει κολλημένα αποφάγια σε άπλυτα πιάτα. Δεν κοιμάται τις νύχτες, φοβάται το σκοτάδι και τις μέρες φοράει βαρύ μέικ-απ για να κρύβει τους μαύρους κύκλους. Είναι που δεν θα σου πω πόσο σου μοιάζει η μικρή σου κόρη. Είναι που σε βλέπω σε ανάλυση 1024×768 και δεν μπορώ να αγγίξω τα χείλη σου ή να μυρίσω την ανάσα σου. Δεν ξέρω αν άλλαξε η μυρωδιά ή η υφή του δέρματός σου.

Η δική μου μοναξιά είναι χτυπήματα σκόρπιων πλήκτρων που τα πετάω στο χάος και αφουγκράζομαι αν θα φτάσουν κάπου. Είναι λεφτά που σκορπίστηκαν, υποσχέσεις ότι θα γινόμουν μια άλλη που τσαλαπάτησα, χρόνια που ξέχασα, ληγμένες επιταγές, δικαστήρια που έγιναν ερήμην μου, ποτήρια που έσπασα μπας και βρω μέσα στα κομμάτια τον ολόκληρο εαυτό μου.

Η δική μου μοναξιά ουρλιάζει μες τον λαβύρινθο του αυτιού μου, μόνο για μένα, μόνο για μένα. Κανείς δεν την βλέπει, κανείς δεν την αντιλαμβάνεται. Σέρνεται σε σκοτεινά μονοπάτια κι έρχεται ντυμένη στα μαύρα. Φτηνή θεατρίνα, ξεχασμένη στην γωνιά, με το μπουλούκι της πεθαμένο από καιρό σε άλλη πόλη.

Η δική μου μοναξιά τρώει από τα σκουπίδια, παρασύρεται από αγκουσεμένα αεράκια και καυσαέρια, βρωμάει το χνώτο της και οι μασχάλες της είναι ιδρωμένες, σκίζει χαρτιά, μασάει μολύβια, πατάει αναίτια κλικ, μείνε λίγο εδώ, μη με αφήνεις μόνη, φοβάμαι σου λέω. Η δική μου μοναξιά δεν έχει ναρκωτικά, αλκοόλ, σκοτεινά δωμάτια, δυνατή μουσική και ατέρμονες συζητήσεις για το καλό και το κακό, δεν είναι χοτ, δεν είναι ιν, δεν είναι κουλτουριάρα, δεν είναι διανοούμενη, δεν είναι καν ενδιαφέρουσα. Είναι το ψυγείο που χάσκει, τα άδεια ντουλάπια, η στυφή, αδυσώπητη γεύση της αποτυχίας, το κενό που έχω αντί γι’ αύριο. Οι εξώδικες προσκλήσεις και οι αναγκαστικές κατασχέσεις, τα κοινόχρηστα και η ιδιοκτήτρια. Και οι τράπεζες. Τρομάζω να σηκώσω το τηλέφωνο σου λέω. Με τι να εξαγοράσω την σιωπή;

Γι’ αυτό, μη μιλάς σε παρακαλώ. Μπορείς; Άσε με να φανταστώ ότι ζω μια άλλη ζωή. Άσε με να πιστέψω ότι είμαι μια άλλη, ότι είμαι αλλού, ότι έχω ακόμα όνειρα να βάλω στην ρουλέτα. Μη μιλάς. Και κλείσε αυτήν την οθόνη. Δε θέλω να ξέρω για την επικείμενη χρεοκοπία, για την κρίση, για την κοινωνία, για το αδιέξοδο.

Εγώ είμαι το αδιέξοδο, και η κοινωνία εγώ είμαι. Θέλω για δυο ώρες να είμαι το κέντρο του κόσμου σου. Γίνεται; Μπορείς να με κάνεις το κέντρο του κόσμου σου και να γυρίζεις γύρω μου; Μπορείς να ξεχάσεις τις δικές σου απλήρωτες δόσεις, το τηλέφωνο που δεν χτυπάει, την ανάσα σου που πιάνεται, τον πόνο που σε διαπερνά…

Γλείφω τα χείλη μου και αντί να σε γευτώ νιώθω την κατάδική μου μοναξιά να σέρνεται και να γιγαντώνεται. Όπως τα άπλυτα πιάτα, τον χειρότερο εφιάλτη μου. Τα πιάτα που στοιβάζονται και μου τη θυμίζουν. Γιατί… γιατί στο ξανάπα, ποτέ δε θα σου πω πόσο σου μοιάζει η μικρή σου κόρη, πόσο φοβάμαι το σκοτάδι, πόσο θέλω ν’ αγγίξω τα χείλη σου, πόσο θέλω να με πάρεις αγκαλιά και να μου πεις «άστα, θα τα κάνω εγώ για σένα.»

«Άστο, θα το κάνω εγώ για σένα…»

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: