100$ τον μήνα

Η Λίνα. Σαράντα παρά κάτι. Όμορφη. Καλοστεκούμενη για τα χρόνια της. Τι καλοστεκούμενη, κορμάρα είναι, να λέμε του στραβού το δίκιο. Δείχνει μικρότερη. Γύρω στα τριάντα και κάτι. Και το χαίρεται, όπως όλες.

     Η Λίνα. Βαφτισμένη Ευαγγελία. Το σιχαίνεται. Αν μπορούσε θα λεγόταν Αφροδίτη ή Λήδα. Ναι, Λήδα. Λήδα είναι ένα ωραίο όνομα.

     Η Λίνα. Σκυμμένη για άλλο ένα βράδυ στα χαρτιά της ψάχνει τον εαυτό της στην μυθοπλασία. Όταν μεγαλώσει θα γίνει συγγραφέας. Έτσι νομίζει τουλάχιστον. Έτσι ελπίζει. Η ελπίδα πεθαίνει πρώτη, τελευταία πεθαίνει η λύπη.

     Η Λίνα. Βουτηγμένη στην λύπη. Δεν το αποδέχεται. Δεν είναι δικιά της η λύπη, των ηρωίδων της είναι. Ανάβει το τσιγάρο με την καύτρα του προηγούμενου και πίνει μαύρους καφέδες. Ψάχνει στις ιστορίες της το αίσιον τέλος. Οι δικές της ποτέ δεν έχουν.

     Η Λίνα. Δεν έχει έμπνευση και οι λέξεις της σκουντουφλάνε στην άκρη του μολυβιού της. Τσακώνονται ποια θα βγει πρώτη και ποια θα μείνει να απαγκιάσει στην σκιά. Στο τέλος μένουν όλες εκεί, αναποφάσιστες. Προτιμούν να κάνουν τραμπάλα. Τράμπα τραμπαλίζομαι, πέφτω και τσακίζομαι. Τινάζει το μολύβι θυμωμένη. Σπάει τη μύτη μαζί τις εύθραυστες σκέψεις της. Γράφει και σβήνει, σβήνει και γράφει, προσπαθεί να νικήσει την παρόρμηση να γεμίσει την κούπα με βότκα. Λίγη μόνο, μόνο για σήμερα. Για να ζαλιστούν οι λέξεις και να κυλήσουν αβίαστα. Ίσως αυτό το γραφτό τής ανοίξει την πόρτα του εκδοτικού οργανισμού που χτυπά τόσο καιρό χωρίς αποτέλεσμα. Στου κουφού την πόρτα.

     Η Λίνα. Κατευθύνεται στο ντουλάπι της κουζίνας, βγάζει τα κατσαρολικά και τα ταψιά, πετάει τα τάπερ ρουθουνίζοντας, κάνει θόρυβο, και βλαστημάει δυνατά τους κουφούς του κόσμου. Άλλοι μπινελικώνουν τους πολιτικούς, το ταίρι τους, την πουτάνα την κοινωνία. Η Λίνα τα έχει με τους κουφούς. Και με το χέρι της που δεν βρίσκει το μπουκάλι. Δεν είναι εκεί. Το πέταξε χτες που αποφάσισε να σταματήσει. Όγδοη φορά αυτόν τον μήνα.

     Η Λίνα. Ξεκλειδώνει νευρικά και βγαίνει με τις παντόφλες κι ένα σκισμένο φούτερ να βρει τις στροφές που θα αναγκάσουν τις λέξεις της να ξεκολλήσουν επιτέλους. Ίσως αν θολώσουν, αν ζαλιστούν. Το περίπτερο της γειτονιάς κλειστό. Συνεχίζει ασθμαίνοντας. Ανηφοριά. Δεν πειράζει. Είναι αργά πια. Δεν πειράζει. Κάνει ζέστη και ιδρώνει καθώς περπατάει. Δεν πειράζει.

     Η Λίνα. Αγοράζει μπύρες, φτηνό κρασί και δυο πακέτα τσιγάρα. Νιώθει την σακούλα ελαφριά και το χέρι της δροσερό. Γελάει με την παραδοξότητα. Ανοίγει μια μπύρα. Την πίνει μονορούφι περπατώντας και βήχοντας. Σκοντάφτει σε μια χαλασμένη πλάκα. Κατεβάζει ένα μπινελίκι. Ανοίγει άλλη μία μπύρα. Γελάει ξανά. Είναι σίγουρη ότι οι λέξεις θα βρουν το δρόμο τους. Γελάει. Είναι σχεδόν αισιόδοξη. Επιτέλους.

     Η Λίνα. Παρατάσσει τα ντενεκέδια, υπάκουους στρατιώτες μπροστά στα χαρτιά της, τους θέλει έτοιμους στο πρώτο παράγγελμα, εμπρός, μαρς, κλίνατε επ’ αριστερά τα τσιγάρα και ο αναπτήρας, δεξιά το τασάκι, άδειο, να μετράει τα τσιγάρα. Με πόσα καμένα κύτταρα πληρώνεις τα όνειρα;   

     Η Λίνα. Καταπίνει υγρά και καπνό, κάνει δαχτυλομπογιές τη χολή της και ζωγραφίζει ήρωες και δειλούς, ψεύτικους θεούς και αληθινούς πόνους. Πίνει, ανασαίνει, βήχει, ανάβει, σβήνει, πίνει και χάνεται. Ο κόσμος των αισθήσεων ταλαντεύεται και θολώνει, η περιφερειακή της όραση σβήνει, όλη η ζωή της το χαρτί, καταπίνει την επόμενη μπουκιά αέρα ίσα για να γεννήσει μια ακόμα λέξη.

     Η Λίνα. Γράφει και σβήνει, σβήνει και γράφει. Ξέρει ότι δε θα γίνει συγγραφέας. Ούτε καν συντάκτης.Πουτάνες λέξεις. Παίρνει το ρολόι με τ’ αυτιά μίκυ μάους στο χέρι, τρέμουν τ’ αυτιά, οι δείχτες παίζουν, μάλλον είναι πέντε παρά δέκα. Τόσο θα είναι. Στις επτά και μισή πρέπει να ξυπνήσει. Πίνει την τελευταία γουλιά. Το ντενεκέδι κάνει τέσσερα γκελ μέχρι να προσγειωθεί στην πολυθρόνα απέναντι. Ο τοίχος λερώνεται με μπύρα. Στην άκρη του στόματός της ένα κομματάκι ξεραμένη χολή. Κάθε βράδυ τα ίδια. Κάθε πρωί τα ίδια. Κάθε μέρα τα ίδια. Άντε γαμήσου.


     Η Λίνα. Το βράδυ χάνεται, το πρωί επιστρέφει. Κανένας δεν την παίρνει χαμπάρι. Νομίζει. Ελπίζει. Θέλει. Πλένεται, βάζει αρώματα, μοσχομυρίζει η Λίνα, είναι γοητευτική η Λίνα, είναι θολωμένη η Λίνα αλλά συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια, οδηγεί, παρκάρει, κάθεται στο γραφείο, σηκώνει το τηλέφωνο, στέλνει μηνύματα, λύνει θέματα, καταγράφει εκκρεμότητες, μεταφέρει εργασίες. Χειρίζεται τον εαυτό της σα να είναι εξωσκελετός σε ταινία επιστημονικής φαντασίας. Δίνει εντολές στα χέρια, τα πόδια, το κεφάλι της. Κάθε κίνηση και μια διαδικασία. Συμβουλεύεται το εγχειρίδιο του συστήματος διασφάλισης ποιότητας και διαδικασιών που γεννήθηκε μαζί της και εμπλουτίστηκε στη διάρκεια της ζωής της. Ω τι στέλεχος πατέρα! Για απλό νεύμα ένα κλικ, για λογικοφανή απάντηση δυο κλικ και η ένταση στο τέσσερα στο δεύτερο ποντεσιόμετρο, τέσσερα κλικ και αλλαγή ταχύτητας για να αφήσει το έγγραφο στο διπλανό γραφείο και ψιλή κουβεντούλα με τη συνάδελφο.

     Η Λίνα. Κρατιέται από αγχωμένες γουλιές αλκοόλ στην τουαλέτα, τέσσερις τσίχλες μέντα και τρεις γουλιές στοματικού διαλύματος που σκοτώνει τα μικρόβια που προκαλούν δυσάρεστη αναπνοή. Μισό κλικ για πλύσιμο μούρης και λίγο κραγιόν. Πέντε κλικ και όπισθεν ολοταχώς για την εβδομαδιαία συνάντηση με τους  προϊσταμένους τμημάτων. Αργά το απόγευμα ο εξωσκελετός έχει σχεδόν καταστραφεί. Γεμάτος ραγίσματα αντιδρά σπασμωδικά, δεν υπακούει, αρνείται. Να φύγει. Τέλος ωραρίου και των δύο επιπλέον ωρών που δικαιολογούν τον μισθό της. Ευτυχώς. Άλλη μια μέρα. Μάλλον τα κατάφερε. Ή έτσι νομίζει. Στο αυτοκίνητο ξεφυσάει. Κάνει ζέστη. Να φύγει. Δεν είναι ζωή αυτή. Αυτή να γίνει συγγραφέας ήθελε. Ή έστω να ψήνει κουλούρια αγναντεύοντας το γρασίδι ή τη θάλασσα, το ίδιο κάνει. Έγινε στέλεχος. Τζάμπα πουτάνα δηλαδή. Ναι κύριε προϊστάμενε, μάλιστα κύριε διευθυντά, σε μια ώρα θα είναι στο γραφείο σας η αναφορά. Πίπα να σας πάρω τώρα κύριε αφεντικέ ή προτιμάτε στο διάλλειμα την ώρα που τρώτε το κρουασάν σας; Δειλή. Ούτε καν πουτάνα κανονική δεν έγινε. Από αυτές που πληρώνονται. Είκοσι, εικοσιπέντε, τριάντα ευρώ, δε γαμιέται. Χωρίς προφυλακτικό κονομάνε και παραπάνω. Έχει το ρίσκο του. Αυτό μάλιστα! Θα της έδινε και υλικό για γράψιμο. Οι πουτάνες και οι τρελές έχουν τις τύχες τις καλές. Ούτε τρελή ούτε πουτάνα. Αρχίδια τύχη.

     Η Λίνα. Αφήνει το νερό να τρέχει στο δέρμα της. Οι σταγόνες αγκαλιά με τις σκέψεις της σχηματίζουν μικρά ρυάκια. Πάλι λοξοδρομεί το μυαλό της. Σκατά. Τραβάει την κουρτίνα βιαστικά. Μια γουλιά μόνο. Αύριο θα το κόψει. Άλλο ένα αύριο που θα το κόψει. Μαλακίες. Τρίβει δυνατά τις σκέψεις να τις διαλύσει. Η πετσέτα γεμίζει χνούδια και θάνατο. Νεκρά κύτταρα και μαλακίες, θα πεθάνεις στο τέλος και μαλακίες, γαμάς το συκώτι σου και μαλακίες, πρέπει ν’ αλλάξεις ζωή ρε Λίνα και μαλακίες. Δε θέλει να αλλάξει. Μια χαρά είναι. Ποιος τους ρώτησε; Ποιος νοιάζεται; Ποιος τους χρειάζεται; Να πάνε να γαμηθούν όλοι. Και η μάνα της να πάει να γαμηθεί. Κυρίως αυτή. Που την κοιτάει με αυτό το βουβό παράπονο κάθε φορά που της φέρνει φαγητό στα ταπεράκια. Και τα ταπεράκια να πάνε να γαμηθούν. Και ο Κώστας/Γιώργος/Νίκος/οπώςτονλένετέλοςπάντων να πάει να γαμηθεί. Που της λέει ότι θα μείνει δίπλα της αν θελήσει να προσπαθήσει. Ποιος του είπε ότι θέλει να μείνει μαζί του; Να πάει να γαμηθεί κι αυτός. Κυρίως αυτός. Με άλλη. Δεν τον θέλει. Μάλλον δε θέλησε ποτέ κανέναν. Ο υγρός της κόσμος δεν χωράει πολλούς. Καλά καλά δε χωράει την ίδια. 


     Η Λίνα. Ξηγημένο παιδί, σπαθί. Σε όλους ξηγιέται από την αρχή. Πριν το κουδούνι του πρώτου γύρου. Από τα αποδυτήρια ακόμα. Πριν αντιληφθούν την κατάσταση και αρχίσουν τα μουρμουρητά. Πριν την λυπηθούν. Δεν είναι για λύπηση. Γουστάρει να πίνει. Για την πάρτη της πίνει. Κανέναν δεν ενοχλεί. Όποιος δεν γουστάρει τη βόλτα του. Γουστάρει που ζει μόνη, γουστάρει που δεν έχει παντρευτεί, γουστάρει που δεν έχει κάνει παιδιά, γουστάρει που γίνεται λιώμα, γουστάρει που αντέχει το ποτό, γουστάρει που δεν έχει ίχνος κυτταρίτιδας και το κορμί της δείχνει νεανικό. Γουστάρει που δεν έχει ρυτίδες, που είναι σαράντα παρά κάτι και μοιάζει τριάντα και κάτι ψιλά. Είναι η ζωντανή απόδειξη ότι η «κανονική ζωή», η ολοκλήρωση της γυναίκας, οι νουθεσίες και οι συμβουλές είναι παπαριές καμαρωτές. Δείχνει καλύτερα απ’ όλες τις νοικοκυρεμένες φίλες της που έχουν ξεχειλώσει, έχουν αμολήσει κουτσούβελα, έχουν βαρεθεί τον άντρα τους και φαντασιώνονται τον αλήτη πρίγκιπα που θα έρθει να τις περιμαζέψει από τα συντρίμμια της παραμυθένιας ζωής στην οποία μπήκαν περήφανα φορώντας το χλευάζον τη χαμένη στο πίσω κάθισμα του πειραγμένου Φορντ Φιέστα του Σάκη παρθενία, νυφικό τους, για να τις κυκλοφορήσει, να τις μεθύσει, να τις κάνει να νιώσουν όσο πουτάνες αντέχουν να είναι. Οι εποχές άλλαξαν. Δεν θέλουν παρθένες οι άντρες. Μέχρι πέντε-δέκα καλά είναι. Μετά γίνεται πουτάνα η γυναίκα. Α όλα κι όλα. Μην τα ισοπεδώνουμε όλα…

     Η Λίνα. Για την πάρτη της είναι η Λίνα. Για τη χαρά και τη λύπη της, για τα όνειρα και τις σφαλιάρες της, για τις επιδιώξεις και τις ήττες της, για τη ζωή της που στράβωσε και δεν ισιώνει με καμία καλίμπρα. Δε θέλει παρηγοριές, δε θέλει βοήθεια. Δε γουστάρει να φορτώνεται σε κανέναν, μόνη τα περνάει όλα, αυτή και το μπουκάλι της. Ποτέ δεν την προδίδει, ποτέ. Πάντα της δίνει την απαραίτητη θολούρα για να συνεχίσει να ξεχνάει.

     Η Λίνα. Ξηγημένο παιδί, σπαθί. Δεν κλαψουρίζει, δεν πουλάει μούρη, δεν το παίζει γκόμενα, δεν μοιράζεται πάθη και λάθη με κανέναν. Δε θέλει τη γνώμη τους, δε θέλει τη ζωή τους. Βαράει τις ξήγες από την αρχή για να μη φτύνει στον καθρέφτη της μετά. Τσαντίζεται που ο Γκρέιτ Ριτζέκτερ δεν είναι γυναίκα, που «αυτός που δεν είναι αυτός που θες» έχει αρχίδια γαμώ το ελληνικό μου ροκ μέσα γαμώ και που η Μάργκαρετ Μίτσελ έβαλε τη θεϊκή ατάκα στο στόμα του αχώνευτου «κυριλέ αρχιυπηρέτη». Της λείπουν τα τραγούδια που θα ντύσουν τη θλιμμένη της απάθεια. Μπορεί να τα γράψει αυτή. Ίσως.

     Η Λίνα. Ξηγημένη με τους άντρες. Από την αρχή. Άδικος κόπος. Όσο τους φτύνει τόσο πιο πολύ κολλάνε. Παλιό το κόλπο. Μόνο που η Λίνα δεν τους φτύνει για να κολλήσουν αυτοί αλλά για να μην κολλήσει η ίδια κι αρχίσει να ονειρεύεται τη ζωή που αποφάσισε να μην έχει. Είδαμε και τις προκοπές της μάνας της. Μια ζωή γεμάτη από γεμιστά και μελιτζάνες παπουτσάκια. Γέρασε πριν την ώρα της. Όλα σωστά τα έκανε. Σωστή κυρία, άψογη επαγγελματίας, άριστη νοικοκυρά. Η αποστολή εξετελέσθη. Δυο παιδιά, ένα σκυλί, δουλειά γραφείου σε δημόσια υπηρεσία, πλύσιμο, μαγείρεμα, σιδέρωμα, στην τρίχα τον είχε. Μέχρι που ανακάλυψε την ξανθιά τρίχα της εικοσάχρονης Βουλγάρας που του μάσαγε τη σύνταξη και τα απομεινάρια του εφάπαξ. Χώρισαν στα εξήντα. Ρεζιλίκια. Η αδερφή της πρόλαβε. Χώρισε στα τριανταπέντε με δυο παιδιά κι έναν παπαγάλο. Τουλάχιστον δεν χρειάζεται να τον βγάζει βόλτα. Κάτι είναι κι αυτό.

     Η Λίνα. Δεν ασχολείται με κανένα. Ίδιοι είναι όλοι στα μάτια της. Δεν τη νοιάζει αν το καταλαβαίνουν. Μάλλον. Δυο χέρια, δυο πόδια, ένα κεφάλι, δυο μάτια, ένας πούτσος, μια φωνή. Αργά το βράδυ, δεν έχει καμιά σημασία πια ποιος είναι δίπλα της. Τους βλέπει σα να είναι σκεπασμένοι από βαλτωμένα νερά και οι φωνές τους έρχονται κύματα κύματα. Οι λέξεις μπερδεύονται. Μα τι της λένε; Γνέφει καταφατικά, γελάει συγκαταβατικά, είναι γοητευτική, έχει ωραίο χαμόγελο η Λίνα, απλώνει το κορμί της και χαίρεται το αντρικό βλέμμα που περιδιαβαίνει το κορμί της. Το αλκοόλ τής δίνει τα φτερά που δεν έχει πια. Είναι επιθυμητή, όμορφη ακόμα. Είναι καλά. Και νιώθει… Πώς νιώθει ρε φίλε. Κάθε αίσθημα πολλαπλασιάζεται μέσα στην πηχτή υγρή μήτρα που κολυμπάει. Νιώθει καθετί με περισσή ένταση. Ωραίες είναι οι βραδιές της. Το πρωί είναι πιο δύσκολα. Αν ξυπνήσει νηφάλια. Συνήθως δεν προλαβαίνει να ξενερώσει.  Ευτυχώς.

     Για το φιλαράκι της τον Ιάσονα (τυχερός ο Ιάσονας, τουλάχιστον έχει ωραίο όνομα), είναι πιο δύσκολο. Πρέπει να του σηκωθεί κιόλας. Να φιλήσει, να χαϊδέψει, να μουρμουρίσει, να κοιτάξει, να ψάξει, να ανακαλύψει, να καρφώσει τη σημαία περήφανος εξερευνητής κόλπων, να αποδείξει ότι δεν είναι ελέφαντας. Και κάποια στιγμή πρέπει να τελειώσει. Εδώ σε θέλω μάστορα. Ενώ η Λίνα… Η Λίνα δε χρειάζεται να κάνει τίποτα. Όσο ο κώλος της είναι στη θέση του και η μούρη της ατσαλάκωτη, θα εκλαμβάνουν τη θολούρα στα μάτια της για καύλα. Καλύτερα έτσι.

     Έτσι θολά που είναι τα μάτια της δεν κάνουν διαφορά όταν ο προϊστάμενος τής ανακοινώνει την απόλυσή της, μασώντας μισόλογα για μειωμένη απόδοση και αναγκαίες περικοπές. Εν καιρώ κρίσης η αποτελεσματικότητα και η ταχύτητα προηγείται όλων. Κι εκείνη ξεχνάει. Πού και πού ρε γαμώτο. Πού και πού. Την κοιτάει διερευνητικά. Την πήραν χαμπάρι. Ο εξωσκελετός έχει πολλά ραγίσματα. Δεν επιδέχονται επισκευή. Σκατά.

     Η Λίνα. Υπογράφει τα χαρτιά. Πιέζει το στυλό μπας και το σπάσει και ξεχυθεί η ψυχή της μαζί με το μελάνι και τελειώνει μια και καλή. Αρχίδια. Είναι καλής ποιότητας το στυλό του αρχιμαλάκα. Τον κοιτάει με μίσος. Τα μάτια της είναι θολά. Λες να νομίσει τη θολούρα για καύλα και να έχει κι άλλα ντράβαλα; Το κάνει μπαλάκι σαν αυτά που έφτιαχνε με το ψωμί και το κρύβει κάτω από τη γλώσσα της. Θα έχει καιρό να τον μισήσει.

     Η Λίνα. Γυρνάει στο σπίτι και παίρνει το μπουκάλι αγκαλιά. Άνεργη. Η Λίνα. Και τώρα; Το κουδούνι χτυπάει. Σκατά. Το είχαν κανονίσει από χτες. Ο πώςτονλένεδενθυμάμαι στην εξώπορτα με το καλό του χαμόγελο. Εμπνεύσεις κι αυτές. Έπρεπε να τον διώξει μετά το πρώτο γαμήσι. Μαλακία. Επικίνδυνος. Μαλακία. Βάζει τον εξωσκελετό σε λειτουργία. Δεκαπέντε κλικ χρειάστηκαν για να πει «όλα καλά» όταν την ρωτάει για τη δουλειά. Δώδεκα για να χαμογελάσει και να κάνει τον καραγκιόζη. Πίνει ακατάπαυστα. Ο πώςτονλένεδενθυμάμαι την παρατηρεί με εκείνο το βλέμμα. Μερικές φορές θέλει να του βγάλει τα μάτια και να του τα δώσει να τα φάει για πρωινό. Ένα «μη με κοιτάς» έχει γίνει. Αδειάζει το ποτήρι. Ξανά και ξανά. Ανοίγει τα πόδια και χαμογελά παθιάρικα. Ας παίξουν. Τι έχει να χάσει που δεν έχει χάσει ήδη;

     Ο πώςτονλένεδεθυμάμαι. Την κοιτάει επίμονα. Την αγκαλιάζει. Η Λίνα γίνεται ένα «μη με αγκαλιάζεις… αν θέλεις να με γαμήσεις, όλα καλά». Ψάχνει το ποτήρι. Ο πώςτονλένεδεθυμάμαι της το δίνει. Το βλέμμα του πιο υγρό από την βότκα. Άντε γαμήσου. Κι εσύ και τα υγρά σου μάτια. Κι οι αγκαλιές σου. Και τα φιλιά σου. Και οι σιωπηλές σου παραινέσεις. Αυτές. Οι χειρότερες όλων. Το ήξερες. Όλοι το ήξεραν.Άντε γαμήσου.

     Τέλος.

     Ο πώςτονλένεδεθυμάμαι. Βουτάει το κορμί του από τον ώμο και το σέρνει μακριά. Κουτρουβαλάει τις σκάλες. Ξέρει ότι δεν θα την ξαναδεί. Δεν θα τον αφήσει. Μέτρησε την απόγνωση και είχε περίσσευμα. Φεύγει γρήγορα. Θέλει να θυμώσει. Δε βρίσκει θυμό. Μόνο λύπη. Η ελπίδα πεθαίνει πρώτη, τελευταία η λύπη.

     Ο πώςτονλένεδεθυμάμαι. Κοιτάει το φωτισμένο της παράθυρο. Μετράει ώρες. Οι άντρες δεν κλαίνε, τα έχουμε πει αυτά. Οι άντρες βαράνε γροθιές στους τοίχους. Όπως τώρα. Σκατά. Θα χαλάσει το έργο του. Γαμημένο σπρέι. Αργεί να στεγνώσει. Χαμογελάει λυπημένα στη φράση που ζωγράφισε: «Αξίζεις παραπάνω από 100$ τον μήνα». Σιγά μην το δει. Κι αν το δει, τι θα καταλάβει;

     Γαμώ τον Bukowski και τον Burroughs, γαμώ. Καριόληδες Αμερικάνοι. Πώς το δουλεύετε το μάρκετινγκ…

[Αμελής σημείωση:

Το 1969, ο Τζον Μάρτιν (John Martin), εκδότης των Black Sparrow Press, δίνει 100$ το μήνα στον Μπουκόφσκι για το υπόλοιπο της ζωής του, ώστε να ασχοληθεί μόνο με τη συγγραφή. Ο Τσαρλς παραιτείται σε ηλικία 49 ετών από το ταχυδρομείο για να αφοσιωθεί στο γράψιμο]

Advertisements

Προσεχώς πτωχή [μονόλογος]

Κοιτώ πίσω από τα βενετσιάνικα στόρια το πάρκο. Το πράσινο εκτυφλωτικό. Τα κεραμίδια στη στέγη του Πανεπιστημιακού κτιρίου αστραποβολούν το πεθαμένο τους κόκκινο, τονίζοντας τη ζωή που τα περιβάλλει. Ηλιόλουστη μέρα. Μέσα βροχή. Ανοίγω άλλη μια σακούλα σκουπιδιών και ρίχνω μέσα με κλειστά μάτια τη ζωή μου. Εγχειρίδια, σημειώσεις, συρραπτικά, χρησιμοποιημένες μισοσκισμένες διαφάνειες.Τα αποξηραμένα λουλούδια που είχα φυλάξει, το μικρούτσικο καραβάκι από χαρτί που μου είχε φτιάξει ο γιος μου με τόση περηφάνια, διαφημιστικά λογισμικού, σιντί εγκαταστάσεων, το περίγραμμα του χεριού σου σ’ ένα χαρτί, αποτσίγαρα κολλημένα σε χιλιοχρησιμοποιημένα τασάκια.

Η ζωή μου στα σκουπίδια. Μετράω τα λεφτά που έχω πληρώσει για όλα τούτα τα άχρηστα πλέον αντικείμενα. Πολλά ήταν. Μετράω και τις ώρες που δεν έζησα. Κι αυτές πολλές τις βρίσκω. Ανασαίνω βρώμικο καπνό και άδειες ώρες. Ηλιόλουστη μέρα. Δεν την αντέχω. Παραείναι χαρούμενη για μένα.

Κλείνω την σακούλα και κοιτάω έξω από τα στόρια ξανά. Λέω να τα κλείσω. Λέω να κρυφτώ από τον ήλιο, τον γελαστό ουρανό και το σκοτεινό αύριο. Για λίγο έστω. Ίσα για να πάρω μια ανάσα. Δύσκολες οι ανάσες μου τον τελευταίο καιρό. Τα φάρμακα δεν κάνουν και πολλά. Αυτός ο βήχας δε λέει να φύγει. Σκουριάζω μάλλον. Δεν μπόρεσα να πάω στην πλατεία. Φοβήθηκα ότι τα πνευμόνια μου θα με πρόδιδαν. Ντρέπομαι λίγο.

Κοιτάω το είδωλό μου στο τζάμι του διαχωριστικού. Ακούω ξανά τις φωνές που ακούγονταν  κάποτε μέσα στο γραφείο. Ωραία ήταν. Όχι πια. Κλείνω τα μάτια. Μα τι κάνω; Ανάβω τσιγάρο και προσπαθώ να πάρω ανάσα. Δεν θέλει να μου κάνει παρέα. Αποτραβιέται απότομα και μένω να την παρατηρώ να ξεμακραίνει. Όλοι ξεμακραίνουν. Ίσως γιατί δεν καταλαβαίνουν πώς είναι να πετάς τα χρόνια σου μαζί με χαρτιά για ανακύκλωση. Μόνο που τα χρόνια δεν ανακυκλώνονται ούτε γυρνάνε πίσω. Μόνο ο καπνός μου γυρνάει πίσω. Μένει κοντά μου, με τυλίγει, με πνίγει. Μια ώρα νωρίτερα.

Ανοίγω την οθόνη. Διαβάζω για τα γεγονότα των δυο ημερών στην πλατεία. Ασφυξία. Πνίγομαι. Θυμάμαι τα λόγια του Βασίλη. Να πάψω να πονάω, να ασχοληθώ με τα προβλήματά μου, να σταθώ δυνατή, να χαμογελάσω και να προχωρήσω μπροστά. Να ξεχάσω τα σκουπιδένια χρόνια μου, τα χιλιόμετρα που έχει γράψει τα κοντέρ, όσα αφήνω πίσω μου. Να ξεχάσω τα τηλεφωνήματα των τραπεζών, τις απειλές, τα δικαστικά έγγραφα., το σπίτι που έφτιαξα με αγάπη και θα χάσω με θάρρος. Να σταθώ δυνατή. Ξανά. Κλείνω τα μάτια. Αυτός ο ήλιος καίει την ψυχή μου. Εύκολη η αποστολή του. Λίγη έχει απομείνει.

Ξεκολλάω με δυσκολία από την καρέκλα. Ανοίγω καινούρια σακούλα σκουπιδιών. Σκύβω και παίρνω στα χέρια μου τα αποξηραμένα πτώματα δυο κατσαρίδων που κρυβόντουσαν κάτω από τη βιβλιοθήκη. Πόσα χρόνια άραγε πέθαιναν μαζί μου; Ψέματα μου είπαν. Ακόμα και γι’ αυτό. Ούτε οι κατσαρίδες γλυτώνουν από την ολοκληρωτική καταστροφή.

[απόσπασμα από το διήγημα Προσεχώς πτωχή]

Αδικαιολογήτως απών

Αγαπημένε

Καλέ μου

Άντρα μου

Όταν οι βεβαιότητές μου κλυδωνίζονται, όταν οι σοβάδες ξεφτίζουν, όταν ακόμα και τα κάγκελα του κλουβιού που μόνη μου έχτισα δείχνουν έτοιμα να ξεκαρφωθούν μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσουν την ύπαρξή τους, σε ψάχνω. Ω μα τι παράξενο! Δεν είσαι πουθενά… Ποτέ δεν ήσουν. Ποτέ. Η εικόνα σου ίσως, το είδωλό σου ίσως, μια ονειροφαντασιά, πέντε λέξεις χαραγμένες στο εφηβικό μου σημειωματάριο, αυτό που περίμενα να έρθει, αυτό που ποτέ δεν ήρθε. Σε ψάχνω αλλά είσαι αδικαιολογήτως απών. Όπως πάντα. Αδικαιολογήτως απών.

Ήσουν απών στην κοινή ζωή μας. Απουσίασες από την ανατροφή των παιδιών σου, έχεις παιδιά ξέρεις, αυτά τα πλάσματα στα οποία έδωσες το πολύτιμο γενετικό σου υλικό. Απουσίασες ακόμα και στην τελετή λήξης καθώς οι βέρες μας έπαιρναν το δρόμο για τον υπόνομο. Απουσίασες από την καταστροφή μεταθέτοντας όλες τις ευθύνες σε μένα. Έλειψες από τις νύχτες που έκλαιγα και φοβόμουν και τρόμαζα, α πόσο τρόμαζα. Δεν ήθελα να είμαι μόνη μ’ ακούς; Δεν ήθελα να μεγαλώσω παιδιά μοναχή μου, με ρώτησε κανείς αν μπορούσα να το αντέξω; Κανείς δεν με ρώτησε. Μου ανατέθηκε η επικίνδυνη αποστολή χωρίς να ερωτηθώ. Κανένας δεν μέτρησε τις δυνάμεις μου. Κι αν έβγαιναν λειψές; Μα, τι σημασία έχει για σένα; Εσύ ήσουν απών. Όπως πάντα.

Μετά από καιρό εμφανίστηκες ξανά, ντυμένος με στολή εκστρατείας, φορτωμένος με όλα τα συμπράγκαλα που θα σε βοηθούσαν στην αναρρίχηση. Υποσχέθηκες ότι θα είσαι εκεί για μένα. Το δικό σου εκεί ήταν το δικό μου αλλού. Μου έμειναν τα γυαλιστερά σφυριά να βαράνε κάθε βράδυ το κεφάλι μου με ρυθμούς πολυβόλου στερώντας μου ακόμα και τον ύπνο.

Τυλίχτηκα το αλλού μου ξανά και αποφάσισα να γίνω άλλη. Μου φαινόταν ότι όσο ήμουν «αλλιώς» πάντα σ’ ένα αδιέξοδο «αλλού» θα έφτανα. Ε και;

Ξαναήρθες. Όπως πάντα. Ίσα για να φύγεις ξανά. Είναι τόσο εύκολο αφού δεν είσαι ποτέ εδώ. Ήρθες και προσπάθησες να με πείσεις ότι η βέβαιη κατάληξη δεν πονάει πια. Μου άπλωσες την κορδέλα και δέχτηκα να χορέψω το γαϊτανάκι αν και έβλεπα ότι την μαύρη μού έδωσες. Μέσα στις τόσες κορδέλες την μαύρη μου έδωσες… Η αναμενόμενη απουσία σου πονάει λιγότερο από κείνες τις λέξεις στο ημερολόγιό μου «If I had a wish, that’d be for us to have found a way of living our lives together», που τυλίγονται στον λαιμό μου και πάνε να με πνίξουν καθώς χορεύω μόνη, κοιτώντας το μισερό φεγγάρι, αντίγραφο αυτού που μου πέρασες βαρίδι στον λαιμό.

Αλλάζεις φίλε μου, αλλάζεις και μεταλλάσσεσαι σαν τον καπνό του τσιγάρου μου και πάντα χάνεσαι αφήνοντας πίσω σου μια πνιγερή μυρωδιά απουσίας. Αδικαιολόγητης απουσίας. Και γω μένω δω, στο δικό μου αλλού να δηλώνω παρούσα καθημερινά, ακόμα κι όταν δεν μπορώ, ακόμα κι όταν δεν αντέχω, ακόμα κι όταν δεν θέλω. Ακόμα κι όταν το μόνο που δύναμαι είναι να εξατμιστώ.

Αδικαιολογήτως απών είσαι φίλε μου. Κι εγώ δεν μπορώ να σε τιμωρήσω. Δεν είμαι στρατονόμος, δεν είμαι λοχαγός, δεν είμαι καν λοχίας. Ένας συστρατιώτης σου είμαι που φυλάω γερμανικά στο πόδι σου, καλύπτοντας τις δικές σου αδικαιολόγητες απουσίες.

          Παρούσα.

“et vous, combien de temps allez-vous dormir?” (διήγημα)

     Η Ελεονώρα έκλεισε με δύναμη την πόρτα της ντουλάπας και κοίταξε τον Κωνσταντίνο Δέντογλου επιτιμητικά. «Μα τι σε έπιασε; Γιατί να πάμε στο Σύνταγμα; Γιατί πρέπει να αναλώσουμε τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο μας σε αυτή τη γραφική μάζωξη; Δεν μπορώ να σε κατανοήσω».

     «Αχ αυτές οι εμπνεύσεις σου!» συνέχισε. «Θεωρώ ότι μπορείς να μηχανευτείς άλλον τρόπο να παρατηρήσεις ανθρώπους για τα διηγήματά σου. Πρέπει να ανακατευτούμε με αυτό το ετερόκλητο πλήθος; Είναι ανάγκη; Κι αυτή η υγρασία που τρυπάει το μεδούλι…»

     «Ξέρεις ότι είναι απαραίτητο να αφουγκράζομαι την ανθρώπινη ανάσα. Πρέπει να την μυρίσω, να τη νιώσω αλλιώς θα φτιάξω χάρτινους ήρωες, γλυκιά μου. Δεν μας συμφέρει αυτό. Σε παρακαλώ μην φέρνεις αντιρρήσεις. Ξέρεις την άποψή μου. Οι αγανακτισμένοι δεν αποτελούν πολιτικό ή κοινωνικό κίνημα αλλά το ογκωδέστερο γκρουπ ομαδικής ψυχοθεραπείας που έχει δημιουργηθεί στην Ελλάδα. Είναι επιεικώς γελοίο το θέαμά τους. Μα, πρέπει, πρέπει να το δω. Πρέπει να δω τις κινήσεις τους, το ντύσιμό τους, τις παρέες που σχηματίζουν, τα γραφικά αυτοσχέδια πανό τους. Μόνο έτσι θα μπορέσω να τους αποτυπώσω. Οι διορίες τρέχουν. Πρέπει να παραδώσω. “Οι ιστορίες της κρίσης” έχουν γίνει το νέο trend. Δεν μπορώ να μένω πίσω. Πρέπει να το καταλάβεις».

     Ο Δέντογλου οδηγούσε σκεφτικός, χαμένος στις σκέψεις του. Ήδη σχημάτιζε τον σκελετό της ιστορίας του: Το ζευγάρι μένει στο Κερατσίνι σε ένα ισόγειο τριάρι, με τα δυο παιδιά του. Ο άντρας μόλις απολύθηκε. Σαρανταπέντε χρονών, οδηγός φορτηγού σε εταιρεία διανομής τροφίμων, αξημέρωτα ξεκινούσε, μόλις τελείωνε το πρώτο οκτάωρο έτρεχε στη δεύτερη δουλειά, πόσες φορές είχε κοιμηθεί πάνω στο τιμόνι, μια φορά παραλίγο να σκοτωθεί, μα η ανάγκη βλέπεις. Οι τοίχοι του σπιτιού είναι βρώμικοι και υγροί, παράξενο αλήθεια, στα ισόγεια δεν έχει υγρασία, μα δεν είναι ισόγειο το σπίτι, είναι ημιυπόγειο από την μία πλευρά του, κάποιο λούκι θα έχει διαρροή δεν εξηγείται αλλιώς.

     «Κωνσταντίνε!» η Ελεονώρα τον έβγαλε από τις σκέψεις του. «Γιατί πρέπει να πάρουμε το μετρό; Μυρίζει…» έψαξε στην σινιέ τσάντα να βρει αρωματικό μαντιλάκι.

     Η υγρασία απλώνεται στο σπίτι σα να τη βράζει η νοικοκυρά μαζί με τα χόρτα από την λαϊκή. Πηχτή είναι η μυρωδιά της και ξινή, σα χαλασμένο τυρί…

     «Η Λιζέτ πάλι έκανε λάθος. Πήρε χτες καμαμπέρ. Αν και της είπα επανειλημμένως ότι δεν μου αρέσει. Άσε που η συσκευασία του δεν είναι η κατάλληλη, απλώνει τη μυρωδιά στα αλλαντικά. Θα τη διώξω Κωνσταντίνε, δεν την αντέχω άλλο.»

     Η γυναίκα δούλευε στα τυριά σε σούπερ μάρκετ. Η ανεργία τη βρήκε πιο νωρίς από τον άντρα της. Πτώχευσε η εταιρεία, ακόμα περιμένουν τα δεδουλευμένα, δικαστικοί αγώνες, επισχέσεις εργασίας και άγιος ο θεός. Μέρα νύχτα ανάβει το καντήλι συντροφιά στις προσευχές της, μέρα νύχτα μετράει και ξαναμετράει λεφτά, πάντα λειψά βγαίνουν. Πρέπει να εγκαταλείψουν τα παιδιά το φροντιστήριο αγγλικών, κρίμα είναι, μεγάλο κρίμα αλλά αφού δεν βγαίνουν και ο λογαριασμός της ΔΕΗ ήρθε τετρακόσια ευρώ. Απλήρωτος έμεινε, σύντομα θα τους το κόψουν. Στα σκοτάδια θα  μείνουν…

     Στην κατάφωτη Πλατεία Συντάγματος η Ελεονώρα κρεμάστηκε από τον Δέντογλου προσπαθώντας να αποφύγει την υστερία που ένιωσε να την πλημμυρίζει. Έκπληκτοι παρακολουθούσαν το πλήθος να συνωστίζεται, να φωνάζει, να σιχτιρίζει, να χτυπάει τύμπανα, να χορεύει, να γελάει, να θυμώνει, να ανταλλάσσει απόψεις, να διαφωνεί, να συμφωνεί.

     «Τι σου είπα; Ομαδική ψυχοθεραπεία χρυσή μου. Κοίτα, κοίτα πώς αναθεματίζουν τους πολιτικούς. Πόσο μα πόσο ανόητοι είναι! Μα τι περιμένουν να καταφέρουν; Τους ακούει κανείς;»

     Τα βράδια η γυναίκα κλαίει σιγανά, μέσα στην κοιλιά της κλαίει. Φοβάται μήπως την ακούσουν τα παιδιά της, δεν είναι πια μικρά, καταλαβαίνουν. Κάθε μέρα παραπονιούνται για το φαγητό, τι φταίνε κι αυτά. Έχουν ξεχάσει τη γεύση του κρέατος στο μικρό τριάρι στο Κερατσίνι, πού και πού κανένα κοτόπουλο από τα φτηνά και πολύ τους πέφτει. Έτσι που το πάμε θα πούμε το ψωμί ψωμάκι, μουρμουρίζει η γυναίκα και χαϊδεύει το σκυμμένο κεφάλι του άντρα της.

     «Μα καλά, τι φωνάζουν; “Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία, η Χούντα δεν τελείωσε το ’73”; Σε ποια εποχή ζουν τούτοι εδώ;» ψιθύρισε η Ελεονώρα. «Μπορούμε να φύγουμε σε παρακαλώ; Με πιάνει δύσπνοια».

     Τα φάρμακα της κόρης είναι το μόνο που δεν μπορούν να κόψουν. Είναι ασθματική η Στέλλα, την άνοιξη επιδεινώνεται η κατάσταση, δεν μπορεί να ανασάνει καλά καλά. Τι θα γίνει τώρα που δεν θα καλύπτονται από το ασφαλιστικό ταμείο; Παναγιά μου βοήθα μας, μουρμουρίζει όλη μέρα η νεαρή μητέρα και προσπαθεί να είναι χαμογελαστή για να δίνει κουράγιο στον άντρα της που είναι έτοιμος να καταρρεύσει. 

    «Αχ, θα καταρρεύσω! Δεν αντέχονται τούτοι δω! Κοίτα το πανό: “et vous, combien de temps allez-vous dormir?” (Κι εσύ, πόσο καιρό θα κοιμάσαι;) Κοίτα ανορθογραφίες, ασυνταξίες. Όλοι οι αγράμματοι, ανορθόγραφοι, απαίδευτοι εδώ μαζεύτηκαν. Καλά τα έλεγες. Μαζική εκτόνωση…»

       Η οργή του άντρα σιγοκαίει. Η γυναίκα τον παρακολουθεί τρομαγμένη να βράζει από οργή καθώς παρακολουθεί το σπίτι τους να διαλύεται, τα παλιά ρούχα που δεν αντικαθίστανται, τα παιδιά του που στερούνται προοπτικής. Η οργή του άντρα σιγοκαίει.

     «Εδώ βράζει το καζάνι της αγραμματοσύνης καλέ μου. Απορώ πώς αντέχεις να παρακολουθείς το πλήθος να ασχημονεί και να τσαλαπατάει τη γλώσσα. Κοίτα το άλλο πανό: Δεν φεύγο από δω πέρα, μέχρι να φίγει η χολέρα. Το φύγει με γιώτα και το φεύγω με όμικρον. Αγράμματοι, τσκ τσκ τσκ. Εκτόνωση για λαϊκή κατανάλωση. Πότε θα φύγουμε; Τελείωσες την παρατήρησή σου; Κωνσταντίνε με ακούς;»

       Όχι δεν σε ακούν. Κανείς δεν σε ακούει. Ποιος ακούει τη σιωπηλή αγωνία που ελλοχεύει μέσα στις πρόωρες ρυτίδες, ποιος ακούει τον ύπουλο ψίθυρο της κατάθλιψης που σέρνεται μέσα στο άδειο ντουλάπι της κουζίνας σου, ποιος ακούει τα κουρασμένα από την απραγία χέρια που μένουν ακίνητα πάνω στο τσακισμένο τραπέζι του σαλονιού, ποιος ακούει την καρέκλα που τρίζει υπόκωφα κάτω από το βάρος της ανησυχίας σου.

     «Μην ανησυχείς γλυκιά μου, σε άκουσα. Μπορούμε να φύγουμε. Τα μαϊμούδια θα κουραστούν σε λίγες μέρες. Δεν αντέχουν αδέσποτα. Σύντομα θα ψάξουν καινούριο κελί να χωθούν. Ο όχλος εύκολα ποδηγετείται. Πάμε έξω για φαγητό, πρέπει να σκεφτώ το τέλος της ιστορίας μου».

     Το τέλος της ιστορίας θα γραφτεί στο σικ εστιατόριο όπου θα δειπνήσουν ο κύριος και η κυρία Δέντογλου; Ή μήπως κάπου αλλού;

 


Συνεχίζεται

 


.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: