το μικρό γκρίζο κορίτσι στον φουξορόζ κόσμο (παραμύθι)

 (Αν προτιμάς τα μικρά βιβλιαράκια, πάτησε εδώ: http://issuu.com/amelielaw/docs/fouxorozaria)

     Στη χώρα του φουξορόζ, την Φουξοροζάρια, κάποια Ροζευή σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο στο Ροζουλοκομείο «Ο Άγιος Ρόζος», γεννήθηκε ένα μικρό κορίτσι. Σε αυτή τη χώρα όλα τα μωρά γεννιόντουσαν στο σκοτάδι διότι το φως ξεθώριαζε το υπέροχο φουξορόζ χρώμα που έτρεμε ακόμα και κυλούσε πάνω στο ευαίσθητο δέρμα τους.

     Όταν, μετά από δέκα μέρες, το φουξορόζ δέρμα γυάλιζε κι έλαμπε, οι γονείς έπαιρναν τα αστραφτερά χρωματιστά μωρά τους στο σπίτι όπου στήνονταν μεγάλες γιορτές που συνήθως διαρκούσαν επτά μέρες και επτά νύχτες.

     Η γέννηση ενός παιδιού στην Φουξοροζάρια ήταν μεγάλο γεγονός αφού κάθε ζευγάρι είχε δικαίωμα να αποκτήσει μόνο ένα παιδί. Βάσει νόμου! Αν κάποιο ζευγάρι δεν υπάκουε στον ένα νόμο, η τιμωρία ήταν σκληρή: εξοριζόταν στη διπλανή χώρα του μαύρου και άραχνου, την Μαυρονία.

     Στη Μαυρονία χρησιμοποιούσαν τους εξόριστους Φουξοροζίτες για λαμπατέρ. Ζωή κι αυτή! Να στέκεσαι ολημερίς και ολονυχτίς μές τα μαύρα σκοτάδια σφίγγοντας την κοιλιά σου για να βγάζεις ροζ φως… Δύσκολη αποστολή!

     Έτσι, όλα τα ζευγάρια συμμορφώνονταν στον ένα νόμο και γεννούσαν μόνο ένα παιδί που το υποδέχονταν με μεγάλη χαρά και αγαλλίαση. Κανένας δεν ρωτούσε γιατί επιβλήθηκε αυτός ο νόμος, κανένας δεν έψαξε την απαρχή του. Είχαν ξεχάσει προ πολλού πώς είναι να αναρωτιέσαι.

     Δέκα μέρες πέρασαν από τη γέννηση του μικρού κοριτσιού. Όταν οι γονείς του πήγαν στο ροζουλοκομείο να παραλάβουν το παιδί τους, αντίκρυσαν παγωμένους φουξοροζάνθρωπους να τους κοιτούν μαγκωμένοι: τις νοσοκόμες, τους γιατρούς, τις τηλεφωνήτριες στην υποδοχή. Αντάλλαξαν ματιές αγωνίας καθώς κατάλαβαν ότι κάτι κακό είχε συμβεί!

     Ένας γιατρός τους πλησίασε «Ας περάσουμε στο γραφείο. Πρέπει να μιλήσουμε». Προχώρησαν με ξυλιασμένα βήματα νιώθοντας το πάτωμα να μπαίνει μέσα στα παπούτσια τους λες και περπατούσαν πάνω σε καρφιά.

     Στο γραφείο πια, ο γιατρός τους τρυπούσε με τη ματιά του: Το παιδί που γέννησαν είχε τεράστια γενετική ανωμαλία. Το παιδί ήταν γκρίζο! Γεννήθηκε ένα γκρίζο κορίτσι στη Φουξοροζάρια! Καταστροφή και όλεθρος!

     Οι γονείς του κοριτσιού κράτησαν τις ανάσες τους όταν άκουσαν το κλακ του πόμολου και ένιωσαν την παρουσία των αξιωματικών Φουξοτάξης & Ροζοχαράς.

     Οι αξιωματικοί στάθηκαν μπροστά στο γραφείο του γιατρού ίσιοι και αυστηροί. Το φως του δέρματός τους είχε κίτρινες και πορτοκαλί ανταύγειες αποτέλεσμα χρόνιων επεμβάσεων και φαρμακευτικών αγωγών για να ενσωματωθούν στα όργανα Φουξοτάξης & Ροζοχαράς.

     «Λοιπόν κύριε Ροζίτη; Τι συνέβη εδώ;» μούγκρισε ο πιο ψηλός «παραβήκατε τον νόμο. Τον ένα νόμο».

     Ο πατέρας του γκρίζου κοριτσιού μαζεύτηκε, προσπαθώντας να δίνει μικρότερο στόχο «Δεν το ξέραμε, δεν το ξέραμε» ψέλλισε «δεν το φανταστήκαμε».

     «Ο νόμος είναι σαφής κύριε Ροζίτη. Ο νόμος είναι ένας. Ο πληθυσμός δικαιούται ένα παιδί. ΈΝΑ! Χάσατε το πρώτο σας παιδί κύριε Ροζίτη και το κρύψατε από τα όργανα. Δεν είχατε δικαίωμα να προσπαθήσετε ξανά».

     «Μα, μα δεν ξέραμε ότι υπήρχε κίνδυνος να γεννηθεί γκρίζο παιδί! Δεν μας το είπε κανείς…»

     «Ο ρόλος σας είναι να υπακούτε κύριε Ροζίτη. Να υπακούτε! Η Φουξοροζάρια και τα όργανα της Φουξοτάξης & Ροζοχαράς δεν είχαν καμιά υποχρέωση να σας ενημερώσουν! Οι νόμοι υπάρχουν για να τους υπακούτε! Οι άριστοι πολίτες πρέπει να υπακούν χωρίς να αναρωτιούνται! Αλίμονο αν σας δίναμε το περιθώριο να αναρωτιέστε!»

     Ο πατέρας του γκρίζου κοριτσιού έσκυψε το κεφάλι και κοίταξε κλεφτά τη γυναίκα του που ανάσαινε κλεφτά. Το βλέμμα της είχε χαθεί στον πίνακα που απεικόνιζε μια ροζ ανατολή πίσω από την πλάτη του γιατρού.

     Περίμενε τα επόμενα βέβαια λόγια του αξιωματικού «Πρέπει να μας ακολουθήσετε. Κύριέ μου, Κυρία μου…» έκανε ο αξιωματικός νεύμα να σηκωθούν και με μια κοφτή κίνηση του κεφαλιού χαιρέτησε το γιατρό.

     Η γυναίκα σκέφτηκε ότι ήταν ανώφελο να ρωτήσει τι θα απογίνει το παιδί, σηκώθηκε με κόπο και χωρίς να κοιτάξει πίσω της βγήκε από το γραφείο.

     Την επόμενη μέρα το ζευγάρι φώτιζε τη χώρα των Μαύρων και το γκρίζο κορίτσι αφού σβήστηκε από τα κατάστιχα του Ροζουλοκομείου, φορτώθηκε σ’ ένα παρδαλό αυτοκίνητο προς το Γκρίδρυμα. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Ο Ένας Νόμος είχε τηρηθεί για άλλη μια φορά.

     Το Γκρίδρυμα ήταν ένα μεγάλο κτίριο που περιβαλλόταν από έναν πανύψηλο τοίχο γεμάτο σύρματα και σπασμένα γυαλιά. Εκεί μαντρώνονταν τα γκρίζα παιδιά, τα γκριπαίδια όπως τα αποκαλούσαν, αυτά που είχαν γεννηθεί «κατά λάθος» από γονείς που είχαν αψηφήσει ή παρερμηνεύσει τον Ένα Νόμο.

     Τα γκριπαίδια μεγάλωναν χωρίς να ξέρουν ότι έξω από τον μεγάλο τοίχο υπήρχε μια μεγάλη χώρα και παραδίπλα μια άλλη και μια άλλη και μια άλλη.

     Ονόματα δεν είχαν. Ούτε καν νούμερα. Τους έδιναν έναν κωδικό που αντιστοιχούσε στην πτέρυγα του Γκριδρύματος στην οποία ζούσαν. GR1A, GR1B, GR3854C και πάει λέγοντας. Τα γκριπαίδια όταν άκουγαν τον κωδικό τους γυρνούσαν όλα μαζί και υπάκουαν ομαδικά στις εντολές.

     Η λέξη «όχι» ήταν απαγορευμένη. Το ίδιο και η λέξη «δεν» και η λέξη «εγώ» και η λέξη «θέλω». Τα γκριπαίδια μιλούσαν μια γλώσσα που είχε μόνο «ναι» και «εμείς». Απομονωμένα από τον έξω κόσμο, χωρίς όνομα ή ταυτότητα, αναπτύσσονταν στο τσαμπί τους ομοιόμορφα σα να ήταν σταφύλια ή ντοματάκια τσέρυ, έλεγαν πάντα «ναι» και «μάλιστα κύριε» και μόλις έκλειναν τα δώδεκα και ήταν αρκετά δυνατά για να δουλέψουν, μεταφέρονταν στο γκρικτίριο δίπλα στο Ροζυχείο.

     Στο Ροζυχείο οι μέρες ξεκινούσαν αξημέρωτα κάτω από κίτρινα ασθενικά φώτα. Τα γκριπαίδια με τη συνοδεία Φυλάκων της Φουξοτάξης & Ροζοχαράς, ντυμένα με τις πλαστικές λαχανί στολές που ανακλούσαν το φως ακόμα και στο πιο βαθύ σκοτάδι, έμπαιναν στα λαγούμια για να βγουν αργά το απόγευμα.

     Η δουλειά ήταν σκληρή και πολλές ήταν οι φορές που κάποιο γκριπαίδι έπεφτε και δεν ξανασηκωνόταν. Από το ξημέρωμα μέχρι αργά το βράδυ έσκαβαν και στοίβαζαν το Ροζάνιο, το απαραίτητο στοιχείο για την επιβίωση των κατοίκων της χώρας. Ένα απολύτως τοξικό ορυκτό για όλους τους ανθρώπους με το λαμπερό δέρμα αλλά παράλληλα αναγκαίο για τη διατήρηση του υπέροχου χρώματός τους.

     Οι Ροζάνθρωποι γνώριζαν ότι αν άγγιζαν το ορυκτό στην ακατέργαστη μορφή του σταδιακά θα μεταλλάσσονταν  σε Μαυρανθρώπους και θα έπρεπε να εξοριστούν από την Φουξοροζάρια. Έτσι, χρησιμοποιούσαν τα γκριπαίδια για την εξόρυξή του στο Ροζυχείο.

     Το ακατέργαστο υλικό μεταφέρονταν υπογείως με βαγονέτα στο ΕΕΡ όπου μετά από επεξεργασία γίνονταν μικρά φουξορόζ χάπια που γέμιζαν τα ράφια των ροζφακείων και καταναλώνονταν σε τεράστιες ποσότητες από τους κατοίκους της χώρας.

      Οι μέρες και οι νύχτες εναλλάσσονταν. Μέρα, νύχτα, μέρα, νύχτα. Ξύπνημα, πλύσιμο, ντύσιμο, στοίχιση, περπάτημα, δουλειά, ναι, αμέσως, βεβαίως, μάλιστα, φαγητό, δουλειά, ναι, ναι, ναι, κουδούνι, περπάτημα, φαγητό, ύπνος. Ναι. Ναι. Ναι.

     Μην αναρωτιέσαι αν τα γκριπαίδια ήταν χαρούμενα. Ήταν σχεδόν ευτυχισμένα. Δεν ήξεραν να είναι δυστυχισμένα. Δεν ήξεραν να είναι λυπημένα. Ήξεραν να είναι γκριπαίδια: ατυχήματα, παρεκτροπές, η νότα που κατάστρεφε τον τέλειο κόσμο των φουξορόζ ανθρώπων που δεν τον ήξεραν, άρα δεν υπήρχε.

     Το γκριπαίδι που γεννήθηκε από τον κύριο και την κυρία Ροζίτη άκουγε στο όνομα GR8457D. Στα δεκατέσσερά του είχε ένα βαθύ γκρίζο χρώμα, γκρίζα μάτια και γκρίζα καρδιά. Ξυπνούσε το πρωί, περπατούσε, έσκαβε, έτρωγε, ξαναέσκαβε, περπατούσε και κοιμόταν, χωρίς να αναρωτιέται, χωρίς να απορεί. Ήταν ένα τυπικό γκριπαίδι.

     Ένα πρωινό, μεσημέρι ή απόγευμα δεν έχει σημασία, σκάβοντας μέσα στο Ροζυχείο, βρήκε ένα μικρό κουτί, ένα τόσο δα κουτί που στραφτάλιζε με ένα παράξενο πορτοκαλοκίτρινο χρώμα που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί. Σε μια μικρή μετέωρη στιγμή η GR8457D,  έκρυψε το κουτί κάτω από την πράσινη λαχανί φόρμα και συνέχισε να σκάβει. Δεν ξέρουμε ακόμα τι ήταν αυτό που την έκανε να μην δώσει το κουτί στον ομαδάρχη και να συνεχίσει τη δουλειά της. Ίσως το χρώμα, ίσως το σχήμα του, ίσως η παράξενη λέξη που έβλεπε πάνω του. «Όχι». Τι σήμαινε «όχι» άραγε;

     Το βράδυ, κάτω από την γκρίζα κουβέρτα της προσπάθησε να ανοίξει το κουτί. Στην αριστερή γωνία του είχε ένα μικρό εξόγκωμα που όταν το πάτησε έκανε κλακ. Το κουτί περιείχε ένα μικρό βιβλίο, με μια σημείωση στην πρώτη του σελίδα. «Σε σένα, που θα αλλάξεις τον κόσμο».

     Το μικρό κορίτσι άρχισε να διαβάζει με κόπο καθώς το μόνο φως στον κοιτώνα ήταν ένα ασθενικό γκρίζο φως που έβγαινε από το ταβάνι. Μπροστά της έκαναν παρέλαση, τα όχι, τα ίσως, τα εγώ, τα πιθανόν, τα αλλά. Πόσα αλλά είχε τούτο το βιβλίο που έμοιαζε να γράφτηκε μόνο και μόνο για να αποσυνθέσει τον Φουξορόζ κόσμο!

     Το κεφάλι του μικρού γκρίζου κοριτσιού θα έσπαγε σε πολλά πολλά μικρά γκρίζα κομμάτια αν δεν άκουγε το εγερτήριο και τις φωνές των ομαδαρχών. «Εμείς ξυπνάμε τώρα, εμείς δουλεύουμε, εμείς είμαστε καλά, εμείς είμαστε παραγωγικοί, εμείς προσφέρουμε, εμείς έχουμε αποτελέσματα, εμείς, εμείς, εμείς…»

      Έκρυψε το κουτί με το μικρό βιβλίο κάτω από την πράσινη λαχανί στολή νιώθοντας τη μεταλλική επιφάνεια να της ζεσταίνει παράδοξα το δέρμα. Σηκώθηκε, πλύθηκε γρήγορα, συντάχθηκε και περπάτησε προς το Ροζυχείο όπως κάθε μέρα.

     Στο δρόμο άκουγε τα βήματά της, κλατς κλατς. Κοίταξε κάτω παραξενεμένη. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Κι όμως άκουγε το δικό της κλατς κλατς. Ο βηματισμός της διπλανής της έκανε κλατς και κλουτς. Και το γκριπαίδι πίσω της έκανε κλατς κλουτς χρουτς, σε κάθε βήμα. Σα να έσερνε το πόδι, σαν να  ήταν κουρασμένο. Ποτέ πριν δεν είχε ξανακούσει τα διαφορετικά βήματα των συγκατοίκων της. Πάντα άκουγε ντουπ ντουπ ντουπ και κοίταζε ευθεία μπροστά. Ευθεία μπροστά, όπως της είχαν μάθει.

     Χαμογέλασε μέσα από τα χείλη της και με το κορμί ίσιο, έριξε μια πλάγια ματιά προς τον ήλιο που έσκαγε πίσω από το Ροζυχείο.

     «Εγώ περπατάω διαφορετικά, εσύ περπατάς διαφορετικά, εμείς περπατάμε όλοι μαζί χωρίς να ξέρουμε γιατί. Εγώ περπατάω διαφορετικά, εσύ περπατάς διαφορετικά, γιατί περπατάμε όλοι μαζί; Εγώ περπατάω διαφορετικά, εσύ περπατάς διαφορετικά, ποιος είναι αυτός που μου λέει τι να κάνω;»

     Μια καινούρια παράξενη μέρα ξημέρωνε στη Φουξοροζάρια.

To μικρό παράξενο πλαστικασημένιο στρατιωτάκι

Ήταν μια φορά μια άμορφη μάζα που περίμενε τη σειρά της να γίνει παιχνίδι

Στρατιώτης θα γινόταν! Πλαστικός! Θα είχε λέει δύο πόδια, δύο χέρια κι ένα όπλο στον ώμο. Θα τον έπαιρνε ένα παιδάκι και θα τον ζωγράφιζε με χρώματα ή θα τον άφηνε πράσινο. Δεν τον ένοιαζε! Αρκεί να γινόταν στρατιώτης! Θα έμπαινε σ’ένα κουτί που θα έγραφε «Plastic Soldier Playset-Free your Spirit-Live the Adventure» με κόκκινα μεγάλα γράμματα και όμορφες φωτογραφίες. Θα είχε κι ένα διάφανο παράθυρο το κουτί για να βλέπει τον κόσμο!

Καθώς κοιμόταν στην πρέσα περιμένοντας να πάρει σχήμα ονειρευόταν μεγάλες μάχες, σπουδαίες νίκες, πολεμικές ιαχές που θα δονούσαν τον αέρα. Είχε ακούσει ότι τα παιχνίδια-στρατιωτάκια κάνουν καλή καριέρα κι έχουν και καλό τέλος συνήθως. Είχε ακούσει ότι όταν τα παιδάκια που τ’αγοράζουν βαρεθούν να παίζουν μαζί τους τα βάζουν όλα μαζί σ’ένα κουτί και τ’αφήνουν στην ησυχία τους. Μες το κουτί τα στρατιωτάκια συναντούν όλους τους παλιούς τους φίλους και από το πρωί ως το βράδυ συζητάνε για τις μάχες που έκαναν στην πορεία της ζωής τους ως παιχνίδια.

Λένε για τους νεκρούς, τους τραυματίες, τα εδάφη που κατάκτησαν και τη στρατηγική που ακολούθησαν οι αρχηγοί τους. Έτσι είχε ακούσει ο μικρός ασημένιος στρατιώτης

και ανυπομονούσε να πάρει το σχήμα του, να πιάσει το όπλο του, να δώσει μάχες, κατακτήσει, να νικήσει και μετά κουρασμένος να λέει τις ιστορίες του στους συντρόφους του και να χαίρεται.

Ένα λάθος έγινε… Ο εργάτης ήταν κουρασμένος και άυπνος! Πού να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά… Σκόνταψε κι ο πλαστικός στρατιώτης έπεσε από τα χέρια του μέσα στο λιωμένο ασήμι, που προορίζονταν γι’ άλλα πιο ακριβά και πιο σπουδαία παιχνίδια, για μεγάλους!

Ο εργάτης τον μάζεψε με την κουτάλα, τον άφησε παράμερα να στεγνώσει και τον έβαλε στο κουτί γρήγορα, να μην τον δουν για να μην τον κατσαδιάσουν. Ήταν τόσο κουρασμένος!

Κι έτσι, ο πλαστικός στρατιώτης που κατά λάθος έγινε ασημένιος και διαφορετικός απ’ όλα τ’άλλα πανομοιότυπα στρατιωτάκια πήρε το δρόμο για το παιχνιδάδικο καμαρώνοντας μες το κουτί του και τρέμοντας από χαρά!

Επιτέλους! Θα κατακτούσε κορυφές! Τραπέζια, πατώματα, μαξιλάρια, ψηλές βιβλιοθήκες!

Η κοπέλα στο μαγαζί με τα παιχνίδια μόλις τον είδε μέσα από το διαφανές παραθυράκι του κουτιού του, έμεινε να τον παρατηρεί. Τι παιχνίδι ήταν τούτο! Τόσο διαφορετικό! Φώναξε το διευθυντή καθώς κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Αυτός άνοιξε το κουτί, περιεργάστηκε το στρατιωτάκι, το ζούληξε από δω, το πάτησε από κει και αποφάσισε! Δεν ήταν παιχνίδι. Κάποιο λάθος έγινε στη συσκευασία. Διακοσμητικό ήταν και έπρεπε να μπει σε άλλο τμήμα. Ο μικρός ασημένιος στρατιώτης φώναζε, χτυπιόταν κι έκλαιγε για το κακό που του έκαναν αλλά κανένας δεν τον άκουγε, ήταν όλοι τόσο απασχολημένοι με τις νέες παραλαβές. Στο τμήμα με τα δώρα τα διακοσμητικά τον κοιτούσαν στραβομουτσουνιάζοντας. Τι παράξενο διακοσμητικό ήταν τούτο! Ποια κυρία θ’αγόραζε έναν μικρό ασημένιο στρατιώτη για να ομορφύνει το σπίτι της; Κάτι εμπνεύσεις που έχει το τμήμα προμηθειών! Τον έβαλαν σ’ ένα ράφι πίσω από ένα τεράστιο επάργυρο ρόδι κι έμεινε εκεί να μαραζώνει. Δεν έβλεπε τίποτα! Δεν καταλάβαινε τι του συνέβαινε. Ήξερε όμως ότι τα πράγματα δεν είχαν πάει καλά, μα καθόλου καλά. Τις μέρες δεν άκουγε παιδικές φωνές και όσο κι αν τεντωνόταν δεν μπορούσε να δει πού βρίσκεται. Στο ράφι για παρέα του είχε μια ασημένια μικρή τσαγιέρα που της είχαν κρεμάσει μια φούντα στο χερούλι που την ενοχλούσε κι όλο γκρίνιαζε, ένα πιάτο με παράξενα φρούτα που δεν μύριζαν, δεν χαλούσαν, πάντα ίδια έμεναν κι αυτό το τεράστιο ρόδι μπροστά του που του έκοβε τη θέα! Ήθελε τόσο να σηκώσει το πόδι του να του δώσει μια κλωτσιά να είναι όλη δική του! Αλλά δεν μπορούσε, ήταν πολύ βαρύ το πόδι του, δεν μπορούσε να το κουνήσει… Τίποτα δεν άλλαζε στο ράφι τους. Κανένας πελάτης δεν κοιτούσε εκεί, κανένας δεν ήθελε το ρόδι, το πιάτο με τα ψεύτικα φρούτα, την τσαγιέρα και τον μικρό ασημένιο στρατιώτη με την πλαστική καρδιά. Το στρατιωτάκι μαράζωνε μέρα τη μέρα. Λυπημένο στεκόταν πάντα όρθιο, πάντα κρατώντας το όπλο του, πάντα έτοιμο για μάχη, περιμένοντας το χεράκι που θα του δώσει την αλλαγή που έψαχνε. «Δε φταίω εγώ» σκεφτόταν «ο εργάτης ήταν πολύ κουρασμένος, ήταν πολύ κουρασμένος» και φούσκωνε την πλαστική καρδιά του μπας και σπάσει το ασήμι και καταλάβουν όλοι ότι ήταν ίδιο με όλα τα άλλα τα στρατιωτάκια, λάθος έκαναν, δεν έπρεπε να το βάλουν στα διακοσμητικά, αυτό παιχνίδι ήταν! Να παίξει ήθελε! «Δε φταίω εγώ» φώναζε σιωπηλά «Εγώ να παίξω ήθελα» κοιτούσε ευθεία μπροστά «Εγώ να παίξω ήθελα σας λέω» έσκυβε ξανά «Εγώ δεν έπρεπε να είμαι εδώ» η τσαγιέρα γκρίνιαζε για τη φούντα που της κρέμασαν «Κανένας δε με θέλει εμένα» η πλαστική του καρδιά έσπαγε κάτω από το ασήμι που το έντυσαν.

Ο καιρός περνούσε, το στρατιωτάκι μαύριζε κι άλλαζε όψη αλλά κανένας δεν του έδινε σημασία μια που δεν φαινόταν, κανένας δεν το έβλεπε, μαράζωνε μοναχό του αλλά κανένας δεν ερχόταν να το πάρει στα χέρια του, ήθελε να φωνάξει τη θλίψη του δυνατά αλλά τα χείλη του ήταν βαριά κι αυτά, δεν μπορούσε να τα κουνήσει. Έμεινε να φωνάζει σιωπηρά «δε θέλω να είμαι μοναχό! Μ’ακούει κανείς; Θέλω να παίξω κι εγώ!»

Άλλο ένα ακίνητο πρωινό ξημέρωσε. Ένα ίδιο πρωινό με όλα τ’ άλλα, δίπλα στην τσαγιέρα, το πιάτο με τα φρούτα και το τεράστιο ρόδι. Με κλειστά μάτια γευόταν τον αέρα και κατακτούσε το τέταρτο ύψωμα στη σειρά! Άλλο ένα παράσημο για τον γενναίο μαχητή, που ο στρατηγός ήταν έτοιμος να του καρφιτσώσει στο στήθος του! Ρούφηξε την κοιλιά του, τέντωσε το στήθος του, σήκωσε το πηγούνι ψηλά και όλο περηφάνια περίμενε σε στάση προσοχής «Μη χάσεις την ισορροπία σου! Προσοχή καημένε μου! Ο στρατηγός είναι εδώ! Μη γίνεις ρεζίλι» Ξαφνικά όλα ήρθαν ανάποδα! Έβλεπε το ταβάνι για πάτωμα και το πάτωμα για ταβάνι, ο κόσμος του γέμισε νέες εικόνες, πολύχρωμες, ασημένιες, χρυσές, γυάλινα βάζα, πορσελάνινες κούκλες με πολύτιμα στολίδια,  κηροπήγια με κόκκινα κεριά, άνθρωποι που κινούνταν ανάμεσα στα ράφια μιλώντας μεταξύ τους, πιάνοντας δώρα και λογής λογής αντικείμενα, ένα χέρι ζέσταινε την ασημοπλαστικένια του ύπαρξη και τον τράνταζε κουνώντας τον πάνω κάτω «Εγώ αυτό θέλω!» φώναζε ένα κορίτσι και τον έκανε ν’ανοίξει τρομαγμένος τα μάτια του «Εγώ αυτό θέλω σου λέω!» Η μητέρα του κοριτσιού προσπαθούσε να τη μεταπείσει «Τι να το κάνεις αυ

τό; Είναι στρατιωτάκι, δε βλέπεις; Είσαι κορίτσι! Τα κορίτσια δεν παίζουν με στρατιωτάκια! Γιατί είσαι τόσο ανάποδη; Τόσο παράξενη;» «Εγώ αυτό θέλω! Θα με φυλάει τις νύχτες από τα κακά μου όνειρα! Έχει και όπλο! Δε θ’ αφήνει κανέναν να μου κάνει κακό! Εγώ αυτό θέλω σου λέω! Θέλω να κοιμάμαι ήσυχη! Σε παρακαλώ μαμά μου!» Η γυναίκα αναγκάστηκε να υποχωρήσει καθώς το κοριτσάκι είχε ξεσηκώσει με τις φωνές του όλο το μαγαζί.

Κι έτσι το παράξενο στρατιωτάκι βρέθηκε να συντροφεύει ένα μικρό παράξενο κορίτσι που δεν έπαιζε με κούκλες, έβλεπε άσχημα όνειρα και τα βράδια φοβόταν να κοιμηθεί. Έμαθε να κρύβει το όπλο του για να μην την τρομάζει, να λέει νανουρίσματα αντί να βγάζει πολεμικές ιαχές και να σκαρφαλώνει στο μαξιλάρι δίπλα της αντί σε κακοτράχαλες βουνοκορφές. Κι έτσι το μικρό, παράξενο στρατιωτάκι που κανένας δεν το ήθελε, που κανένας δεν το έβλεπε, που κανένας δεν το διάλεγε, βρέθηκε να διώχνει εφιάλτες και να φυλάσσει το χαμόγελο ενός μικρού παράξενου κοριτσιού. Το μικρό παράξενο πλαστικασημένιο στρατιωτάκι, το λάθος ενός κουρασμένου εργάτη βρήκε τελικά το δικό του μικρό παράξενο κορίτσι.

 

Ένα μωβ λουλούδι συναντά το μικρό κορίτσι (Παραμυθάκι)

Ήταν ένα μικρό κορίτσι που ήταν άρρωστο απ’ όταν γεννήθηκε

Για να είναι καλά χρειαζόταν φως

Αλλά το φως έφυγε, όταν οι άνθρωποι το πετροβόλησαν γιατί τους έκαιγε λέει το δέρμα και τους έδειχνε τις ατέλειες του προσώπου τους, αλλοίωνε τις βαφές των μαλλιών τους και θάμπωνε τα χρώματα στα ρούχα τους

Το έδιωξαν με φωνές και ουρλιαχτά κι έβαλαν στη θέση του, προβολείς δυνατούς, μελετημένους, που δεν τους χάλαγαν την εικόνα

Στην αρχή το φώναξε, έτρεξε πίσω του, λαχάνιαζε κι έτρεχε.

Μετά κουράστηκε, δεν μπορούσε να τρέξει άλλο, δεν μπορούσε να το κυνηγήσει

Γύρισε στο σκοτάδι

Καθόταν στη γωνιά της, σ’ένα τετράγωνο κουτί, καλά γωνιασμένο κι έκλαιγε έκλαιγε έκλαιγε συνέχεια.

Τα μάτια της είχαν γίνει κόκκινα

Κι έτσουζαν

Και πονούσε

Και πού και πού

Έβγαζε μια φωνή

Έι!!!

Είναι κανείς εδώ;

Μόνο η φωνή της γύρναγε πίσω ξανά και ξανά και ξανά

Χτυπώντας στους τοίχους της μοναξιάς της

Πέρναγε ο καιρός και πια δεν έβλεπε καλά

Όλα κόκκινα τα έβλεπε και θολά πολύ

Και ίδια, τόσο μα τόσο ίδια

Δεν ήξερε αν είναι πρωί, μεσημέρι, βράδυ πια, μες στο σκοτάδι είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου

Ήξερε ότι μεγάλωνε γιατί πια όταν σηκωνόταν μες το κουτί της, κουτούλαγε το κεφάλι της και πονούσε

Κι έπρεπε να σκύβει

Κι έκλαιγε

Κι όσο έκλαιγε, τόσο μεγάλωνε και κουτούλαγε και ξαναέκλαιγε

Οι μεγάλοι το λένε φαύλο κύκλο

Κάτι σαν το γύρω γύρω όλοι που ποτέ δεν σταματάει; Αυτό!

Όμως…

Κάποτε δεν κατάλαβε πώς

Μύρισε μωβ

Κάπου γύρω

Και σηκώθηκε κάνοντας ωχ! γιατί ξαναχτύπησε

-Ψιτ! άκουσε μια σιγανή φωνή

-Ψιτ εδώ είμαι… ξανακούστηκε η φωνή και πήγε κατά κει προσεχτικά

-Ναι;

-Τι κάνεις εδώ μέσα; ρώτησε η μωβ μυρωδιά

-Τι κάνω εδώ; Μα, κρύβομαι βέβαια! Δεν μπορώ να βγω έξω, είμαι άρρωστη ξέρεις, βαριά άρρωστη και χρειάζομαι φως. Αλλά αυτοί εκεί έξω το έδιωξαν γιατί τους ενοχλούσε και έβαλαν τεχνητά φώτα και φωτογραφίζονται όλο χαρά και νάζι και πια δε μπορώ να βγω έξω γιατί θα πεθάνω στο σκοτάδι.

-Θέλεις να σε πάω στο φως;

-Στο φως; Υπάρχει φως; Αλήθεια; Αλλά πώς; Δεν μπορώ να βγω στο σκοτάδι, θα χαθώ! Δεν με ακούς;

-Σε ακούω προσεκτικά, μωβ είμαι, δεν είμαι κόκκινο. Εγώ ακούω, δε φωνάζω. Άκου τι θα κάνουμε. Θα γίνεις μικρούλα και θα σε τυλίξω καλά καλά να μη σε δει το σκοτάδι, θα σκαρφαλώσουμε σ’ ένα σύννεφο που είναι φίλος μου και θα μας πάει στο φως. Τι λες;

-Θα με τυλίξεις; Πώς; Θα χωρέσω; Αφού έχω μεγαλώσει πια. Πώς θα χωρέσω; Αναρωτήθηκε το κορίτσι και ξανάβαλε τα κλάματα κοκκινίζοντας τα πάντα

-Μην κλαις, σώπα. Ξέχασες πώς ξαναγίνεσαι μικρή τόση δα;

-Ξέχασα, ξέχασα μάλλον. Δεν μπορώ να γίνω μικρή ποτέ ξανά

-Σουτ σου λέω. Μπορείς να γελάσεις;

-Να γελάσω;

-Να γελάσεις!

-Πώς; Γελούσα; Γέλιο; Τι είν’αυτό;

-Γελούσες… δεν μπορεί… Να! Άνοιξε το στόμα όχι τόσο παιδί μου, πιο λίγο, έτσι και κάνε ΧΑ!

-ΧΑ;

-ΧΑ ναι! Και τώρα ξανακάντο πιο γρήγορα ΧΑΧΑΧΑ!

-ΧΑΧΑΧΑ;

-Ωραία! Τώρα μύρισέ με, γέμισε την ψυχή σου μένα, σκέψου το φως και ξανακάνε χαχαχα!

Το κορίτσι έκλεισε τα μάτια, άνοιξε τα ρουθούνια κι άφησε το μωβ να γεμίσει την κόκκινη ύπαρξή της, ένιωσε το μωβ να ξεπλένει τα δάκρυα, τα σκοτάδια, το κουτί, τις γωνίες, την ηχώ, τους τοίχους κι έτσι καθαρή σκέφτηκε το φως να τη ζεσταίνει, να την χαϊδεύει και να της γεμίζει τ’αυτιά με μουσική. Άνοιξε το στόμα και γέλασε με όλη τη δύναμη που είχε

-ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ άρχισε να μικραίνει, να μικραίνει, να μικραίνει

-Κι άλλο καλή μου, κι άλλο, γέλα κι άλλο.

-Φως, όχι πια κόκκινο, φως!!!!

Φώναζε και γέλαγε, μίκραινε και γέλαγε, γέλαγε και μίκραινε και σε λίγο ένιωσε να τυλίγεται με το μωβ, να γίνεται λουλουδένια και να αιωρείται.

-Θα πάω να δω το φως επιτέλους!

Φώναξε γελώντας και ξάπλωσε απολαμβάνοντας το μωβ ταξίδι της.

Ανέβηκαν στο σύννεφο, τον φίλο του μωβ και γλίστρησαν στους δρόμους του αγεριού.

–Μωβ μου, να σε ρωτήσω κάτι;

-Αμέ, ρώτα.

-Γιατί το έκανες αυτό για μένα;

Δεν το έκανα για σένα, για μένα το έκανα. Να, κοίτα… Εγώ γεννήθηκα τυχαία κάτω από το τεχνητό φως. Ένα σποράκι έπεσε από το σύννεφο την ώρα που μασούσε πασατέμπους και φύτρωσε ένα φυτούλι που έβγαλε ένα μωβ λουλούδι. Δεν έπρεπε αλλά έγινε. Έτσι. Ήμουν πολύ μόνο όμως, πάρα πολύ. Κι εγώ καθόμουν εκεί κάτω από το φως και καιγόμουν και πονούσα κι έκλαιγα, φώναζα, τραβούσα φούστες, μπατζάκια αλλά κανείς δεν μου έδινε σημασία. Ένα βράδυ όμως, άκουσα το δικό σου κλάμα και είδα το κόκκινο που σ’έτρωγε και τρόμαξα. Αποφάσισα να έρθω να σε βρω. Ξεκάρφωσα το κορμί μου από το φυτούλι και σ’ έψαξα. Καβάλησα τον αέρα και ήρθα Και να’μαστε!

-Γιατί το έκανες όμως;

Γιατί δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς

-Τι εννοείς;

Δεν ξέρω, δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, έπρεπε να σε βρω. Όταν άκουσα το κλάμα σου, όταν είδα το κόκκινο που σε βασάνιζε, έπρεπε να έρθω δίπλα σου, κοντά σου, μαζί σου.

-Καλά έκανες

-Το ξέρω

-Θα μείνεις μαζί μου;

Ναι θα μείνω

-Θα με κρατάς αγκαλιά;

Θα σε κρατάω

-Θα φύγεις;

Όχι

-Αλήθεια;

Ναι

-Κι αν αλλάξω;

Γιατί ν’αλλάξεις;

-Γιατί θα ψηλώσω και δεν θα χωράω

Θα γελάς και θα ξαναμπαίνεις στην αγκαλιά μου

-Θα με θέλεις;

Ναι

-Καλά

Κοιμήσου τώρα, έχουμε μακρύ ταξίδι

.

.

.


H φωτογραφία είναι από το http://www.irishviews.com/purple-sky-backgrounds.html

Το κορίτσι που του χάρισαν μια κορώνα

Ήταν ένα μικρό κορίτσι που του χάρισαν μια κορώνα
Της είπαν ότι η κορώνα έδειχνε ότι είναι διαφορετική από τα υπόλοιπα παιδιά
Τη φόρεσε στα μαλλιά και πολύ χαιρόταν κοιτώντας τον καθρέφτη της
Η χρυσή κορώνα ταίριαζε πολύ με τα μαύρα της μαλλιά
Κάθε πρωί που ξύπναγε η πρώτη της σκέψη ήταν η κορώνα της
Και κάθε βράδυ την έβαζε δίπλα στο μαξιλάρι της και της μιλούσε μέχρι να κοιμηθεί
Οι γονείς της τής έμαθαν να προσέχει τους κακούς ανθρώπους που θα ήθελαν να κλέψουν την κορώνα της
Της είπαν ότι
Κάποιοι άνθρωποι που είναι μαύροι
Κάποιοι άνθρωποι που είναι βρώμικοι
Κάποιοι άνθρωποι που είναι φτωχοί
Κάποιοι άνθρωποι που σιχαίνονται τις κορώνες
Κάποιοι άνθρωποι που δεν έχουν μαύρα μαλλιά
Κάποιοι άνθρωποι που δεν έχουν όμορφα ρούχα
Κάποιοι άνθρωποι που δεν έχουν παιχνίδια
Κάποιοι άνθρωποι που δεν έχουν σπίτι
Ζηλεύουν και θα προσπαθήσουν να την κλέψουν
Της είπαν ότι κάποιοι άλλοι άνθρωποι με στολές θα την προστατεύουν από τους κακούς ανθρώπους
Μια μέρα καθώς χάζευε στον καθρέφτη της
Άκουσε φασαρία
Και κοίταξε έξω από το παράθυρο
Τους είδε ΟΛΟΥΣ
Τον άνθρωπο με τη στολή
Το παιδάκι με το σκούρο χρώμα
Τον φτωχό άνθρωπο που δεν είχε ρούχα
Ήταν όλοι άνθρωποι
Και το αίμα τους ήταν κόκκινο
Κάτι λάθος της είχαν πει…

.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: