Πεθαίνω σα χώρα /Δημήτρης Δημητριάδης – 1978

Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Γράφω σ’ εσένα γιατί μαζί ποθήσαμε να είναι γόνιμα αυτά τα σπλάχνα, κι αυτός ο πόθος μάς ένωσε νύχτες και νύχτες… και σ’ άλλες ώρες της μέρας, όταν ξαφνικά γινόταν ένα θαύμα και ξεχνούσαμε τον τρόμο που έτρεχε στους δρόμους καθώς μες στις φλέβες μας… τα εφιαλτικά δελτία ειδήσεων που μας εμπόδιζαν ακόμα και να κοιταζόμαστε… διαβασμένα από θεότρελους εκφωνητές… τα ουρλιαχτά που σκέπαζαν ακόμα και τις σειρήνες των ασθενοφόρων… Ποτέ δε θα το πίστευα πως η ανθρώπινη φωνή μπορεί να φτάσει σε τέτοια ύψη… να είναι τόσο απύθμενη… να προκαλεί τόση αναστάτωση με την επιβολή της… Τέλος πάντων, ποτέ δε συνήθισα τους ανθρώπους αλλ’ αυτό είναι μια άλλη μου αναπηρία. Βιάζομαι τώρα να σου πω μερικά πράγματα κι αυτά τα λόγια θα είναι και τα τελευταία που θα ’χεις από μένα. Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Μου τα ’φαγε. Τη μισώ. Ναι, τη μισώ, τη μισώ. Δεν μπορεί μια γυναίκα να ζήσει με τέτοια σπλάχνα μέσα της. Όσο το σκέφτομαι, μου ’ρχεται να ξεράσω τον ίδιο τον εαυτό μου. Νιώθω σαν ξέρασμα. Μπορεί και να ’μαι. Μια γυναίκα… δεν είναι σα μια χώρα που αξιοποιεί τα ερείπιά της, τους τάφους της… που τα ξεπουλάει όλα για εθνικό συνάλλαγμα… ζώντας απ’ αυτά. Εγώ δε θέλω να ’μαι χώρα. Δεν είμαι χώρα. Δε θέλω να είμ’ αυτή η χώρα. Αυτή η χώρα είναι νεκρόφιλη, γεροντόφιλη, κοπρολάγνα, σοδομίστρια, πουτάνα, μαστροπός και φόνισσα.

Εγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θα ’θελα να ζήσω, θα ’θελα να μπορούσα να ζήσω, θα ’μουν ευτυχισμένη τώρα αν ήθελα να ζήσω… όμως αυτή η χώρα δε μ’ αφήνει να το θέλω, δε μ’ αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω τη ζωή. Έχει φάει σαν καρκίνος τα βυζιά μου, τα μυαλά μου, τα έντερά μου, έχει κατεβάσει όλες της τις πέτρες στα νεφρά μου και τα ’χει ρημάξει, έχει μαγαρίσει όλες τις πηγές απ’ όπου θα ’τρεχε το γάλα μου, έχει μαζέψει όλο της το χώμα μες στις φλέβες μου και μου ’χει σαπίσει το αίμα, έχει κάτσει όλη πάνω στην καρδιά μου και την έχει κουρελιάσει απ’ τα εμφράγματα και τις εμβολές, κάθε θεσμός της κι ένα έμφραγμα, κάθε νόμος της και μια εμβολή, τα ήθη της μου ’χουν σμπαραλιάσει τα πνευμόνια, η ιστορία της με κάνει να τρέμω συνεχώς ολόκληρη σα να έχω προσβληθεί από την πάρκινσον, ο πολιτισμός της μ’ έχει ξεπατώσει, μ’ έχει ξεθεώσει, δεν πάει άλλο, η θέση της η γεωγραφική είναι το άσθμα μου, ολόκληρο το σχήμα της άλλοτε απλώνεται πάνω στο σώμα μου σα γιγαντιαίος έρπης ζωστήρ και με τρελαίνει… κι άλλοτε παίρνει τη μορφή τσουγκράνας και μπήγεται στα μάτια μου, τεράστιας βελόνας και μου τρυπάει το κρανίο, βράχου ολόκληρου που κρέμεται από την άκρη των μαλλιών μου και με παρασέρνει σε μια θάλασσα πικρών δακρύων… κι όλο νιώθω στον τράχηλό μου το ζυγό της κι όλο δένει τη γλώσσα μου το τραύλισμά της κι όλο μου φέρνει κρύα ρίγη η χυδαιότητά της… η προσήλωσή της στα φαντάσματά της, οι υπεκφυγές της, οι αντιγραφές της, τα φρακαρισμένα της μυαλά, τα πτώματά της, τα κιβούρια της, τα εγκλήματά της…

Αυτή η χώρα είναι το χτικιό μας. Θα μας πεθάνει, θα μας ξεκάνει. Πώς θα γλιτώσουμε; Μας πίνει το αίμα, μας το πίνει. Δε μ’ αφήνει πια ούτε να κοιμηθώ, μου έχει κλέψει και τον ύπνο. Πώς θα ζήσω χωρίς ύπνο; Δε θα ζήσουμε… όλο το σπέρμα όλων των αντρών της γης δε θα μπορούσε να ζωντανέψει εκείνη την κόχη του κορμιού μου απ’ όπου ξεκινάει η ανθρώπινη ζωή… Έχεις αδειάσει όλη τη ζωή σου μέσα μου αλλά μ’ έχεις αφήσει χωρίς ζωή… Κι εσύ δεν μπορείς. Μ’ έχεις σπείρει μα ο σπόρος σου δεν πρόκειται ποτέ να πιάσει, δεν μπορεί πια ο σπόρος σας να πιάσει… δε θα ξαναβγεί ποτέ πια ζωή από μέσα μας… Το παλιογύναικο. Ένα θα ’θελα, να την είχα μπροστά μου και να την έσφαζα με τα ίδια μου τα χέρια. Αχ, θε μου, να μπορούσα να τη σκοτώσω.

Κατάφερε οι δολοφόνοι της να φτάσουν ως τις μήτρες μας και να τις σκάψουν σαν τάφους, τα γουρούνια, τα γουρούνια, είν’ όλοι τους γουρούνια, από ποιον ν’ αρχίσω και σε ποιον να τελειώσω, όλοι τους δολοφόνοι, όλοι τους, αυτοί με κάνουν να νιώθω την ανάγκη για το πιο μεγάλο έγκλημα, για μια ατέλειωτη σφαγή, ατέλειωτη σφαγή… αχ, πώς αντέχουμε δω μέσα, πώς δε μας τρελαίνει ακόμα αυτή η παλιοσκύλα, αυτή η γκαρότα, αυτό το στραγγουλατόριουμ, σωστή αγχόνη… με τους επίσημους μαχαιροβγάλτες της που βγάζουν επίσημους λόγους σ’ επίσημες τελετές μπρος σ’ επίσημους μαχαιροβγάλτες… Ο κάθε πόρος της είναι και μια τσέτα, κάθε γωνιά της κι ένα λάζο, κάθε χιλιοστό της και μια τσάκα, είναι γεμάτη ξόβεργες θανάτου και κοφτερούς σουγιάδες, άντρο φονιάδων, απατεώνων και ηλιθίων, λημέρι άναντρων γαμιάδων κι ανίκανων σωματεμπόρων, μας πατάει το κεφάλι μέσα στα σκατά της, μας δίνει λυσσασμένες κλωτσιές στ’ αρχίδια, μας λιώνεις, μωρή, μας στραγγίζεις, μας ρημάζεις, μας διχάζεις, μας πνίγεις, μας καταδικάζεις, μας πεθαίνεις, μας πεθαίνεις, σκρόφα, ξεπουλημένη, μολυσμένη, ψειριάρα, φαρμακοδότρα, φιδομάνα, λύκαινα, γύφτισσα, αιμομίχτρα, που όλο μαϊμουδίζεις και παπαγαλίζεις, κατσικοπόδαρη, δίσεχτη, κακορίζικη, δε σε μπορώ, δεν τη μπορώ, τη δολοφόνα, την παιδοκτόνα, τη ζαβή, τη χολεριασμένη, τη στραβοκάνα, τη ζαβή, το τσόκαρο, την παλιόγρια, την παλιόγρια, που κακό χρόνο να ’χει, δεν αντέχω πια τίποτα δικό της, τίποτα, τίποτα, τη μισώ, τη μισώ, αχ, αχ, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, θα πεθάνω, τέρας, και θα εξακολουθώ να σε μισώ, ναι, το μίσος βράζει μέσα μου, θέλω να γράψω τους ανάποδους ύμνους απ’ αυτούς που γράφτηκαν ως τώρα γι’ αυτήν, λέξη προς λέξη να την τουφεκίσω και να την παραχώσω σα σκυλί με τα ίδια μου τα χέρια… Δεν είμαι πια γυναίκα… Ούτε κι εσύ πια είσαι άντρας… Μας τα πήρε όλ’ αυτή… Τι θα μείνει όμως απ’ αυτήν χωρίς εμάς; Τι θα είν’ αυτή όταν δεν θα ’χει μείνει τίποτ’ από μας;  Το χώμα της έχει πάρει το σχήμα μου… Το σώμα μου έχει πια τις διαστάσεις της… Έχω μέσα μου τη μοίρα της… Πεθαίνω σα χώρα…

τρία ντάμπλιγιου εκτόνωση τελεία τζι αρ

Πρέπει να ήταν αρχές του 1997 (μπορεί και του ’96 δεν θυμάμαι καλά) όταν πάτησα  πρώτη φορά www. Λειτουργικό ms windows 95 (μετά την πρόσθεση των τριών κακών της μοίρας μου έγιναν 98), dial up συνδέσεις και σελίδες λευκές με γκρι και μαύρους κόκκους. Οι ελληνικές σελίδες λιγοστές, κυρίως προφίλ εταιρειών με ελάχιστες φωτογραφίες, τα coming soon έδιναν κι έπαιρναν. Η Ελλάδα ανακάλυπτε τον μαγικό κόσμο του διαδικτύου. Αργά. Πατούσες το dial, μπίρου μπίρου καλούσε το μόντεμ, έβαζες τον ελληνικό στην χόβολη και περίμενες. Υπομονή να είχες. Τα πρώτα web portals κάνουν την εμφάνισή τους, οι πιο καινοτόμες εταιρείες αποκτούν σελίδες και οι χρήστες επικοινωνούν γράφοντας ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες κατ’ ανάγκη. Ανοίγουν chat rooms & clubs και μαθαίνουμε τι σημαίνει blogging. To πρώτο μου blog το έφτιαξα στον pathfinder το 2002, όπου φιλοξενούνταν και το club στο οποίο ήμουν admin. Πλάκα είχε. Για να ανεβάσω κείμενο ή να κάνω αλλαγή στην σελίδα άναβα αρωματική λαμπάδα για να ξορκίσω τα διαόλια της γραμμής κι έκανα γονατιστή τον γύρο του τετραγώνου δέκα φορές.

To IKA και η εφορία έμελλε να φέρουν την μεγάλη αλλαγή. Το σύστημα υποβολής των ασφαλιστικών εισφορών καθώς και των δηλώσεων ΦΠΑ εκσυγχρονίζεται, οι εταιρείες οφείλουν να αποκτήσουν πρόσβαση στο διαδίκτυο και οι λογιστές να μάθουν να χειρίζονται ποντίκι. Κάνω σεμινάρια από το πρωί ως το βράδυ. «-Κυρία Λω δεν λειτουργεί σας λέω. –Κυρία Λογιστιάδου, το κρατάτε ανάποδα, η μπίλια να ακουμπάει στην επιφάνεια του γραφείου παρακαλώ». Τα νεύρα μου στα καλώδια μαζί με τα τελευταία εγκεφαλικά κύτταρα που διατελούν εν ηρεμία.

Μπίρου στο μπίρου έρχεται η ευρυζωνικότητα. Κάθε σπίτι ένας καημός, κάθε καημός και χρήστης. Τα βιογραφικά αναγράφουν ως δεξιότητα την χρήση του διαδικτύου αντάμα με τις γνώσεις Internet Explorer και Outlook Express και γω βάζω το μυαλό μου στην κατάψυξη για να μην πάθω κανένα ανεύρυσμα στην προσπάθειά μου να επιλέξω προσωπικό. Ξέρω και ίντερνετ, να σε πάω μια βόλτα στον θαυμαστό, νέο κόσμο που γίνεται πολύχρωμος και λαχταριστός και γεμίζει εργαλεία που ούτε στα όνειρά μου. Το social networking εξελίσσεται, myspace, facebook, youtube, twitter, google+βάλε, τα απρόσωπα nicknames αποκτούν προφίλ, φωτογραφίες και σελίδες και η συνέχεια επί των οθονών.

Ο θαυμαστός νέος κόσμος κατακλύζει τον παλιό κι αυτός ανταριάζεται. Συνειδητοποιώντας ότι το διαδίκτυο είναι δυνατόν να εξυπηρετήσει και άλλες σκοπιμότητες εκτός από αυτές των πορνοσελίδων, των εταιρειών, των οργανισμών και των διαδικτυακών καταστημάτων, οι επαγγελματίες της επικοινωνίας (επιχειρηματίες και εργαζόμενοι) σπεύδουν να καταλάβουν τη θέση που τους αναλογεί στη νέα πραγματικότητα, ενώ πολίτες/μπλόγκερς δειλά στην αρχή, σταθερά και αυθάδικα στην συνέχεια τους βγάζουν την γλώσσα και διεκδικούν μια θέση στα μέσα που μέχρι πρότινος λοιδορούσαν. Τρεχάτε δαχτυλάκια μου, οι αναγνώστες λιγοστοί και ποιος να τους πρωτοπιάσει. Στην ποδιά της μικρής αγοράς σφάζονται χιλιάδες παλικάρια, η οποία τους παρακολουθεί χαμογελώντας ξέροντας ότι εκείνη θα γελάσει τελευταία, πώς κάνετε έτσι όλοι θα πάρετε από την πίτα που έχω φουρνίσει. Ένα ψίχουλο. Τόσο βγαίνει το μερίδιο πώς να το κάνουμε.

Η διαδικτυακή Ελλάδα ως κομπλεξαρισμένη επαρχιωτοπούλα (αυτό το είμαστε τριάντα χρόνια πίσω δεν χωνεύεται εύκολα), φοράει τα καλά της και μπαίνει στον χορό, προσπαθώντας να παίξει το παιχνίδι πριν ακόμα μάθει τους κανόνες του. Πιάνει το τσιγκέλι, παίρνει το μαντήλι τις πρώτης, πηδάει πιο ψηλά, φοράει κατακόκκινο βρακί, τυρκουάζ ζαρτιέρα, λιμπιστερό στηθόδεσμο, δείχνεται και καμώνεται κι όλο και κοιτάει στα εξωτερικά να δει τι κάνουν εκεί για ν’ αντιγράψει. Και πώς αντιγράφει, αχ πώς! Χωρίς μέθοδο, χωρίς πρόγραμμα, άλλα ντ’ άλλα της Παρασκευής το γάλα που το χύσαμε Δευτέρα και πήραμε χαμπάρι ότι ξίνισε την Πέμπτη…

Αρχοντοχωριάτα ολκής, νεόκοπη αναγνώστρια που διεκδικεί βραβεία και ταχταρίσματα, γυρνάει την πλάτη στα παραδοσιακά  μέσα, έχει κλείσει την τηλεόραση χρόνια τώρα, μη βλέπεις που ξέρει όλα τα σίριαλ απέξω στο γιουτιούμπ τα βλέπει καλέ, γράφει κακές λέξεις φανερά, κανένας δεν μπορεί να την λογοκρίνει τι ευτυχία, αναμασά μαλάκες, σκατά και πουτάνες τρεις φορές την μέρα πριν το φαγητό για να ανοίξει η όρεξη, κατάδηλα ευτυχής που εκφέρει αιρετικό λόγο. Μιμείται τους βάρβαρους ξένους, κλέβει τα κόλπα τους, μαθαίνει γρήγορα (το Ελληνικό δαιμόνιο δεν κρύβεται αγάπη μου, όλους θα τους φάμε, θα δεις) και ακκίζεται. Το βράδυ γέρνει στο μαξιλάρι χαμογελώντας για όσα με παρρησία και θάρρος ξεστόμισε.

Η Ελλάδα ως γνωστόν δεν διαβάζει. Αλλά γράφει. Κι αν δεν γράφει, σχολιάζει. Και αν δεν σχολιάζει παρακολουθεί. Σελίδες, πύλες, προφίλ, κανάλια. Αν τα bits ήταν ευρά θα είχαμε βγει από την κρίση χρέους. Την γνωστή κρίση. Που μας έχει οδηγήσει στην ανέχεια και στην ύφεση. Και εναντίον της οποίας πρέπει να επαναστατήσουμε. Εικονικώς. Γράψε, μοίρασε, σχολίασε, καυγάδισε, βρίσε τον επώνυμο, τον πολιτικό, ξαναμοίρασε, ξανασχολίασε, βρίσε τον ανώνυμο εικονικό σου φίλο, ανέβασε φωτογραφία, γράψε κείμενο, μάζεψε αναγνώστες, επαναστάτησε. Ταχρίρ- Σύνταγμα με το τρόλλεϋ 10, στάση Καλλιφρονά δεν έχει, ας σταματήσουμε στις Τζιτζιφιές να φάμε και μαρίδα. Πιο έξυπνοι είναι οι Αιγύπτιοι; Και οι Ισπανοί; Μας είπαν ότι κοιμόμαστε. Ξυπνήσαμε. Το κάναμε εκδήλωση στο facebook. Και αγανακτήσαμε. Μετά μας πέρασε. Δεν πειράζει. Όλο και κάποιος θα βρεθεί να μας βρίσει ξανά. Θα ξαναξυπνήσουμε πού θα πάει.

Το διαδίκτυο στην Ελλάδα λειτουργεί ως άτυπος διαχειριστής οργής. Ως κυματοθραύστης της αδικίας και της ανομίας που επιτίθεται ανοιχτά, πρόστυχα και χυδαία. Λένε ότι αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν κάτι θα ήταν παράνομες. Λέω ότι αν το διαδίκτυο μπορούσε να αλλάξει κάτι θα είχε καταργηθεί. Ελάχιστοι ξεφεύγουν από τις εύκολες φόρμες, οι περισσότεροι μένουν στο ότι έβρισαν τον πολιτικό ή τον δημοσιογράφο και κοιμούνται ήσυχοι. Ζούμε στην εποχή του γενναίου, νέου κόσμου του Χάξλεϊ (Aldous Huxley). Η οργή απλώνεται, σχηματοποιείται, λειαίνεται και ξεχνιέται. Μέχρι την επόμενη μέρα. Ανακυκλώνουμε την πίκρα μας κυνηγώντας τις ίδιες μας τις ουρές. Μέσα στην φάκα.

Η επανάσταση απαιτεί αυταπάρνηση. Πολύ φοβάμαι ότι το στοιχείο αυτό εκλείπει από το ανομοιογενές πλήθος που έχουμε καταντήσει. Ο χρόνος που αναλώνεται στην επικοινωνία των δράσεων και αντιδράσεων έναντι της ύφεσης και της κατάρρευσης της αγοράς και της κοινωνίας είναι διπλάσιος από αυτόν της ίδιας της δράσης. Η εικόνα επιτίθεται με βιαιότητα στην ουσία και νικάει κατά κράτος. Όταν ζεις σε απολυταρχικό καθεστώς τον ξέρεις τον εχθρό, απέναντί σου είναι και η γνώση αυτή σού δίνει δύναμη να αντιπαλέψεις. Όταν όμως βιώνεις επιφάσεις δημοκρατίας και ελεύθερου και ανοιχτού διαλόγου απολαμβάνεις την εικονική, ιδιάζουσα ελευθερία σου και μένεις με το ποντίκι στο χέρι. Ξεσπάς, θυμώνεις, ουρλιάζεις, λυπάσαι εικονικά και έτσι γίνεσαι πειθήνιο όργανο με τρανταχτό άλλοθι.

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει λόγος να εφαρμόσουν ούτε sopa ούτε pipa. Βουτήξαμε στα βαθιά των ωκεανών της πληροφορίας χωρίς σωσίβιο ή έστω μίτο. Μετά από κάθε διαδικτυακή βραδιά με λίγο απ’ όλα (πέντε περιπαιχτικά σχόλια, τρία εξυπνακίστικα, δύο τουίτς αποφθεγμάτων, μια σοβαρή ανάρτηση για το γεγονός της ημέρας, δέκα βρισίδια ή μπράβο στους συντάκτες στα μεγάλα πόρταλς, τσατ με την γκόμενα που ψήνεται, τραγουδάκι για το αγόρι στο απέναντι προφίλ, μπόλικη αγανάκτηση και τριάντα αναστεναγμούς για την κατάντια της χώρας), καθετί μας έχει ξεθυμάνει και ξεπλυθεί. Η οργή, η αγανάκτηση, η πίκρα, ο θυμός ακόμα και η απόγνωση. Η υπερπληροφόρηση, τα απανωτά κλικ, οι οθόνες που εναλλάσσονται σκεπάζουν με καταχνιά τα συναισθήματά μας αφού εικονικώς το κάναμε το καθήκον μας. Φωνάξαμε, κλάψαμε, αντιδράσαμε, επαναστατήσαμε, εκτονωθήκαμε. Εικονικώς.

Ακολουθεί η ματιά του Stuart McMillen επί του βιβλίου του Neil Postman Amusing ourselves to death. Μια ενδιαφέρουσα άποψη.  Οι εικόνες στάλθηκαν από φίλο μέσω email και έτσι δεν γνωρίζω ποιος είναι ο μεταφραστής.

Το κείμενο στηρίζεται σε προσωπικά μου βιώματα.  Δεν έχω ελέγξει ημερομηνίες ή/και στατιστικές για τις απαρχές του Ελληνικού Internet.

προς γνώσιν και ταπείνωσιν

Διάβασα για το φαινόμενο του «χλιδόφτωχου» κι έχω ανατριχιάσει. Από την κορφή μέχρι τα νύχια. Κι ακόμα παραμέσα. Αλλά είπα να μη βρίσω σήμερα. Να διατηρήσω την «αξιοπρέπειά» μου. Διότι ένα έχω μάθει καλά στην ζωή μου: σκατά αν βάλεις στο κατάλληλο κουτάκι, πολύτιμο σκεύασμα θα το νομίσουν. Την επόμενη μέρα όλοι θα κυκλοφορούν βρωμώντας σκατίλα μα κανένας δε θα την μυρίζει στον διπλανό του, διότι το κυρίαρχο τρεντ πλέον θα είναι η σκατίλα. Όπως σήμερα είναι η συλλογική ενοχή, η απαξίωση, η ντροπή, το σκυμμένο κεφάλι, το μούδιασμα, ο γενικευμένος φόβος. Κι ακόμα είναι η αρχή. Έχουμε να δούμε και ν’ ακούσουμε…

Θα μας πουν για το λεμόνι του γείτονα –αυτουνού που έφτυνε στον κόρφο του όταν σ’ έβλεπε στην πόρτα; Ε αυτουνού! Που πλέον θα σου χτυπάει την πόρτα με χαμόγελο για να σου δίνει το ξινό και να πάρει το γλυκό-, την ρετσίνα που θα πίνεις αγκαλιά με την καριόλα του τετάρτου που καθαρίζει τα χαλιά τινάζοντάς τα πάνω στην μπουγάδα σου. Εννοείται ότι η εν λόγω καριόλα συνειδητοποιώντας την κάκιστη συμπεριφορά της στο πρόσφατο παρελθόν και επιθυμώντας να γίνει καλύτερος άνθρωπος ώστε να μπορεί μαζί σου με μια φωνή και μια αγκαλιά να τραγουδάει το «κάνε υπομονή κι ο ουρανός θα γίνει πιο γαλανός» ξαφνικά θα αποφασίσει να ραίνει με άνθη λεβάντας (από την γλάστρα που θα συντηρεί στο μπαλκόνι της) τα απλωμένα ρούχα σου. Η αλήθεια είναι –να την λέμε την αλήθεια- ότι η γνώση ότι τα έπλυνες στο ποτάμι της γειτονιάς -στα Κάτω Πατήσια δεν έχει ποτάμι αλλά ας μην το κάνουμε θέμα- χρησιμοποιώντας αλισίβα θα λειτουργήσει ως καταλύτης για την νεοαποκτηθείσα ταξική της –και όχι μόνο- συνείδηση.

Κάτσε σου λέω, έχει ενδιαφέρον. Σε λίγο θα μας πουν ότι σε κάθε κλείσιμο στούδιου μανικιούρ-πεντικιούρ, σε κάθε λουκέτο κομμωτηρίου χιλιάδες νοικοκυρές, μετανιωμένες που δεν ήξεραν να φτιάχνουν λαχανοντολμάδες και να προσθέτουν την σωστή ποσότητα νισεστέ στα αφράτα ζυμάρια τους και άκουσον άκουσον αγόραζαν γλυκά και ενίοτε συνέτρωγαν σε ταβέρνες με τις παρέες τους, αυτές οι νοικοκυρές της κακιάς ώρας και του κακού συναπαντήματος, αυτές που δεν άντεχαν; Αυτές! Αυτές λοιπόν, οι κακούργες που κυκλοφορούσαν με νύχια στολισμένα με στρασάκια και λουλουδάκια και είχαν και πλυντήριο πιάτων –αν είναι δυνατόν- θα πρέπει να βγαίνουν στους δρόμους ολοφυρόμενες και να κάνουν τη διαδρομή Κολιάτσου-Παγκράτι γονατιστές και γυμνόστηθες κραδαίνοντας μαστίγιο με εννιά ουρές και μολυβένιες άκρες, ζητώντας από τους περαστικούς να τις τιμωρήσουν για τον πρότερο ανέντιμο βίο τους. Ας μην αναφερθώ στις ντροπές του Σαββάτου: όταν πλήρωναν γυναίκα για να κάνει τις βαριές δουλειές κι αυτές γυρνούσαν από βιτρίνα σε βιτρίνα ισορροπώντας πάνω στις τεχνητές τους επιθυμίες. Ας μην…

Κάτσε σου λέω, έχει ενδιαφέρον. Κάθε βιτρίνα που θα γεμίζει με ενοικιάζεται ή πωλείται θα σηματοδοτεί την επιστροφή σου στην φύση. Κάθε κανόνι που ακούς θα σε κάνει να βγάζεις τις μισολιωμένες πασχαλιάτικες λαμπάδες και να τις ανάβεις κάνοντας τον σταυρό σου «δόξα τω θεώ έκλεισε ένα μαγαζί και σήμερα, θα φτάσουμε μια ώρα αρχύτερα στην φτώχεια και την αληθινή ευζωία. Θα γυρίσουμε την πλάτη στην απρόσωπη πόλη, θα γυρίσουμε στα χωριά μας και χαρωποί σκαφτιάδες θα μυρίζουμε με μάτια που θα φέγγουν από την ευτυχία τη σβουνιά και το χώμα, τρίβοντάς το στη μούρη μας. Επιτέλους θα ενωθούμε με τη φύση και το σύμπαν». Πρώτοι οι πρωταγωνιστές του «άβαταρ», δεύτεροι οι Έλληνες.

Κάτσε ρε χλιδόφτωχε σου λέω, έχει ενδιαφέρον. Ακόμα στην αρχή είσαι. Ακόμα τίποτα δεν σου έχουν πει. Σου είπαν ότι τα έφαγες μαζί τους, σου είπαν ότι το χρέος του δημόσιου τομέα επηρεάζεται από το χρέος των νοικοκυριών, σου είπαν ότι είσαι φασίστας, είσαι κομμουνιστής, είσαι μαλάκας, είσαι κυρίαρχος λαός, είσαι πλούσιος, είσαι φτωχός, είσαι προνομιούχος, είσαι τριτοκοσμικός, είσαι αναπτυγμένος, είσαι Ευρωπαίος, είσαι Βαλκάνιος, είσαι κοπρίτης, είσαι τεμπέλης, είσαι κλέφτης, είσαι λαμόγιο, είσαι περήφανα γηρατειά και τιμημένα νιάτα, είσαι κόκκινος, μπλε, πράσινος, πορτοκαλής με κίτρινους κόκκους, είσαι ένοχος, είσαι συνένοχος, είσαι απολιτίκ, είσαι απαίδευτος, είσαι αμόρφωτος, είσαι πλούσιος, είσαι φτωχός, είσαι χλιδάτος, είσαι φραγκάτος, είσαι τζιπάτος, είσαι κουπάτος. Είσαι και τι δεν είσαι.

Κάθε φορά, ανάλογα με την συγκυρία λαλάνε τα όργανα. Και συ γίνεσαι όποιος θελήσουν. Με τόση ευκολία που ανατριχιάζει το μέσα μου και το όξω μου μαζί. Σφυρίζουν οι βοσκοί και συ πας. Πέρα δώθε, πέρα δώθε. Σε κάθε κλικ και μια ταπείνωση ίσα για να ξεπληρώσεις τα κλικ του παρελθόντος σου και την γκλαμουριά που αγόραζες κρεμασμένη στα μανταλάκια. Τότε ήταν διαφορετικά. Κανένας δεν μιλούσε τότε. Ήταν καλό το μεροκάματο και το τρεντ ήταν η γκλαμουριά. Τώρα το τρεντ είναι η επιστροφή στις αξίες. Ρε ασταδιάλα.

Αλλά είπαμε. Θα διατηρήσω την αξιοπρέπειά μου. Θα κλείσω το στόμα, τη μύτη και τα μάτια. Να μη φωνάζω, να μη μυρίζω, να μη βλέπω. Ξυπνήστε με στον επόμενο τόνο. Όταν θα σου σφυρίξουν ότι ξεκίνησε η νέα βιομηχανική/τουριστική επανάσταση στην Ελλάδα. Με τις συνθήκες του χίλια επτακόσια ενενήντα τόσο. Κι εσύ θα τρέχεις να προλάβεις το τρένο της «ανάπτυξης» πληρώνοντας με λουρίδες από το κρέας σου. Όσο όσο.

υγ: Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Ακούς; 

Μακριά από μένα κι όπου θέλει ας είναι

Διάβασα το άρθρο με τίτλο χρεωκοπία που μου έστειλε το μαναβάκι από το arkoudos.com. Το διάβασα αν και υπάρχει προειδοποίηση από τον συντάκτη του. Μην το διαβάσεις γράφει. Εγώ εκεί. Αγύριστο κεφάλι. Το διάβασα. Κι ακόμα γυρίζει το αγύριστό  μου. Για να μάθω να προσέχω άλλη φορά. Διότι άλλο είναι να παίρνεις τη δόση από το χάλι τζούρα τζούρα και άλλο να σου το τρίβουν στη μούρη χωρίς έλεος.

Δεν έχω πολλά να πω. Και να είχα μάλλον δεν μπορώ. Η μπόχα μ’ έχει πάρει από τον λαιμό, έχει γεμίσει μύτη, στόμα, μάτια. Δεν τολμάω να ανοίξω το στόμα ούτε για να φωνάξω, από φόβο μήπως πνιγώ από τα απόβλητα. Δικά μου, δικά σου, δικά τους; Έχει σημασία πια; Σκύβω το κεφάλι και κοιτάω την ζωή μου υπό γωνία. Φτιάχνω ένα μακαρόνι με ζυμάρι τις αναμνήσεις μου και το βάζω στο στόμα για αναπνευστήρα. Να θυμηθώ να παίρνω ανάσα. Μην ξεχάσω. Ε;

Με τον καιρό ανακάλυψα ότι αυτός είναι ο πιο εύκολος τρόπος να αναχαιτίζω τις επιθέσεις. Κοιτάω στραβά, μέσα από το καπάκι του ματιού μου, ανασαίνω όσα θυμάμαι και περπατάω πλάγια για να έχω την ψευδαίσθηση ότι έτσι κανείς δεν θα μπορέσει να μου την φέρει από πίσω. Δεν υπάρχει πίσω ή μπροστά. Μόνο πλάγια, διστακτικά, φοβισμένα βήματα. Έτσι επιβιώνω. Ακόμα.

Οι μέρες μου μετριούνται με πλάγια βήματα και ο ζωτικός μου χώρος με το μήκος των μακριών μου νυχιών, δεν τα κόβω πια σου το είπα τις προάλλες, είναι πιο εύκολο να αμύνομαι ενώ οι άλλοι νομίζουν ότι επιτίθεμαι, σας την έφερα κουφάλες, σας την έφερα… Πατάω το οφ σε οθόνες, τηλεοράσεις, ραδιόφωνα και σκέψεις. Ένα παιδί λιποθύμισε από την πείνα, δε θέλω να ξέρω, δεν ήταν το δικό μου το παιδί, άλλη μια μέρα πέρασε και το σπίτι γέμισε από την οικεία μυρωδιά της ασφάλειας. Δεν ήταν το δικό μου παιδί σου λέω. Ακόμα.

Αρθρώνω το ακόμα για τα μάτια του κόσμου και κρύβω το ευτυχώς ντροπιασμένα κάτω από το ζεστό μου σκέπασμα. Το χτίζω στους σοβάδες του σπιτιού που ακόμα έχω. Ευτυχώς.

Κλείνω πεισματικά τα μάτια στην δυστυχία των άλλων. Και παρά το ότι όλη μου τη ζωή την καλοσύνη των ξένων γεύτηκα για να γλυκαθώ, ξεσκίζω με εκείνα τα μακριά νύχια ακόμα και τα νεογέννητα άνθη του δικού μου καλού. Έχω τόσα προβλήματα, δικά μου, ολόδικα προβλήματα, με των άλλων θα ασχοληθώ; Καιρός να κοιτάξω την πάρτη μου. Εννοείται.

Κι εσύ έτσι σκέφτεσαι. Και ο δίπλα. Και ο άλλος. Και εκείνος. Και αυτός. Και ο γείτονας, ο συνάδελφος, ο συγχωριανός, ο συντοπίτης, ο ανταγωνιστής, ο πελάτης σου, ο προμηθευτής μου, ο συγκάτοικος, ο σύζυγος, η γυναίκα σου, το παιδί σου, η κυρία με τα κακοβαμμένα μαλλιά και τις στραβοπατημένες γόβες που περιμένει στην στάση το λεωφορείο που πάλι άργησε, πάλι απεργία έχουν, η έφηβη που είναι ερωτευμένη με τον υπεργκόμενο του σχολείου και τι μου λες ρε μαμά δεν καταλαβαίνω, εγώ πρέπει να πάω στο μούλτιπλεξ το Σάββατο, ο άνεργος που αράζει την αρίδα του στην καφετέρια, ο γέρος μου ευτυχώς παίρνει μεγάλη σύνταξη, ο εφοριακός που ζητάει είκοσι χιλιάρικα για να κλείσει την οικονομική σου χρήση που τα βιβλία της είναι γεμάτα παρατυπίες αλλά ποιος νοιάζεται, ο καθηγητής που έχει χάσει όλο το κέφι του, με τι βιβλία να κάνω μάθημα μου λες, ο ταξιτζής που ωρύεται στο ταχυφαγείο με τον καπουτσίνο στο χέρι, εμείς είμαστε ταλιμπάν θα τους ρίξουμε σε δέκα μέρες, δεν ξέρουν με ποιους τα έβαλαν, ο απόφοιτος του πανεπιστημίου που χαιρετά την αγαπημένη του καθώς τρέχει προς την θύρα εικοσιπέντε για μια καλύτερη τύχη, ο μαγαζάτορας που κλειδώνει στο τέλος της μέρας και χαμογελά κουρασμένα, είναι βλέπεις ζωντανός. Ακόμα.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: