έγχυση (βράδυ – πρωί)

Μάγκα μου,  πόσο εύκολο είναι να ονειρεύεσαι ότι είσαι ακόμα και το χειρότερο των άλλων που μπορεί να είναι το καλύτερο για σένα, δε λέω. Πόσο εύκολο είναι να γίνεσαι όσα νομίζεις. Να λες όχι, ναι, σε θέλω, φύγε, μείνε όχι ξανά, σε νοιάζομαι, δεν σε σκέφτομαι. Να παραιτείσαι, να μένεις άφραγκος, να τρως χτεσινά αποφάγια και να κουνάς τον κώλο σου σε πρόθυμους εραστάδες και εύκολους, μικρόψυχους, εφήμερους α-συντρόφευτους. Μάγκα μου, πόσο εύκολο είναι να γίνεσαι πρωταγωνιστής σε θέατρο έστω μιας γαμημένης θέσης όταν δίνεις λογαριασμό μόνο στα τρία προφυλακτικά γεμάτα σπέρμα που τα έστειλες από το μπαλκόνι, γελώντας με τα μούτρα του μαλάκα του γείτονα που θα τα βρει το πρωί πάνω στο καπώ του καινούριου του τζιπ.

Εγώ είμαι αλλιώς. Εγώ δεν μπορώ να πουλάω την σκόνη για καταλαγιασμένη άποψη, ούτε τις κατσαρίδες για καινοτόμες προσεγγίσεις ενός όψιμου αστικού τοπίου. Στις οχτώ το πρωί χτυπάει το κουδούνι του σχολείου και κάθε μέρα πρέπει να υπάρχει φαγητό στην κατσαρόλα. Τα ρούχα πρέπει να είναι καθαρά, για το σιδέρωμα δεν θέλω να μιλήσω τώρα, ούτε για τα όρια, ούτε για την αγωνία. Άστο σου λέω. Δεν πρόκειται να καταλάβεις. Εσύ ονειρεύεσαι στοιβαγμένους καναπέδες, τουαλέτες και σακούλες σκουπιδιών πίσω από εξώπορτες καθώς ξεδοντιάρικα στόματα που βρωμολογάνε χαχανίζουν επειδή κοροϊδεψαν τον σπιτονοικοκύρη. Ενώ εγώ ονειρεύομαι να βρω τα λεφτά για να πληρώσω την επόμενη δόση του στεγαστικού, τον χασάπη και τον μανάβη, τον βερόπουλο, τον σκλαβενίτη και τον καρφούρ, τα σπρίντερ στορς και τα ικέα. Μη φανταστείς ότι κάνω τρελά όνειρα. Του πενηντάρικου τα όνειρα κάνω, απ’ αυτά που κάποτε τα είχαμε για τον πούτσο και τώρα δε με αφήνουν να κοιμηθώ. Ξύπνια τα ονειρεύομαι τα όνειρα του πενηντάρικου, μαζί με το κουδούνι του σχολείου, τα ασιδέρωτα ρούχα, το τηλέφωνο που δεν χτυπάει, την ζωή μου που κάηκε, τα μαλακισμένα μυαλά που μου τρυπάνε τα μάτια.

Γι’ αυτό σου λέω, άστο. Κάτσε εσύ με τα τρύπια σου όνειρα. Να φαντάζεσαι ότι είσαι στην κόλασή σου. Να κυνηγάς δαίμονες προσκαλώντας τους να σε αλυσοδέσουν. Κι αν δεν υπάρχουν να τους κατασκευάζεις. Γιατί τι θα ήταν η ζωή μας χωρίς δαίμονες; Θα παραήταν μικροαστική και δεν κάνει… Κι άσε με εμένα στη δική μου κόλαση. Να καίγομαι φορώντας τις γόβες μου, κόκκινες γόβες φοράω για να είμαι ταιριαστή, χαμογελάω για να μη γίνομαι στόχος, καπνίζω βαριά τσιγάρα από συνήθεια μη νομίζεις, μου έμεινε χούι από την παράδοξη εφηβεία μου, σλιμ θα κάπνιζα τώρα αν μπορούσα, σλιμ με άρωμα μεντόλ, για να μη γίνομαι στόχος, πίνω αμαρέτο με χυμό πορτοκάλι για να μυρίζω όμορφα και κρύβομαι πίσω από το ζελέ των μαλλιών μου. Είπαμε… να μη γίνομαι στόχος. Οι δαίμονες τρέχουν πίσω από σκουπίδια, ξινισμένο αλκοόλ και ψέματα. Είπαμε… να μη γίνομαι στόχος. Μη λέμε τα ίδια συνέχεια. Το μεσημέρι πάλι.

Advertisements

οι πενταροδεκάρες μου

Έσπασα τον κουμπαρά μου 
και με τις πενταροδεκάρες μου
(μία μία τις μέτρησα, μία μία… μύρισαν τα χέρια μου σίδερο και το στόμα μου σκουριά. Ας είναι), έτρεξα να αγοράσω
με κείνα τα λιανά
ένα πλουμιστό φόρεμα
για να σκεπάσω
το παλιό μου σώμα,
και τα πρώτα σημάδια του
ελπίζοντας ότι το θρόισμά του
θα καλύψει ανομολόγητους λυγμούς
και θα κάνει τις ανάγκες, στολίδια.

Στάθηκα μπρος στο αναπόφευκτο
ανεπιτήδευτα θαρρώντας
και μάτωσα το στόμα μου
δαγκώνοντάς το
για να γίνει ξανά κεράσι.

Ανασήκωσα τους ώμους
έκλεισα τ’ αυτιά
έβαλα τα γυαλιά ηλίου
που μου χάρισαν με το φόρεμα,
προσφορά του καταστήματος,
με κάθε αγορά και μια ασπίδα δώρο
και μπήκα μέσα στον καθρέφτη.

έστω για λίγο

Έλα κοντά μου

Έστω για λίγο

Έστω για σήμερα

Αγκάλιασέ με σφιχτά. Έτσι, ναι. Σφιχτά.

Κάνε με να ξεχάσω. Σε παρακαλώ.

Έστω για λίγο, έστω για απόψε.

Κάνε με να νομίσω ότι ο χρόνος σταματάει σε τούτην εδώ την ώρα, σε αυτή την μία στιγμή που ψάχνω στην ματιά σου τη σιωπή.

Σε παρακαλώ.

Δεν έχω άλλες λέξεις να στο γράψω, δεν έχω άλλα χρώματα να το ζωγραφίσω.

Δεν με νοιάζουν οι ρίμες, οι έντεχνες εκφράσεις, δεν είμαι ποιήτρια βλέπεις…

Ένας άνθρωπος είμαι, χαμένος σε αριθμούς και λίστες.

Πολλούς αριθμούς και πολλές λίστες.

Εξήντα τσιγάρα την ημέρα και πέντε καφέδες.

Το ξέρω,  καπνίζω πολύ και ο καφές δεν κάνει καλό, θα πίνω και πράσινο τσάι.

Ένα πράσινο τσάι λοιπόν

Εφτά ώρες ύπνο

Δώδεκα ώρες δουλειά

Ένα πιάτο φαγητό την ημέρα

Μια καρέκλα που κάθομαι

Ένα κρεβάτι που κοιμάμαι

Πολλοί εφιάλτες

Κανένα όνειρο

Ένα βιβλίο και πολλές αγέννητες λέξεις, αμέτρητες λέξεις πού να στα λέω

Κανένα όνειρο

Μία πιστωτική

Τέσσερα δάνεια

Τρία παιδιά

Σαρανταένα χρόνια και μερικοί μήνες

Κανένα όνειρο

Τέσσερις πεέ, πράξεις επιβολής προστίμων σημαίνει, μη ζητάς να στα μαθαίνω όλα εγώ, ψάξε και κάτι.

Πρόστιμα, πολλά πρόστιμα, δεν θυμάμαι πια πόσα

Ούτε θυμάμαι πόσα όνειρα έχω πληρώσει ακριβά

Γι’ αυτό σου λέω κανένα όνειρο

Το μόνο όνειρο που κάνω πια, πού και πού, είναι αυτό το λίγο.

Έστω για λίγο.

παρένθεση

Μια παρένθεση έγινα.

Κλείνω μέσα μου

ερωτηματικά, απορρίψεις

ματαιώσεις, επιθυμίες που δεν πραγματώθηκαν

τα δάκρυα που κατάπια.

Αλμυρά ήταν. Μου ‘καψαν τον ουρανίσκο

Όλα σε μια παρένθεση.

Εκεί τα έκλεισα. Όλα!

Και μπήκα κι εγώ

να παρατηρώ τον κόσμο

να γελάει, να κλαίει

να φωνάζει, να συνυπάρχει.

Κι εγώ εκεί, μες την παρένθεση

να χαμογελάω πικρά

υπομονετικά περιμένοντας

εκείνο το τρένο

που ποτέ δε θα’ρθει

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: