Πεθύμησα θάλασσα…

Ρε γαμώτη μου πεθύμησα θάλασσα!

Θα μου πεις, πας καλά χρυσή μου γυναίκα… Μες τον Οχτώβρη θάλασσα πεθύμησες; Μες την υγρασία και τη σκουντούφλα και την καταχνιά και το σιχαμένο το γκρίζο το γλιτσιασμένο ψιλόβροχο εσύ μιλάς για θάλασσες και παραλίες και διακοπές και ντόλτσε βίτα; Πας καλά; Καταμεσής της κρίσης εσύ αλλού γι’ αλλού είσαι πάλι;

Και γω θα σου απαντήσω με το γνωστό μου τρόπο: Δεν πάω καλά, αυτό το ξέρεις καιρό τώρα. Άλλωστε, εγώ δε σου μίλησα για διακοπές, παραλίες, ντόλτσε βίτε και συναφή.

Για θάλασσα σου μίλησα. Τη θάλασσα πεθύμησα.

Των παιδικών μου χρόνων τη θάλασσα, που ήταν μπλε και πράσινη και μύριζε ιώδιο και θαλασσίλα (τη θυμάσαι τη θαλασσίλα αλήθεια;), όχι αντηλιακά και αρώματα και είχε και κάτι μαύρα όπως τα έλεγα και με φόβιζαν και δεν έμπαινα μέσα μέχρι τα οχτώ μου αν δεν είχε άμμο κάτω γιατί λέει εκεί στα μαύρα (φύκια ήταν αλλά εγώ τα έτρεμα), κρυβόντουσαν θαλάσσια τέρατα που θα μ’ έπιαναν από το πόδι και θα με κρατούσαν για πάντα κοντά τους.

Των εφηβικών μου χρόνων τη θάλασσα πεθύμησα, που με καλούσε κοντά της μαυλιστικά κι εγώ αντιστεκόμουν στα καλέσματά της. Την έφηβη χειμωνιάτικη θάλασσά μου που καθόμουν ώρες δίπλα της και δεν την ακουμπούσα, ούτε δαχτυλάκι δεν έβαζα μέσα γιατί φοβόμουν ότι αν την αγγίξω δε θα μπορούσα να της αντισταθώ άλλο. Και πάει πια! Θα χανόμουν!

Και μαζί με τη θάλασσα πεθύμησα και βροχή.

Τη βροχή του νησιού μου πεθύμησα που έδερνε τη θάλασσά μου αλύπητα, την οργισμένη βροχή μου, όχι αυτό το σιχαμένο κάτουρο που θολώνει τη ματιά μου και γεμίζει βρώμα το δέρμα μου. Τη βροχή που πάσχιζε καθημερινά να πλημμυρίσει το πέλαγό μου, να το αναγκάσει να φουσκώσει, να θυμώσει, να βγει έξω! μέχρι τα σπίτια να βγει, μέχρι τους ανθρώπους να φτάσει και να τους σκεπάσει όλους και όλα τέτοια που είναι.

Και πεθύμησα και αγέρηδες βόρειους, κρύους που με φύσαγαν ολημερίς και ολονυχτίς κι εγώ σιχτίριζα γιατί μου χάλαγαν το μαλλί λέει και τη διάθεση λέει πάλι. Έναν μουρλοαέρα θέλω τώρα, να’ρθει να τα σηκώσει όλα, να τα ταξιδέψει μακρυά ίσαμε τη θάλασσα και να τα πετάξει μέσα να χαθούν στα αδηφάγα βάθη της.

Τι έγινε στην πορεία ρε γαμώτη μου; Πώς η θάλασσά μου έγινε λασπολακούβα, η βροχή μου η αγέρωχη ψιλόβροχο, οι θυμωμένοι βοριάδες μου κάτι υποταγμένοι γλιτσεροί νοτιάδες;

Και μετά σου λέει παντοδύναμη φύση… τσκ!

Η εικόνα είναι από το http://www.pickeringstudio.com/images/surfwatch.jpg

.

Η φασολιά και ο κυρ-χρόνος

«Μάνα έλα να δεις τι έκανα!» ακούστηκε η φωνή του γιου μου μες στην καυτή αχλή του μεσημεριού. Ανασαίνοντας βαριά κόβοντας τη ζέστη με το μαχαίρι που κράταγα για το ντόπιο καρπούζι, πήγα στον κήπο του πατρικού σπιτιού της μάνας μου.

Ο χρόνος στάθηκε μετέωρος. Έτσι νόμισα, καθώς κοιτούσα τα φύλλα του φυτού που μου έδειχνε, να γεμίζουν χυμούς και δύναμη και να στρέφονται στον ήλιο.

Η φασολιά που φύτεψε ο γιος μου, προσπαθούσε να μεγαλώσει γρήγορα να  φτάσει στον ουρανό να βρει το κυρ-χρόνο εκεί που κάθεται & κοιτάει τα ανθρώπινα τεκταινόμενα χασκογελώντας & αυθάδικα σαν έφηβος νεαρός να του ρίξει μια μπουνιά να τον πάρει κάτω!

«Είδες πόσο μεγάλωσε;» έκανε ο γιος μου περήφανα «Κοίτα κι από δω. Φτιάξαμε σπιτάκι με την Αλεξάνδρα για να μην μας πιάνει ο ήλιος»

Όλο ήταν τόσο ίδια που παρά τη ζέστη, ανατρίχιασα: το θρόισμα των καλαμιών, το σπίτι που μας κοιτούσε σιωπηλό, τρεμοπαίζοντας μέσα στη ζέστη,  το χώμα αφρατισμένο και φουρφουριστό… Το χώμα που πατούσα κι εγώ πιτσιρίκα και σκάλιζα και πότιζα και έπλαθα, φτιάχνοντας λασπάνθρωπους για να κατοικήσουν το λασποχωριό μου. Το χώμα που κουβαλούσα στην σκάλα της κουζίνας στο πίσω μέρος του σπιτιού κι έφτιαχνα τα λασποφαγητά μου, εκνευρίζοντας τη γιαγιά μου που με κυνηγούσε με το μπαστούνι στους κήπους.

«Για δε μαρή! ‘α μου φας όλο το χώωωωμα αφό το κηπάρι κι απέ ίντα ‘α κάμω μετά;» φώναζε και κουνούσε τη μαγκούρα απειλητικά.

«Τι λες γιαγιά; Τρώγεται το χώμα;» φώναζα εγώ «Θα σου φέρω άλλο με το κουβαδάκι μου από το ποτάμι, μη στεναχωριέσαι» κι έτρεχα μακριά της για να μην με ξυλοφορτώσει.

«Εσύ μαρή κόοοορη μου, είσαι ικανή και πέτρες ‘α φας, όι το καμένο το χωματάκι. Φύε τώρα αφό το κηπάρι, για ενοχλείς τις κότες κι αύριο ‘ε ‘α φας φρέσκο αυγό» εξαπέλυε την τελευταία απειλή που ήξερε ότι σίγουρα θα έπιανε.

Το ταχταριστό αυγό με ζάχαρη από τα τρεμουλιαστά χέρια της γιαγιάς ήταν τέτοια λιχουδιά που δεν μπορούσα ν’ αντισταθώ. Μαζευόμουν γρήγορα γρήγορα στο στενό του σπιτιού και της έκανα και τη χάρη όπως όπως να καθαρίσω τα χώματα από τη σκάλα. Μέχρι που έβγαζα και κούκλες για να παίξω όσο εκείνη έκανε δουλειές στην κουζίνα, παριστάνοντας την καλή & συνετή κόρη. Αλλά το μυαλό αλλού, πού να ηρεμήσω μέσα στα φουστάνια! Μόλις την έβλεπα να ξεμακραίνει παρατούσα το βαρετό παιχνίδι με τα χτένια και τα κουκλόπανα κι έφευγα τρέχοντας.

«Γιαγιάαααα, πάω να μαζέψω τζιτζίκιααααααα» φώναζα κι έτρεχα πάνω τον ποταμό, πριν προλάβει να εγείρει τις αντιρρήσεις της.

Από μακρυά την άκουγα να φωνάζει στη μάνα μου «Αμαλίααααααααα, για δες η Αλεξάνδρα είναι έξω με το ποδήλατο; Θέλω να πάει να πάρει ψωμί…»

Αμαλία; Αλεξάνδρα; Τίναξα το κεφάλι παραξενεμένη ακούγοντας τη φωνή της μάνας μου σα μέσα σε καλοκαιρινό ζεστό όνειρο.

«Εδώ είναι μάνα, μαζί μου!» έβαλα φωνή «Δίνουμε μια παραγγελιά στη φασολιά εδώ στον κήπο για τον κυρ-χρόνο, για όταν τον συναντήσει να ξέρει τι να του πει να μην τα μπερδέψει και μετά θα πάει να φέρει το ψωμί!»

.

Το μπλε αυτοκόλλητο

Καθόμουν σε μια ψηλή ψάθινη καρέκλα καφενείου και κούναγα τα πόδια μου πέρα δώθε.. Μπορεί και να’λεγα «Ουφ! Παραείναι ψηλή αυτή η καρέκλα. Μήπως να πάω να παίξω κρυφτό;» αλλά συνέχιζα να κάθομαι και να παρατηρώ γύρω μου τους ανθρώπους που έτρωγαν και γελούσαν. Τα τραπέζια ήταν απλωμένα σε μια πολύ μεγάλη ταράτσα ενός χαμηλού κτίσματος που χρησίμευε ως ιδιότυπος «στο βάθος κήπος» για την ταβέρνα/καφενείο/χασάπικο του χωριού. Ο ασπρισμένος τοίχος της εκκλησίας που ορθωνόταν μου φαινόταν τεράστιος και περιεργαζόμουν τα φυτά που έσπαγαν τις πέτρες και ξεμυτούσαν από κάθε τρυπίτσα του. Πλάκα είχαν έτσι όπως πεταγόντουσαν και στόλιζαν άναρχα τον τοίχο σύμφωνα με την άποψή μου, εκνευριστικά και βρωμιάρικα κατά τη γειτόνισσα που συζητούσε στο τραπέζι με τη μάνα μου ότι ο κυρ-Θανάσης δεν έκανε τη δουλειά του καλά και άφηνε την εκκλησία να ρημάξει.

Δε θυμάμαι με ποια αφορμή ήταν όλο το χωριό μαζεμένο στο ταβερνείο/καφενείο/χασάπικο. Κάτι καλό πρέπει να ήταν, γιατί καιρό είχα να τους δω όλους τόσο χαρούμενους και γελαστούς. Η μάνα μου δε, καμάρωνε σα γύφτικο σκεπάρνι και είχε ένα χαμόγελο αυταρέσκειας που ακόμα και σήμερα με κάνει να σκέφτομαι «Κοίτα ρε, με τι ψίχουλα ένας άνθρωπος μπορεί να είναι ευτυχισμένος».

Η ταράτσα ήταν πάνω στη θάλασσα και ανάμεσα από τ’ αρμιρίκια μπορούσα να δω τα φώτα της Τουρκίας (η Τουρκία ξέρεις είναι πολύ κοντά στη Χίο, αφού φαντάσου όταν είναι καθαρή η ατμόσφαιρα βλέπεις φωτάκια να κουνιούνται, περιγράμματα σπιτιών, τέτοια). Μου αρέσουν πολύ τα φωτάκια. Όπου κι αν φέγγουν, ό,τι χρώμα κι αν έχουν… Χαμένη στα ονειράκια μου πετάχτηκα αλαφιασμένη από τις κραυγές «Σηκωθείτε, γρήγορα, στα σπίτια σας, επιστράτευση! Οι Τούρκοι πήραν την Κύπρο. Γρήγορα! Γρήγορα χωριανοί!»

Δε θυμάμαι πώς φτάσαμε στο σπίτι, δε θυμάμαι τι γινότανε στους δρόμους του μικρού ψαροχωριού (ακόμα και σήμερα αναρωτιέμαι τι από όλα αυτά που γράφω είναι δικές μου αναμνήσεις ή λόγια της μάνας μου και των γειτόνων), θυμάμαι όμως την απορία μου όταν η μάνα μου ξέθαψε μέτρα ολόκληρα μπλε αυτοκόλλητου κι άρχισε να ντύνει τα τζάμια. Πού το βρήκε όλο αυτό το αυτοκόλλητο; Πού το είχε κρυμένο κι εγώ δεν το είχα ανακαλύψει; Την κοιτούσα με απορία και δεν καταλάβαινα τι έκανε.

–          Μαμά, πώς θα βλέπουμε έξω; Γιατί βάζεις το μπλε αυτοκόλλητο; Γιατί φωνάζουν και τρέχουν όλοι;  Γιατί έφυγε ο μπαμπάς τόσο ξαφνικά;

–          Δε θα βλέπουμε, έχουμε συσκότιση, έγινε επιστράτευση, γίνεται πόλεμος, σους κάτσε στη γωνιά σου εσύ.

«Τι είναι συσκότιση; Τι είναι επιστράτευση, τι είναι πόλεμος;» αναρωτιόμουν από τη γωνιά μου και είχα γίνει ένα τεράστιο φοβισμένο ερωτηματικό. «Γιατί δε θα βλέπουμε τον ήλιο πια;» Στην πόρτα κάποιοι φώναζαν και όταν άνοιξε η μάνα μου με προσοχή, ο πατέρας μου έλεγε σε κάποιους άντρες «Α βάλω τα ρούχα της δουλειάς κι έρχομαι. Ίντα σου’πε; Πού α πάμε; Στις Καρυές ή στην Καλαμωτή;» Η μάνα μου του είπε να προσέχει και τον χαιρέτησε αγχωμένη , ανάστατη «Επιστράτευση» μουρμούραγε και κόλλαγε τα αυτοκόλλητα στα μεγάλα παράθυρα. «Μαμά πού πάει ο μπαμπάς;» έκανα από τη γωνιά μου «Σους είπα, ο κύρης σου θα λείψει κάποιες μέρες, τον πήρε ο στρατός» ξεφύσηξε και συνέχισε φωνάζοντας «Μάνα, έλα πάρε την Αμαλία από δω, ε θα προκάμω α τελειώσω τη δουλειά μου με τούτη δω μες τα πόδια μου όλη την ώρα και βγάλε τις λάμπες του πετρελαίου».

Η γιαγιά μου η Αμαλία η συνονόματη, ήρθε και με μάζεψε, με πήγε σε άλλο δωμάτιο και μ’ έβαλε στην ποδιά της όπως έκανε πάντα. Λούφαξα μέσα στη γούβα της μαύρης ρόμπας της και αφέθηκα στο τραγουδιστό της μουρμούρισμα που πάντα με καθησύχαζε.  Ζαλισμένη από το κούνημα και τη μυρωδιά του πετρελαίου μάλλον κοιμήθηκα γιατί δε θυμάμαι άλλο από κείνο το παράξενο, μπερδεμένο βράδυ.

Την άλλη μέρα, άνοιξα τα μάτια μου σ’ ένα βουβό, σκοτεινό σπίτι. Το μόνο που έσπαγε τη σιωπή ήταν τ’αεροπλάνα που ακούγονταν να περνάνε συνέχεια και τα ξεφυσήματα της μάνας μου κάθε φορά που τ’άκουγε ν’απομακρύνονται. Πόλεμος! Ο πόλεμος είχε έρθει στο μικρό χωριό των διακοπών, του πετροπόλεμου, των γαλαζοπράσινων βουτιών μου και των ανέμελων τζιτζικιών. Μέχρι τότε ο μόνος πόλεμος που γνώριζα ήταν με τις βεντούζες των χταποδιών που κυνηγούσα με μανία, με τα αγκάθια των αχινών και τις πεταλίδες που ξεκόλλαγα για το γινάτι μου και μετά τις πετούσα στη θάλασσα. Οι μάχες που έδινα ήταν με τα «μαύρα», τα φύκια που είχε η θάλασσα και τα φοβόμουν τόσο που έμπαινα μέσα μόνο από το δρομάκι που είχαν φτιάξει και καθαρίσει οι μεγάλοι, για όλη τη μαρίδα που είχε το ίδιο πρόβλημα με μένα.

Πόλεμος! Οι Τούρκοι έρχονται και δω! Μπήκαν στην Κύπρο και ο επόμενος στόχος είναι το νησί μας, έλεγαν όλοι και βαριανάσαιναν κοιτώντας επίμονα, με μίσος και φόβο τη γη απέναντι. Δε με άφηναν ούτε να ξεμυτίσω κι εγώ είχα σκυλοβαρεθεί να παίζω στην εσωτερική σκάλα τις κυρίες που πίνουν τσάι. «Αμάν πια! Πότε θα τελειώσει αυτός ο πόλεμος;» αναρωτιόμουν αλλά δε μιλούσα γιατί κάθε φορά που πήγαινα να ρωτήσω κάτι, η μάνα μου και η γιαγιά μου εναλλάξ με κάρφωναν με ανταριασμένα βλέματα. Πού να τολμήσω να μιλήσω;

Όμως αυτός ο κακός, σιχαμένος, ενοχλητικός μπλε πόλεμος δεν ήρθε τελικά, ίσως να κουράστηκε από όσα έκανε στο άλλο νησί, ίσως να βαρέθηκε, δεν ξέρωΟι μέρες της επιφυλακής πέρασαν, ο πατέρας μου γύρισε σπίτι και το μπλε αυτοκόλλητο ξεκόλλησε από τα τζάμια προσθέτοντας πολλές ώρες δουλειάς στη μάνα μου και τη γιαγιά μου. Όμως άφησε σε όλους μας τα σημάδια του για πάντα. Μεγαλώνοντας και μέχρι να φύγω από το νησί αυτός ο φόβος με συνόδευε, κάθε φορά που άκουγα αεροπλάνο ένα κρότος έσκαγε μέσα μου, κάθε φορά που διάβαζα για τις τουρκικές προκλήσεις και τα πλοία που κόβουν βόλτες στο Αιγαίο μου ανενόχλητα, ένα σφίξιμο ένιωθα να με παραλύει.

Πολλά χρόνια μετά, ακόμα αποφεύγω μετά μανίας να ντύσω τα βιβλία των παιδιών μου με μπλε αυτοκόλλητο, προτιμώντας να τους βάλω ακόμα και τα χελωνονιντζάκια που απεχθάνομαι,  παρά αυτό το μπλε που τον Ιούλιο του ‘74 μου έκοψε τον ήλιο και μ’ έκανε να κοιτάω με επιφύλαξη και φόβο τα ονειρεμένα φωτάκια της γης απέναντι.

.

Το χορόδραμα της φακής

«Πού να είναι άραγε;» αναρωτήθηκε για όγδοη φορά στο ίδιο απόγευμα. Από νωρίς έψαχνε ένα πιστοποιητικό που της είχαν ζητήσει από μια δημόσια υπηρεσία και δεν το είχε βρεί ακόμα και κόντευε εννιά. Άνοιγε φακέλλους, έκλεινε ντοσιέ, άνοιγε κουτιά, τα άδειαζε από το περιεχόμενό τους.

«Τι συνήθεια κι αυτή!» σκέφτηκε «Σκέτη κατάρα! Να μαζεύω πραγματάκια, για κάθε μια στιγμή της ζωής μου και να τα φυλάω σε κουτάκια, κουτιά, κούτες. Λες και έχω χρόνο να ανοίξω τα κουτάκια, τα κουτιά και τις κούτες και να χαζέψω» Άρχισε να σκαλίζει το σωρό από άσχετα μεταξύ τους αντικείμενα που είχε μαζευτεί μπροστά της, στο τραπέζι της κουζίνας: χαρτιά, διαφημιστικά, φωτογραφίες με σημειώσεις σε λευκό περιθώριο, εισιτήρια από μουσεία, αεροπλάνα, πλοία, μινιατούρες που προμηθευόταν με μανία σε κάθε τόπο που επισκεπτόταν, χαρτοπετσέτες, αποδείξεις ταμειακών μηχανών από τα καφέ που είχε καθήσει.

Ένας κίτρινος σκισμένος φάκελλος προσέλκυσε το ενδιαφέρον της και παραμέρισε ένα εισιτήριο αεροπλάνου για τη Ρώμη, για να τον πιάσει. Ήταν σα φαγωμένος από ποντίκια, ταλαιπωρημένος. «Τι να’ναι τούτο;» έκανε και τον άνοιξε γρήγορα. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες, τυπωμένες σε σκληρό χαρτί έπεσαν στο πάτωμα. Έσκυψε να τις μαζέψει και έμεινε να κοιτάει αποσβολωμένη το πρόσωπο που έβλεπε σ’αυτές.

Σηκώθηκε αργά νιώθοντας ζαλάδα να κατακλύζει την ύπαρξή της και ένα κενό στα πνευμόνια της. «Αέρα γαμώτη μου! Θα σκάσουμε αυτό το καλοκαίρι πάλι» προσπάθησε να κοροϊδέψει το σκοτάδι που ένιωθε στυφό στο στόμα της. «Ποια είναι τούτη η ξένη; Ποια είναι αυτή που με κοιτάει από το χαρτί;» Πήρε τις φωτογραφίες και άρχισε να τις παρατηρεί διστακτικά και επιφυλακτικά. «Τι θα δουν τα ματάκια μου». Ασπρόμαυρες τραβηγμένες πριν είκοσι και βάλε χρόνια από τη φωτογράφο φίλη της, τη Λήδα. Πολύ ταλαντούχο πλάσμα η φιλενάδα. Τι να απόγινε άραγε; Το πέρασμα των χρόνων την παρέσυρε και αυτή στη λήθη μαζί με τόσους άλλους γνωστούς και φίλους!

Νευρικά άπλωσε το χέρι της για να πιάσει τον καφέ. Μια λάθος κίνηση και η κούπα αναποδογύρισε λερώνοντας τις φωτογραφίες. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία έγινε σέπια, και ένας ποταμός λάσπης θαρρείς την κάλυψε. Ένα ορμητικό ποτάμι στιγμών, αναγκαστικών επιλογών, πήραμε τη ζωή μας λάθος και δεν την αλλάξαμε γιατί δεν είχαμε εναλλακτικές, ένα ποτάμι θολό γεμάτο ξεχασμένα όνειρα, γεμάτο στάλες πίκρας, χαμόγελα δεδομένα, ευχαριστώ αναγκαστικά, παρακαλώ δοτικά, συγνώμη που ανασαίνουμε.

«Πόσο διαφορετικός είναι ο στίβος όταν τον βλέπεις με μάτια είκοσι χρονών, πόσα θα τον αλλάξω τον κόσμο έλεγα, πόση διαφορά πίστευα ότι θα φέρω, πόση λαμπερή προσωπικότητα θα γινόμουν, τι καινοτόμες θέσεις θα δημιουργούσα», το τσιγάρο γινόταν όλο και πιο πικρό στο στόμα της, «και τελικά τι έγινα; Άλλο ένα μουλάρι στο μαγκανοπήγαδο να σπρώχνω και να τραβάω κατά τον ήχο του μαστιγίου περπατώντας σκυφτά, προσπαθώντας να μη μου πέσει η κορώνα της χρυσής μετριότητας από το κεφάλι»

Θόλωσε το ποτάμι από τα δάκρυα που έτρεχαν αβίαστα. Κρύα δάκρυα παράδοσης στην ανάγκη, την ευθύνη. Κρύα δάκρυα κρυμμένης οργής για την εύκολη παραδοχή, για τα βολικά όνειρα που κυνήγησε. Τα ζεστά δάκρυα είναι προνόμιο των ονειροπόλων.

Η φιγούρα στη φωτογραφία εξακολουθούσε να κοιτάζει λοξά το χρόνο και του έβγαζε τη γλώσσα. Η γυναίκα σήκωσε το βλέμμα & κοίταξε το καπάκι της κατσαρόλας που χόρευε από τους ατμούς. «Το χορόδραμα της φακής, τόσο ταιριαστό με τους αγωνιστές της φακής!» γέλασε πικρά και σηκώθηκε να ανακατέψει το φαγητό.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: