μπροστά (Ελένη) – απόσπασμα

Είναι που μερικές φορές το πίσω τρέχει τόσο γρήγορα μπροστά… 

Μπροστά  (Ελένη) 

Απόσπασμα από το βιβλίο μου «δε θέλει τίτλους η κραυγή» – aspimera publications 

Μπροστά. Έτσι της είπαν. Να κοιτάει μπροστά και να μη σκέφτεται το παρελθόν. Όλα είχαν περάσει πια, όλα ήταν πίσω της, αυτή μπροστά έπρεπε να κοιτάει. Για να διορθώσουν την όρασή της που μερικές φορές λοξοδρομούσε, της έδωσαν χάπια, πολλά χαπάκια-παρωπίδες που τα χρησιμοποιούσαν για τους ανθρώπους-άλογα, για να είναι πιο ήρεμοι και νηφάλιοι.

Μερικά βράδια η Ελένη ονειρευόταν τον εαυτό της άλογο που τίναζε πόδια και ουρά και κεφάλι και ήθελε να φύγει από το στάβλο για να τρέξει ελεύθερο. Ερχόταν όμως ένας σταβλίτης με άσπρη στολή -παράξενη στολή για σταβλίτη- και προσπαθούσε να της φορέσει στο κεφάλι μια κατασκευή από σκληρό δέρμα. Σα φτιαγμένη από παιδί ήταν, ασύμμετρη, κακότεχνη και παράδοξα χαρούμενη καθώς οι ψηφίδες που τη στόλιζαν ήταν χρωματιστά, μικρά, ολοστρόγγυλα χάπια. Έκανε μια με το στόμα να τις σπάσει τις ψηφίδες, να καταστρέψει τα γκέμια, να μην τους αφήσει να τη ζέψουν και να της κόψουν τα πισωγυρίσματα της ματιάς της αλλ’ αυτοί πάντα τα κατάφερναν και της πέρναγαν τον ιδιότυπο ζυγό και μετά της χτυπούσαν καθησυχαστικά τα κωλομέρια «μην ανησυχείς ψωράλογο, κοιμήσου».

Τιναζόταν κάθιδρη και τρομαγμένη, «δε θέλω σας λέω» φώναζε αλλά κανείς δεν την άκουγε κι αυτός ο άγνωστος που ήταν στο κρεβάτι της και ροχάλιζε μακάρια,  καμιά απάντηση δεν της έδινε.  Ποιος ήταν αυτός; Τι γύρευε στο κρεβάτι της; Πότε κατέληξαν εκεί; Τι έκαναν; Τι έκανε πάλι;

Έφερνε τα χέρια στο κεφάλι και το πίεζε, το πίεζε μπας και θυμηθεί αλλά τίποτα δεν έβρισκε εκεί μέσα, μόνο θολούρα, θολούρα και χάπια και αλκοόλ και δυνατή μουσική κι έναν άντρα δίπλα της μες τους καπνούς κάτι να της λέει, μάλλον αυτός που κοιμόταν στο κρεβάτι της θα ήταν, αλλά δε μπορούσε να καταλάβει τι της έλεγε, ήταν η μουσική πολύ δυνατά, την ψυχή της τρύπαγε αυτή η μουσική, κλείστε την σας λέω, με πονάει.

«Τι έκανα πάλι γαμώτο; Ποιος είναι αυτός;» ρωτούσε τον εαυτό της κι απάντηση δεν έπαιρνε, τίποτα δε θυμόταν, τι είχε κάνει πάλι χτες, πού είχε καταλήξει, για καφέ ξεκίνησε, με τη Νεφέλη, τη Μαρία και τη Νάνσυ, πού πήγε μετά; «Δε μπορώ να θυμηθώ, δε μπορώ… Πού πήγα μετά; Πού τον ψώνισα αυτόν; Πώς τον λένε; Δηλαδή, εγώ κοιμήθηκα μαζί του; Πότε; Πότε έγιναν όλ’ αυτά; Σε ποια απουσία μου;»

Τράβηξε τον εαυτό της έξω από τα σκεπάσματα σα να ήταν ξένο κορμί αποφεύγοντας ένοχα και ηλιθιωδώς ντροπαλά να κοιτάξει τον άντρα. Σύρθηκε μέχρι την κουζίνα να φτιάξει έναν βαρύ καραβίσιο καφέ ακολουθώντας το ίδιο πάντα τελετουργικό. Έβαλε ζεστό νερό στην κούπα, μετά έριξε το στιγμιαίο καφέ και έμεινε να παρακολουθεί ζαλισμένη, με το στομάχι ανάκατο από το μεθύσι και τις αναπάντητες ερωτήσεις, το νερό ν’ αλλάζει χρώμα, να σκουραίνει, να μετουσιώνεται. Της άρεσε να παρακολουθεί την αλλαγή του νερού, τη μετάλλαξή του σε καφέ. Μυστήρια πράγματα.

«Αφού το νερό μπορεί να αλλάξει τόσο εύκολα, εγώ γιατί δε μπορώ;» σκέφτηκε και ανακάτεψε αργά το σκούρο ζουμί, παρατηρώντας το καθώς ερωτικά σχεδόν, αγκάλιαζε τη μεταλλική επιφάνεια του κουταλιού, κάνοντας κύκλους γύρω του, αφρίζοντας και δίνοντας φιλιά σε κάθε μια φουσκαλίτσα.

Ασθμαίνοντας και παραπατώντας, πήρε το βάζο με τη ζάχαρη από το ράφι, «πολύ ψηλά τη βάζω τη ζάχαρη, πρέπει να της αλλάξω θέση» και βούτηξε το κουτάλι μέσα βρωμίζοντας τους κάθασπρους, ζαχαρένιους, μικροσκοπικούς κρυστάλλους με τα αμετροεπή, καφέ κομμάτια της στιγμιαίας θλίψης της.

«Πού είμαι;» ακούστηκε πίσω της μια φωνή βραχνή και κουρασμένη, τρόμαξε και τίναξε ζαχαρόκοκκους παντού στον πάγκο της κουζίνας.

«Καλημέρα ή καλησπέρα να πω;» άκουσε την ξένη φωνή στην πλάτη της.

«Τι ώρα είναι; Τι μέρα;» οι ερωτήσεις εναλλάσσονταν με ενοχλητικά γρήγορο ρυθμό.

«Καλησπέρα» μουρμούρισε καθώς με το νοτισμένο σφουγγάρι προσπαθούσε με ζήλο να μαζέψει τη ζάχαρη που είχε λερώσει με διάφανο λευκό την καφετιά διάθεσή της.

«Καλησπέρα να πεις, μεσημέριασε», μάζευε και δεν τον κοιτούσε. «Και να φύγεις μόλις την πεις», ευχόταν σιωπηλά αλλά ο άγνωστος φιλοξενούμενός της είχε διαφορετική γνώμη.

«Τ’ ονοματάκι σου; Σόρυ δεν το συγκράτησα χτες αλλά όπως φαίνεται, είχαμε καλύτερα πράγματα να κάνουμε».

Με την πλάτη της έβλεπε το πονηρούτσικο γέλιο του και την παιχνιδιάρικη διάθεσή του. «Πού το βρίσκουν το κέφι μερικοί μερικοί» σκεφτόταν και χραπ χραπ, εξαφάνιζε με το σφουγγαράκι τους κόκκους της ζάχαρης. Φαντάστηκε τον εφήμερο εραστή της ζαχαρένιο είδωλο που θα τ’ ακουμπούσε με το σφουγγάρι των πιάτων και θα χανόταν κι αυτός, κάνοντας φςςςς, σαν αναβράζον δισκίο για τον πονοκέφαλο όταν το ρίχνεις στο νερό.

Πονοκέφαλο τής είχε φέρει ο άγνωστος εραστής με τη βραχνή, βαριά, κουρασμένη, μπερδεμένη φωνή και τον παράξενο τονισμό στο ταυ. Σα να το έφτυνε το ταυ, σα να το πετούσε στο πάτωμα κάθε φορά που ρώταγε τι ώρα είναι, τι μέρα είναι, τι πρέπει να πει καλημέρα ή καλησπέρα, τι…

Γύρισε απότομα καθώς φοβήθηκε ότι στο επόμενο αυθάδικο, σαλιωμένο ταυ δεν θ’ άντεχε και θα του ‘ριχνε κάνα γαμοσταυρίδι που θα τον έβρισκε στο δόξα πατρί. Η ματιά της καρφώθηκε στη χρυσή καδένα πάχους πόντου και βάλε, που μπερδευόταν με τις κατσαρές τρίχες του στέρνου του και πήγαινε πάνω κάτω καθώς ο μουσαφίρης της ανάσαινε βαριά.

«Τι έκανα πάλι; Πού τον πέτυχα αυτόν; Πρέπει να ήπια πάρα πολύ χτες! Μα καλά, σε σκυλάδικο πήγα; Αποκλείεται ν’ άφησαν αυτόν τον ανεκδιήγητο τύπο να μπει στο “Αγκάθι”. Πού ήμουν; Με ποιους;»

Η ματιά της άρχισε την περιήγηση στη φιγούρα του αγνώστου, σκόνταψε λίγο στη φουσκωμένη κοιλιά, στο τεζαρισμένο βυσσινί σλιπ, «βυσσινί ρε παιδί μου; Και σλιπ; Ας του πει κάποιος για τα μποξεράκια», έπεσε μισολιπόθυμη στις άσπρες κάλτσες του, «ολονυχτίς τις φορούσε να υποθέσω, στιγμή δεν τις έβγαλε να υποθέσω». Προσπάθησε να μασήσει το κουράγιο της για να σηκώσει το βλέμμα της στο πρόσωπό του. Έμεινε για λίγο στο χοντρό, χρυσό δαχτυλίδι με την κόκκινη-βυσσινί πέτρα στο μικρό δάχτυλο του δεξιού του χεριού. «Τουλάχιστον είναι ασορτί με το βρακί, θα πάθαινα κρίση αν δεν ταίριαζαν».

Η φωνή του ξένου την ανάγκασε να τον κοιτάξει κατάματα πιο γρήγορα απ’ όσο υπολόγιζε.

«Θα μου φκιάξεις και μένα καφεδάκι; Ελληνικό τον πίνω, βαρύ, γλυκό κι ασήκωτο μανάρι μου» έγρουξε ο άντρας και της χούφτωσε τον κώλο. Η Ελένη φαντάστηκε τον εαυτό της να σκύβει στο πάτωμα, να παίρνει το [ταυ] μαζί με το [ο] από το «γλυκό και ασήκωτο» και να του το φέρνει κατακούτελα. Ή μήπως να το πέρναγε στην καδένα για να το έχει αναμνηστικό της χτεσινής βραδιάς, να τη θυμάται για πάντα;

Συγκράτησε ένα «τι κάνεις εκεί μίστερ! Για ποια με πέρασες;» καθώς θυμήθηκε ότι ο άγνωστος στο κρεβάτι της κοιμήθηκε και έκανε κι άλλα πράγματα στο κρεβάτι της που δεν σηκώνουν τέτοιες ντροπές. Περιορίστηκε να τραβηχτεί με μια κατά το δυνατόν φυσική κίνηση χαμογελώντας και προσπαθώντας να κάνει την άσχημη φάτσα της να δείχνει γλυκιά.

«Ελληνικό δεν έχω να σου φτιάξω, λυπάμαι. Άλλωστε πρέπει να φύγω σε πολύ λίγο, πρέπει να πάω στη δουλειά. Δουλεύω και τις Κυριακές βλέπεις» σταύρωσε τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού. «Ας το πιστέψει κι ας φύγει, ας φύγει, ας φύγει!»

«Έλα τώρα καύλα μου», η αποφορά από το στόμα του άντρα αναστάτωνε το στομάχι της ακόμα περισσότερο, «που θα φύγεις τόσο γρήγορα. Δεν θα έχουμε άλλο ένα γύρο; Σιγά σιγά καθαρίζει το κεφάλι μου, καλά περάσαμε χτες». Άπλωσε τη χερούκλα με το δαχτυλίδι και της χούφτωσε ξανά τον κώλο.

«Ε όχι και με το δαχτυλίδι κύριέ μου! Ως εδώ!» η Ελένη δεν μπορούσε να συγκρατηθεί άλλο.

«Κοίτα, πρέπει να φύγω. Άσε που σε λίγο θα έρθουν οι γονείς μου για να με βοηθήσουν με την καθαριότητα του σπιτιού» τα ψέμματά της ήταν το ίδιο άθλια με την εμφάνιση και την ψυχική της κατάσταση.

«Λυπάμαι, ήταν ήδη κανονισμένο. Σε κανένα τέταρτο θα είναι εδώ απ’ ό,τι βλέπω, η ώρα είναι προχωρημένη. Παρακοιμηθήκαμε! Θα πρέπει να φύγεις. Θα τηλεφωνηθούμε» τον έσπρωξε απαλά με το χέρι που κρατούσε το σφουγγαράκι.

«Ωχ συγνώμη, μάλλον είμαι ζαλισμένη ακόμα» κι απέμεινε να κοιτάει τους ζαχαρόκοκκους που κόλλησαν πάνω στο στήθος και τις μπερδεμένες διαδρομές των αρσενικών τριχών.

 «Η ψυχή μου πάνω σε τρίχες… Η ιστορία της ζωής μου» μουρμούρισε και γύρισε την πλάτη για να ξαναμουσκέψει το σφουγγάρι. Η ζάχαρη έφυγε διωγμένη από το νερό που ορμητικά έτρεξε πάνω στο σφουγγαρένιο χέρι της και ο άγνωστος αποσύρθηκε στην κρεβατοκάμαρα.

Στέναξε ανακουφισμένη.

Για να βεβαιώσει την αποχώρησή του, σήκωσε το τηλέφωνο σχημάτισε έναν εικοσαψήφιο αριθμό κι άρχισε να συζητάει με τον απασχολημένο τόνο αρκετά δυνατά ώστε να την ακούει ο άντρας από την κρεβατοκάμαρα.

«Ναι, ναι, μητέρα. Φεύγω σε λίγο. Καλά είμαι, άργησα να ξυπνήσω και είμαι ζαλισμένη. Ναι, ναι, ελάτε. Χαμός γίνεται εδώ μέσα, θα με βοηθήσεις πολύ αν κατεβάσεις τις κουρτίνες και τις πλύνεις, δεν προλαβαίνω με τίποτα… Πολύ σ’ ευχαριστώ… Τι; Ναι, τα πήρα, τα πήρα, μαμά… Βρε μαμά, τα πήρα, ναι… Μητέρα, τα πήρα σου λέω… σταμάτα τώρα! Δεν σου λέω ψέμματα, αμάν πια…» παρασύρθηκε και άρχισε να λέει στον τόνο τα ίδια που έλεγε στη μητέρα της καθημερινά.

Το τουτουτού στο αυτί της τη ρωτούσε αν πήρε τα χάπια της, αν ήπιε πολύ χτες το βράδυ, αν πονάει το στομάχι της, χρειάζεσαι κάτι γλυκιά μου κόρη, γιατί βγαίνεις βρε κορίτσι μου τα βράδια, γιατί πηγαίνεις σ’ αυτά τα μέρη, αν θέλεις παρέα έλα από το σπίτι μας, γιατί έφυγες βρε κόρη μου, είδες τι προβλήματα έχεις τώρα, πώς να σε φροντίσω τώρα που δεν μένουμε μαζί, μήπως να γυρίσεις στο σπίτι μας κόρη  μου, αχ γιατί ποτέ δεν μ’ ακούς, τι θα κάνω πια με σένα, να προσέχεις, να προσέχεις τις παρέες σου, δεν μ’ αρέσουν οι παρέες σου αλλά αχ τι στα λέω αφού ποτέ δεν μ’ ακούς εμένα, έφαγες σήμερα, τι έφαγες, έλα από το σπίτι να φας σπιτικό φαγάκι…

Κατέβασε το ακουστικό με τόση δύναμη που σχεδόν έσπασε μέσα στα χέρια της. Ξεφύσηξε, προσπαθώντας να ηρεμήσει την ταχυκαρδία που την είχε πιάσει, ένιωθε να πνίγεται, μεγάλη προσπάθεια χρειάζονται κι αυτές οι ανάσες, αμάν! Συνειδητοποιώντας ότι μόλις είχε τσακωθεί μ’ ένα τουτουτού «αχ δεν είμαι καλά», χώθηκε γρήγορα στο μπάνιο να βρει το μπουκαλάκι, αυτά παθαίνει όταν κάνει βλακείες το βράδυ και ξυπνάει αργά, χάνει τη σειρά της και μετά και το μπούσουλα.

«Ηλίθια!» σφύριξε μπροστά στον καθρέφτη κοιτάζοντας τη μούρη της με μισό μάτι και πολλά νεύρα, αυτός της έριξε ένα απαξιωτικό «αλλά όχι εσύ, όχι εσύ» και την έκανε να φουντώσει ακόμα περισσότερο καθώς της θύμισε τα ζόρια της εφηβείας της. Μέσα από τον καθρέφτη είδε τη μορφή του άγνωστου άντρα να κοντοστέκεται στην πόρτα του μπάνιου και να φεύγει χωρίς μιλιά χτυπώντας την εξώπορτα πίσω του. Μάλλον μυρίστηκε την υστερία που ερχόταν.

«Άντε γαμήσου κι εσύ, που θέλεις να σου φτιάξω και καφέ» γύρισε και πέταξε στον απέναντι τοίχο, το υγρό σαπούνι για το πρόσωπό της.

«Άντε γαμήσου κι εσύ, άχρηστο είσαι ούτως ή άλλως, τέτοια ασχημομούρα που είμαι» σκάλισε την παλιά κακοφορμισμένη πληγή.

«Άντε γαμήσου κι εσύ κωλοτηλέφωνο πάντα στην πιο ακατάλληλη στιγμή χτυπάς», έψαξε να το βρει στην τσάντα της βρίζοντας μαζί με τους θεούς και τους δαίμονες και τη χαζομάρα της που ποτέ δεν το βάζει πάνω πάνω.

«Έλα βρε παιδάκι μου, παρκάρω. Παρκάρω σου λέω… Κλείσε, σε πέντε λεπτά είμαι στο καφέ… Γιατί φωνάζεις τώρα; Δεν καταλαβαίνω τι λες… μπορείς να ηρεμήσεις λίγο; Στέφανος; Ποιος Στέφανος; …. Ποιος Στέφανος ρε Νεφέλη; Ο Στέφανος; Ο γνωστός Στέφανος; Τι κάνει εκεί ο Στέφανος.. αφού θα παρουσίαζε ο Καλιγάκης… Εκτάκτως… Κλείσε, έρχομαι…»

Τράβηξε χειρόφρενο και κοίταξε μπροστά όπως της έλεγαν τόσα χρόνια να κάνει. Μπροστά! Δεν μπορούσε να καταλάβει, γιατί το πίσω έτρεχε τόσο γρήγορα μπροστά.

To άσπρο πλαστικό ποτηράκι – Ελένη

Κάντε κλικ στην φωτογραφία για να διαβάσετε απόσπασμα από το βιβλίο μου

«δε θέλει τίτλους η κραυγή» 

ΕλένηΤο άσπρο πλαστικό ποτηράκι 

δε θέλει τίτλους η κραυγή

Παρουσίαση «δε θέλει τίτλους η κραυγή» @ Metropolis Live Stage

Παρουσίαση βιβλίου 19/5/2011 @ Metropolis Live Stage (Πανεπιστημίου 54)

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: