Πεθαίνω σα χώρα /Δημήτρης Δημητριάδης – 1978

Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Γράφω σ’ εσένα γιατί μαζί ποθήσαμε να είναι γόνιμα αυτά τα σπλάχνα, κι αυτός ο πόθος μάς ένωσε νύχτες και νύχτες… και σ’ άλλες ώρες της μέρας, όταν ξαφνικά γινόταν ένα θαύμα και ξεχνούσαμε τον τρόμο που έτρεχε στους δρόμους καθώς μες στις φλέβες μας… τα εφιαλτικά δελτία ειδήσεων που μας εμπόδιζαν ακόμα και να κοιταζόμαστε… διαβασμένα από θεότρελους εκφωνητές… τα ουρλιαχτά που σκέπαζαν ακόμα και τις σειρήνες των ασθενοφόρων… Ποτέ δε θα το πίστευα πως η ανθρώπινη φωνή μπορεί να φτάσει σε τέτοια ύψη… να είναι τόσο απύθμενη… να προκαλεί τόση αναστάτωση με την επιβολή της… Τέλος πάντων, ποτέ δε συνήθισα τους ανθρώπους αλλ’ αυτό είναι μια άλλη μου αναπηρία. Βιάζομαι τώρα να σου πω μερικά πράγματα κι αυτά τα λόγια θα είναι και τα τελευταία που θα ’χεις από μένα. Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Μου τα ’φαγε. Τη μισώ. Ναι, τη μισώ, τη μισώ. Δεν μπορεί μια γυναίκα να ζήσει με τέτοια σπλάχνα μέσα της. Όσο το σκέφτομαι, μου ’ρχεται να ξεράσω τον ίδιο τον εαυτό μου. Νιώθω σαν ξέρασμα. Μπορεί και να ’μαι. Μια γυναίκα… δεν είναι σα μια χώρα που αξιοποιεί τα ερείπιά της, τους τάφους της… που τα ξεπουλάει όλα για εθνικό συνάλλαγμα… ζώντας απ’ αυτά. Εγώ δε θέλω να ’μαι χώρα. Δεν είμαι χώρα. Δε θέλω να είμ’ αυτή η χώρα. Αυτή η χώρα είναι νεκρόφιλη, γεροντόφιλη, κοπρολάγνα, σοδομίστρια, πουτάνα, μαστροπός και φόνισσα.

Εγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θα ’θελα να ζήσω, θα ’θελα να μπορούσα να ζήσω, θα ’μουν ευτυχισμένη τώρα αν ήθελα να ζήσω… όμως αυτή η χώρα δε μ’ αφήνει να το θέλω, δε μ’ αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω τη ζωή. Έχει φάει σαν καρκίνος τα βυζιά μου, τα μυαλά μου, τα έντερά μου, έχει κατεβάσει όλες της τις πέτρες στα νεφρά μου και τα ’χει ρημάξει, έχει μαγαρίσει όλες τις πηγές απ’ όπου θα ’τρεχε το γάλα μου, έχει μαζέψει όλο της το χώμα μες στις φλέβες μου και μου ’χει σαπίσει το αίμα, έχει κάτσει όλη πάνω στην καρδιά μου και την έχει κουρελιάσει απ’ τα εμφράγματα και τις εμβολές, κάθε θεσμός της κι ένα έμφραγμα, κάθε νόμος της και μια εμβολή, τα ήθη της μου ’χουν σμπαραλιάσει τα πνευμόνια, η ιστορία της με κάνει να τρέμω συνεχώς ολόκληρη σα να έχω προσβληθεί από την πάρκινσον, ο πολιτισμός της μ’ έχει ξεπατώσει, μ’ έχει ξεθεώσει, δεν πάει άλλο, η θέση της η γεωγραφική είναι το άσθμα μου, ολόκληρο το σχήμα της άλλοτε απλώνεται πάνω στο σώμα μου σα γιγαντιαίος έρπης ζωστήρ και με τρελαίνει… κι άλλοτε παίρνει τη μορφή τσουγκράνας και μπήγεται στα μάτια μου, τεράστιας βελόνας και μου τρυπάει το κρανίο, βράχου ολόκληρου που κρέμεται από την άκρη των μαλλιών μου και με παρασέρνει σε μια θάλασσα πικρών δακρύων… κι όλο νιώθω στον τράχηλό μου το ζυγό της κι όλο δένει τη γλώσσα μου το τραύλισμά της κι όλο μου φέρνει κρύα ρίγη η χυδαιότητά της… η προσήλωσή της στα φαντάσματά της, οι υπεκφυγές της, οι αντιγραφές της, τα φρακαρισμένα της μυαλά, τα πτώματά της, τα κιβούρια της, τα εγκλήματά της…

Αυτή η χώρα είναι το χτικιό μας. Θα μας πεθάνει, θα μας ξεκάνει. Πώς θα γλιτώσουμε; Μας πίνει το αίμα, μας το πίνει. Δε μ’ αφήνει πια ούτε να κοιμηθώ, μου έχει κλέψει και τον ύπνο. Πώς θα ζήσω χωρίς ύπνο; Δε θα ζήσουμε… όλο το σπέρμα όλων των αντρών της γης δε θα μπορούσε να ζωντανέψει εκείνη την κόχη του κορμιού μου απ’ όπου ξεκινάει η ανθρώπινη ζωή… Έχεις αδειάσει όλη τη ζωή σου μέσα μου αλλά μ’ έχεις αφήσει χωρίς ζωή… Κι εσύ δεν μπορείς. Μ’ έχεις σπείρει μα ο σπόρος σου δεν πρόκειται ποτέ να πιάσει, δεν μπορεί πια ο σπόρος σας να πιάσει… δε θα ξαναβγεί ποτέ πια ζωή από μέσα μας… Το παλιογύναικο. Ένα θα ’θελα, να την είχα μπροστά μου και να την έσφαζα με τα ίδια μου τα χέρια. Αχ, θε μου, να μπορούσα να τη σκοτώσω.

Κατάφερε οι δολοφόνοι της να φτάσουν ως τις μήτρες μας και να τις σκάψουν σαν τάφους, τα γουρούνια, τα γουρούνια, είν’ όλοι τους γουρούνια, από ποιον ν’ αρχίσω και σε ποιον να τελειώσω, όλοι τους δολοφόνοι, όλοι τους, αυτοί με κάνουν να νιώθω την ανάγκη για το πιο μεγάλο έγκλημα, για μια ατέλειωτη σφαγή, ατέλειωτη σφαγή… αχ, πώς αντέχουμε δω μέσα, πώς δε μας τρελαίνει ακόμα αυτή η παλιοσκύλα, αυτή η γκαρότα, αυτό το στραγγουλατόριουμ, σωστή αγχόνη… με τους επίσημους μαχαιροβγάλτες της που βγάζουν επίσημους λόγους σ’ επίσημες τελετές μπρος σ’ επίσημους μαχαιροβγάλτες… Ο κάθε πόρος της είναι και μια τσέτα, κάθε γωνιά της κι ένα λάζο, κάθε χιλιοστό της και μια τσάκα, είναι γεμάτη ξόβεργες θανάτου και κοφτερούς σουγιάδες, άντρο φονιάδων, απατεώνων και ηλιθίων, λημέρι άναντρων γαμιάδων κι ανίκανων σωματεμπόρων, μας πατάει το κεφάλι μέσα στα σκατά της, μας δίνει λυσσασμένες κλωτσιές στ’ αρχίδια, μας λιώνεις, μωρή, μας στραγγίζεις, μας ρημάζεις, μας διχάζεις, μας πνίγεις, μας καταδικάζεις, μας πεθαίνεις, μας πεθαίνεις, σκρόφα, ξεπουλημένη, μολυσμένη, ψειριάρα, φαρμακοδότρα, φιδομάνα, λύκαινα, γύφτισσα, αιμομίχτρα, που όλο μαϊμουδίζεις και παπαγαλίζεις, κατσικοπόδαρη, δίσεχτη, κακορίζικη, δε σε μπορώ, δεν τη μπορώ, τη δολοφόνα, την παιδοκτόνα, τη ζαβή, τη χολεριασμένη, τη στραβοκάνα, τη ζαβή, το τσόκαρο, την παλιόγρια, την παλιόγρια, που κακό χρόνο να ’χει, δεν αντέχω πια τίποτα δικό της, τίποτα, τίποτα, τη μισώ, τη μισώ, αχ, αχ, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, θα πεθάνω, τέρας, και θα εξακολουθώ να σε μισώ, ναι, το μίσος βράζει μέσα μου, θέλω να γράψω τους ανάποδους ύμνους απ’ αυτούς που γράφτηκαν ως τώρα γι’ αυτήν, λέξη προς λέξη να την τουφεκίσω και να την παραχώσω σα σκυλί με τα ίδια μου τα χέρια… Δεν είμαι πια γυναίκα… Ούτε κι εσύ πια είσαι άντρας… Μας τα πήρε όλ’ αυτή… Τι θα μείνει όμως απ’ αυτήν χωρίς εμάς; Τι θα είν’ αυτή όταν δεν θα ’χει μείνει τίποτ’ από μας;  Το χώμα της έχει πάρει το σχήμα μου… Το σώμα μου έχει πια τις διαστάσεις της… Έχω μέσα μου τη μοίρα της… Πεθαίνω σα χώρα…

E for Eponymous

Η προηγούμενη Παρασκευή ήταν μια καταπληκτική Παρασκευή. Ξεκίνησε με την ιστοσελίδα http://www.ministryofjustice.gr να έχει παραμορφωθεί από χάκερς. Τα ελληνικά ΜΜΕ αποφάσισαν να καταγράψουν και να μοιράσουν την είδηση με τον δικό τους μοναδικό τρόπο που έχουμε συνηθίσει τόσα χρόνια. Οι Έλληνες χρήστες ακολούθησαν ουρλιάζοντας V for vendetta και Mpe for provato. Τα κοινωνικά δίκτυα πήραν φωτιά και τα προφίλ γύρισαν από το κινηματογραφόφιλο ή το άστεγο, στο επαναστατημένο. Ευκαιρία ψάχναμε, είναι και στενάχωρη η απώλεια. Ενώ η επανάσταση…

Μια μικρή έρευνα πέντε λεπτών στο διαδίκτυο ήταν αρκετή για να διαπιστώσω ότι την σελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης ΔΕΝ την χτύπησαν οι Anonymous αλλά η Greek Hacking Scene [GHS] (Support Anonymous έγραφε η χακαρισμένη ιστοσελίδα, SUPPORT ANONYMOUS).  Το στιγμιότυπο:

Άλλα δύο λεπτά χρειάστηκαν για να βρω την σελίδα των GHS (Greek Hacking Scne) στο facebook με σχόλια επί του θέματος. Μπορείς να κάνεις και λάικ εδώ! Σε άλλο ένα λεπτό βρήκα το προφίλ τους εδώ.

Στα τζιμάνια-δημοσιογράφους, αυτού του τύπου η «έρευνα» να έπαιρνε και δέκα λεπτά; Τι ψάχνω θα μου πεις…

Διάβασα σχετικά άρθρα στην [Καθημερινή], στα [Νέα], και άποψη συνεργάτη στο [tvxs.gr].  Ειδικά οι προτάσεις τύπου «Η ομάδα των πιο γνωστών χάκερς στον κόσμο ξεκίνησαν τις επιθέσεις τους εναντίον ελληνικών ιστότοπων»,  » Οι επισκέπτες του site του υπουργείου άκουγαν ένα ηχογραφημένο μήνυμα της διεθνούς διαδικτυακής οργάνωσης» και «Την ιστοσελίδα του υπουργείου Δικαιοσύνης, http://www.ministryofjustice.gr, παραβίασαν οι πιο γνωστοί χάκερς στον κόσμο, οι Anonymous που κλιμακώνουν τις επιθέσεις τους ανά τον κόσμο» είναι για πολλά γέλια.

Αφού δεν το ξέρεις το σπορ μάνα μου γιατί δεν ρωτάς και παραδίπλα; Επιστημονικούς συνεργάτες δεν έχετε; Θα μου πεις πολλά ζητάω μέσα στην κρίση και την καταχνιά. Κλικ το ένα, κλικ και τ’ άλλο. Γιατί να προσέχεις τι γράφεις; Γιατί να άγχεσαι, να ρωτάς, να διασταυρώνεις; Γιατί να ενημερώνεσαι για όσα δεν κατέχεις;

κλικ

 

προς γνώσιν και ταπείνωσιν

Διάβασα για το φαινόμενο του «χλιδόφτωχου» κι έχω ανατριχιάσει. Από την κορφή μέχρι τα νύχια. Κι ακόμα παραμέσα. Αλλά είπα να μη βρίσω σήμερα. Να διατηρήσω την «αξιοπρέπειά» μου. Διότι ένα έχω μάθει καλά στην ζωή μου: σκατά αν βάλεις στο κατάλληλο κουτάκι, πολύτιμο σκεύασμα θα το νομίσουν. Την επόμενη μέρα όλοι θα κυκλοφορούν βρωμώντας σκατίλα μα κανένας δε θα την μυρίζει στον διπλανό του, διότι το κυρίαρχο τρεντ πλέον θα είναι η σκατίλα. Όπως σήμερα είναι η συλλογική ενοχή, η απαξίωση, η ντροπή, το σκυμμένο κεφάλι, το μούδιασμα, ο γενικευμένος φόβος. Κι ακόμα είναι η αρχή. Έχουμε να δούμε και ν’ ακούσουμε…

Θα μας πουν για το λεμόνι του γείτονα –αυτουνού που έφτυνε στον κόρφο του όταν σ’ έβλεπε στην πόρτα; Ε αυτουνού! Που πλέον θα σου χτυπάει την πόρτα με χαμόγελο για να σου δίνει το ξινό και να πάρει το γλυκό-, την ρετσίνα που θα πίνεις αγκαλιά με την καριόλα του τετάρτου που καθαρίζει τα χαλιά τινάζοντάς τα πάνω στην μπουγάδα σου. Εννοείται ότι η εν λόγω καριόλα συνειδητοποιώντας την κάκιστη συμπεριφορά της στο πρόσφατο παρελθόν και επιθυμώντας να γίνει καλύτερος άνθρωπος ώστε να μπορεί μαζί σου με μια φωνή και μια αγκαλιά να τραγουδάει το «κάνε υπομονή κι ο ουρανός θα γίνει πιο γαλανός» ξαφνικά θα αποφασίσει να ραίνει με άνθη λεβάντας (από την γλάστρα που θα συντηρεί στο μπαλκόνι της) τα απλωμένα ρούχα σου. Η αλήθεια είναι –να την λέμε την αλήθεια- ότι η γνώση ότι τα έπλυνες στο ποτάμι της γειτονιάς -στα Κάτω Πατήσια δεν έχει ποτάμι αλλά ας μην το κάνουμε θέμα- χρησιμοποιώντας αλισίβα θα λειτουργήσει ως καταλύτης για την νεοαποκτηθείσα ταξική της –και όχι μόνο- συνείδηση.

Κάτσε σου λέω, έχει ενδιαφέρον. Σε λίγο θα μας πουν ότι σε κάθε κλείσιμο στούδιου μανικιούρ-πεντικιούρ, σε κάθε λουκέτο κομμωτηρίου χιλιάδες νοικοκυρές, μετανιωμένες που δεν ήξεραν να φτιάχνουν λαχανοντολμάδες και να προσθέτουν την σωστή ποσότητα νισεστέ στα αφράτα ζυμάρια τους και άκουσον άκουσον αγόραζαν γλυκά και ενίοτε συνέτρωγαν σε ταβέρνες με τις παρέες τους, αυτές οι νοικοκυρές της κακιάς ώρας και του κακού συναπαντήματος, αυτές που δεν άντεχαν; Αυτές! Αυτές λοιπόν, οι κακούργες που κυκλοφορούσαν με νύχια στολισμένα με στρασάκια και λουλουδάκια και είχαν και πλυντήριο πιάτων –αν είναι δυνατόν- θα πρέπει να βγαίνουν στους δρόμους ολοφυρόμενες και να κάνουν τη διαδρομή Κολιάτσου-Παγκράτι γονατιστές και γυμνόστηθες κραδαίνοντας μαστίγιο με εννιά ουρές και μολυβένιες άκρες, ζητώντας από τους περαστικούς να τις τιμωρήσουν για τον πρότερο ανέντιμο βίο τους. Ας μην αναφερθώ στις ντροπές του Σαββάτου: όταν πλήρωναν γυναίκα για να κάνει τις βαριές δουλειές κι αυτές γυρνούσαν από βιτρίνα σε βιτρίνα ισορροπώντας πάνω στις τεχνητές τους επιθυμίες. Ας μην…

Κάτσε σου λέω, έχει ενδιαφέρον. Κάθε βιτρίνα που θα γεμίζει με ενοικιάζεται ή πωλείται θα σηματοδοτεί την επιστροφή σου στην φύση. Κάθε κανόνι που ακούς θα σε κάνει να βγάζεις τις μισολιωμένες πασχαλιάτικες λαμπάδες και να τις ανάβεις κάνοντας τον σταυρό σου «δόξα τω θεώ έκλεισε ένα μαγαζί και σήμερα, θα φτάσουμε μια ώρα αρχύτερα στην φτώχεια και την αληθινή ευζωία. Θα γυρίσουμε την πλάτη στην απρόσωπη πόλη, θα γυρίσουμε στα χωριά μας και χαρωποί σκαφτιάδες θα μυρίζουμε με μάτια που θα φέγγουν από την ευτυχία τη σβουνιά και το χώμα, τρίβοντάς το στη μούρη μας. Επιτέλους θα ενωθούμε με τη φύση και το σύμπαν». Πρώτοι οι πρωταγωνιστές του «άβαταρ», δεύτεροι οι Έλληνες.

Κάτσε ρε χλιδόφτωχε σου λέω, έχει ενδιαφέρον. Ακόμα στην αρχή είσαι. Ακόμα τίποτα δεν σου έχουν πει. Σου είπαν ότι τα έφαγες μαζί τους, σου είπαν ότι το χρέος του δημόσιου τομέα επηρεάζεται από το χρέος των νοικοκυριών, σου είπαν ότι είσαι φασίστας, είσαι κομμουνιστής, είσαι μαλάκας, είσαι κυρίαρχος λαός, είσαι πλούσιος, είσαι φτωχός, είσαι προνομιούχος, είσαι τριτοκοσμικός, είσαι αναπτυγμένος, είσαι Ευρωπαίος, είσαι Βαλκάνιος, είσαι κοπρίτης, είσαι τεμπέλης, είσαι κλέφτης, είσαι λαμόγιο, είσαι περήφανα γηρατειά και τιμημένα νιάτα, είσαι κόκκινος, μπλε, πράσινος, πορτοκαλής με κίτρινους κόκκους, είσαι ένοχος, είσαι συνένοχος, είσαι απολιτίκ, είσαι απαίδευτος, είσαι αμόρφωτος, είσαι πλούσιος, είσαι φτωχός, είσαι χλιδάτος, είσαι φραγκάτος, είσαι τζιπάτος, είσαι κουπάτος. Είσαι και τι δεν είσαι.

Κάθε φορά, ανάλογα με την συγκυρία λαλάνε τα όργανα. Και συ γίνεσαι όποιος θελήσουν. Με τόση ευκολία που ανατριχιάζει το μέσα μου και το όξω μου μαζί. Σφυρίζουν οι βοσκοί και συ πας. Πέρα δώθε, πέρα δώθε. Σε κάθε κλικ και μια ταπείνωση ίσα για να ξεπληρώσεις τα κλικ του παρελθόντος σου και την γκλαμουριά που αγόραζες κρεμασμένη στα μανταλάκια. Τότε ήταν διαφορετικά. Κανένας δεν μιλούσε τότε. Ήταν καλό το μεροκάματο και το τρεντ ήταν η γκλαμουριά. Τώρα το τρεντ είναι η επιστροφή στις αξίες. Ρε ασταδιάλα.

Αλλά είπαμε. Θα διατηρήσω την αξιοπρέπειά μου. Θα κλείσω το στόμα, τη μύτη και τα μάτια. Να μη φωνάζω, να μη μυρίζω, να μη βλέπω. Ξυπνήστε με στον επόμενο τόνο. Όταν θα σου σφυρίξουν ότι ξεκίνησε η νέα βιομηχανική/τουριστική επανάσταση στην Ελλάδα. Με τις συνθήκες του χίλια επτακόσια ενενήντα τόσο. Κι εσύ θα τρέχεις να προλάβεις το τρένο της «ανάπτυξης» πληρώνοντας με λουρίδες από το κρέας σου. Όσο όσο.

υγ: Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Ακούς; 

«…και το μουνί χτενίζεται»: Η μεγάλη παγίδα

Φαντάζομαι ότι κάθε ενήλικας ανεξαρτήτως φύλου το ξέρει το μουνί. Είτε το έχει δει, επιθυμήσει, ονειρευτεί, είτε το διαθέτει σε όποιο σχήμα, μέγεθος ή γεύση. Άλλη έχει μουνί με γεύση φράουλα και άλλη με λεμόνι. Άλλη το ‘χει μοσχομυριστό από γεννησιμιού της και άλλη καταθέτει τον μισό μισθό της στους χονταίους για να το βάλει σε λογαριασμό. Όλα όμως έχουν ένα κοινό σημείο: τις τρίχες. Παρά το ότι όταν γεννηθήκαμε μας είπαν ότι θα γενούμε άλλες, όλες καταλήξαμε να παλεύουμε με τα καθρεφτάκια και τα ψαλιδάκια, τα κεριά και τα λέιζερ. Το μουνί σέρνει ψαλίδι μην ακούς όσους λένε για καράβια και μαούνες και βουνά και λαγκάδια. Ψαλίδι και κερί, χαλάουα και χτένια. Ναι, ναι το μουνί χτενίζεται. Πρέπει να χτενίζεται. Κι ας χάνεται ο κόσμος. Κυρίως τότε.

Τον καιρό του Σημίτου και του Μάαστριχτ, των Ολυμπιακών και του Χρημαστηρίου, οι δερματολόγοι μετεξελίχθηκαν σε κομμωτές μουνιών. Με τα λέιζερ ανά χείρας υπόσχονταν καλοσχηματισμένα  ή άτριχα εφηβαία Πού ‘σαι καθηγητά να δεις τις δόξες μου: Γιατρό με έκαμε η μάνα μου, καλοπληρωμένη κομμώτρια κατάληξα. Έμπαινες στα δερματολογικά ιατρεία και αναρωτιόσουν πού προσγειώθηκες. Η χλίδα συναγωνίζονταν αυτή των γραφείων των μεγαλοδικηγόρων, τι κόφι-τέιμπλ μπουκς και λευκές πέτρες από την Μαύρη Θάλασσα, τι αρωματικά χώρου Ντιορ και Μπούλγκαρι, τι μπουχάρες στα καλογυαλισμένα πατώματα.

Κακό δεν ήταν. Τ’ αντίθετο. Πήγαινε κι ερχόταν το χρήμα στην αγορά. Διότι οι άτιμες οι τρίχες έχουν την συνήθεια να ξαναβγαίνουν. Και δώστου οι επισκέψεις στα ινστιτούτα και δώστου οι επαναληπτικές στα λέιζερ που δεν πιάνουν τις λευκές, δεν καταλαβαίνουν τις αδύνατες, δεν καλοβλέπουν τις ξανθές. Τα λέιζερ στις μέρες μας είναι μέλη μιας παράξενης κου κλουξ κλαν από την ανάποδη: Δεν γουστάρουν τις λευκές ούτε τις ξανθές. Τέτοιο μίσος για την άρια φυλή των τριχών! Άμε λοιπόν για την επαναληπτική, κάτσε να χτυπήσουμε και την αδύναμη, από το πολύ το έμλα (ψάξε και κανένα γούγλη όλα εγώ θα στα λέω) κινδύνευες να το πάρεις στο χέρι, πρησμένο και συγκαμένο για το υπόλοιπο της ζωής σου.

Αποτρίχωση στην αποτρίχωση, κάναμε την τρίχα τριχιά. Το ‘χουμε αυτό το καλό. Όλα κι όλα. Τα Ολυμπιακά Ακίνητα έγιναν Ολυμπιακά Αζήτητα, το Χρηματιστήριο από τις εφτά χιλιάδες  μονάδες έμεινε να κλαίει για τα εφτά κακά της μοίρας του, μαζί και η κυρά Μαρίτσα που πούλησε τα οικόπεδα στο Κατάκωλο για να τα πάρει μετοχές της Ασπίς Πρόνοια. Πέτρα για πέτρα δεν της έμεινε. Όσο για ευρώ ας μην το συζητάμε. Τα πήρε όλα η τράπεζα για πανωτόκια. Ούτε πανωφόρι θα της μείνει τώρα που το ξανασκέφτομαι, η τράπεζα ζητά πλέον το μερδικό της από την ευημερία της κυρά Μαρίτσας. Τι κι αν κράτησε τόσο δα;  Ας αγόραζε στα χαμηλά. Δες τι κάνουν οι αγορές. Αυτές από τις οποίες δανείζεται η χώρα. Και σ’ αυτήν μη νομίζεις. Πέτρα για πέτρα δεν θα μείνει.

Οι πέτρες στους σικ νεροχύτες των δερματολόγων πρασίνισαν, τα αρωματικά χώρου έγιναν γκλέιντ από το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς και μείναμε με το κακό σπυρί στον κώλο να μην ξέρουμε πού να το πρωτοβάλουμε. Οι κυρίες με βαθύ αναστεναγμό ξανάπιασαν τα κατσαρολάκια, τα γκαζάκια  και τα ψαλιδάκια και βρίζουν την άτιμη κοινωνία που σε άλλες επιτρέπει να ολοκληρώσουν τις θεραπείες αποτρίχωσης και άλλες τις αφήνει τριχωτές και καταφρονεμένες. Να χτενίζονται. Αυτές και το μουνί τους. Αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Είπαμε. Το μουνί πρέπει να χτενίζεται. Και να ψαλιδίζεται, να αποτριχώνεται, να αρωματίζεται, να καλλωπίζεται. Το πρόβλημα είναι ότι αν και οι περισσότεροι επιθυμούν είτε να βλέπουν, ν’ αγγίζουν, να γεύονται και να μυρίζουν ένα καλοχτενισμένο μουνί είτε να το φέρουν με περηφάνια, χρησιμοποιούν τη γνωστή φράση για να απαξιώσουν συμπεριφορές, τάσεις, ιδέες και θεωρήσεις.

Κι εγώ στην ίδια παγίδα έπεσα, δεν το κρύβω. Διάβαζα αυτό το άρθρο και τελειώνοντας γέλασα «εδώ ο κόσμος χάνεται και το μουνί χτενίζεται». Στην τελευταία λέξη είχα ήδη καταλάβει ότι αυτή ακριβώς η φράση θα γίνει η μυλόπετρα που θα μας διαλύσει: Το μουνί που χτενίζεται και ο κόσμος που χάνεται.

Ο κόσμος όπως τον ξέραμε χάνεται κι εμείς χανόμαστε μαζί του. Και ξεχνάμε. Παραδινόμαστε. Δεν καινοτομούμε, δεν εφευρίσκουμε, δεν τολμάμε, δεν προσπαθούμε για το διαφορετικό. Οι προϋπολογισμοί (εταιριών και κράτους) εξαιρούν κάθε κονδύλι που δε θα δώσει σύντομα κέρδος. Οι επενδύσεις διαγράφονται μονοκοντυλιά. Η συντήρηση όμως δεν φέρνει ανάπτυξη. Αν δεν βάλεις και λίγο σαπούνι στην συνταγή θα μυρίσει μπακαλιαρίλα πώς να το κάνουμε…

Ο κόσμος χάνεται λένε οι διοικούντες. Άρα το μουνί δεν μπορεί να χτενίζεται όταν ο κόσμος του καταρρέει. Μα τότε ακριβώς είναι που ο κόσμος χρειάζεται μοσχομυριστά και καλοβαλμένα μουνιά  παλικάρια! Τότε! Δηλαδή τώρα. Τώρα είναι που πρέπει να υπάρξουν ιδέες, να υλοποιηθούν σχέδια, να γίνουν επενδύσεις. Τώρα είναι που πρέπει να ανοίξουν τα σεντούκια με τις κρυμμένες λίρες του γερολαδά. Τώρα είναι που πρέπει να βρούμε αφορμές για να ξυπνάμε το πρωί. Τώρα που ο κόσμος καίγεται και το μόνο που θέλουμε στην πραγματικότητα είναι να σπρώξουμε τις ώρες μέχρι να έρθει εκείνη η σωτήρια στιγμή που θα μας βρει ένας μικρός θάνατος στο μαξιλάρι μας μ’ έναν αναστεναγμό ανακούφισης που το έχουμε ακόμα. Τώρα είναι που πρέπει να σύρει καράβια και βουνιά και λαγκάδια. Όσο ακόμα υπάρχουν.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: