Νοίκιασέ το το παγωμένο

Mέσα Ιανουαρίου και βάλε. Έχω την αίσθηση ότι φέτος εκτός από λεφτά δεν υπάρχει και αυτό το φωτεινό διάλειμμα καταμεσής του χειμώνα που γαληνεύει τις ψυχές μας και μας γεμίζει με την προσμονή της άνοιξης. Αλκυονίδες μέρες νομίζω ότι τις λένε. Μα πού είναι; Στο δρόμο χάθηκαν;

Τώρα τελευταία όλο και κάτι χάνεται. Οι Αλκυονίδες έχασαν το δρόμο, οι πολιτικοί την όποια τσίπα τους είχε απομείνει, εμείς την ψυχραιμία και τις αντοχές μας, ο καυστήρας της πολυκατοικίας στην οποία κατοικώ τον λόγο ύπαρξής του. Ζήτημα είναι αν χρησιμοποιείται δυο ώρες την ημέρα. Όχι καθημερινώς. Κάποιες μέρες. Όταν ερχόμαστε στο τσακίρ κέφι και αποφασίζουμε να το ρίξουμε έξω και να θυμηθούμε τις παλιές, καλές μέρες βρε αδερφέ. Τότε που ζούσαμε την πολυτραγουδισμένη δανεική ευδαιμονία. Και ανάβαμε και καλοριφέρ! Οι καλοπερασάκηδες εκτός από δάνεια είχαμε και θράσος. Και καλοριφέρ. Τώρα κομμένος ο βερεσές, ακρίβυναν τα δανεικά, πήρε η μπάλα και το θράσος και ξωμείναμε σε μια γωνιά.

Τώρα που σφίξαν οι κώλοι, θα σφίξουν και οι επιδερμίδες. Δεν έχεις χρήματα για κρέμες και μπότοξ; Έλα να κοιμηθείς ένα βράδυ στο δωμάτιό μου και σου υπόσχομαι ότι θα βγεις με δέρμα νεανίσκης. Το επιχειρηματικό μου δαιμόνιο μού ψιθυρίζει τα άγρυπνα παγωμένα βράδια: Νοίκιασέ το το παγωμένο, νοίκιασέ το! «Κούρα ομορφιάς στη μικρή Αλάσκα, δέκα λεπτά από το κέντρο της πρωτεύουσας, τραμ και δύο λεωφόροι στη διάθεσή σας, αβάδιστα, αβασάνιστα, ακούραστα. Καθαρά σεντόνια, οικογενειακό περιβάλλον».

Πρόκειται για ομαδική παράκρουση ή είναι προσωπικό το θεματάκι;

Κρυώνω φριχτά. Κάθε βράδυ. Τόσο που δεν μπορώ να κοιμηθώ. Και το να μετράω λάθη, παραλείψεις, τύψεις, ενοχές, χρέη, τόκους και πανωτόκια μάλλον δεν έχει τα ίδια σωτήρια αποτελέσματα με το μέτρημα προβάτων. Τα προβατάκια μου ρε! Ποιος μου πήρε τα προβατάκια της νεότητάς μου; Ποιος τα αντικατάστησε με τούτα τα διαολεμένα τραγιά με τα κέρατα και τις ξινισμένες μούρες που αντί να στέκονται ακίνητα, πειθήνια περιμένοντας την νυσταγμένη μου συνείδηση να τα μετρήσει ένα δύο τρία, με κυνηγάνε με τα κέρατα κατεβασμένα πετώντας φωτιές ως δράκοι ενός όχι και τόσου παιδικού παραμυθιού;

Κρυώνω. Κάθε βράδυ. Τόσο που δεν μπορώ να κοιμηθώ. Τα καντήλια που κατεβάζω στον διαχειριστή και στους συγκάτοικους της παλιάς πολυκατοικίας με την κεντρική θέρμανση δεν αρκούν για να με κάνουν να ζεσταθώ. Ούτε η παρήγορη στέγη που απλώνεται πάνω από το κεφάλι μου και μουρμουρίζει «υπάρχουν και χειρότερα, σκάσε…» Ναι υπάρχουν. Αλλού. Και αλλού υπάρχουν και καλύτερα. Θέλεις να μιλήσουμε για τα καλύτερα;

Κάθε επόμενο παγωμένο βράδυ με χωρίζει από τα καλύτερα που φαντάζουν όλο και πιο ξεχασμένα, πιο ξένα. Μετράω και ξαναμετράω ερωτήματα, ανασύρω στιγμές, αποφάσεις, σταυροδρόμια που τράβηξα αριστερά και όχι δεξιά, ναι που δεν είπα, στιγμές που αιωρούνται ακίνητες. Κουνήσου, γαμοσταυρίζω το ρολόι, κουνήσου, παρακαλώ να ξημερώσει, κουνήσου, να βγει ο ήλιος, κουνήσου, να διαγράψω μια μέρα, κουνήσου, να έρθει η άνοιξη.

Να έρθει η άνοιξη…

Η ντροπή των αμνών

Κάθε φορά που με ρωτούν τι δουλειά κάνω, καταλήγω να λέω «πες προγραμματίστρια για να είσαι μέσα» διότι πού χρόνος για αναλύσεις επί αναλύσεων. Όλοι καταλαβαίνουν ότι ασχολούμαι με υπολογιστές και προγράμματα και όλα καλά. Στην δουλειά μου η εικόνα έχει τον πρώτο λόγο. Όσο παράξενο κι αν φαίνεται. Πελάτη δεν σταυρώνεις μόνο επειδή είσαι καλός επαγγελματίας αλλά και επειδή φαίνεσαι τέτοιος. Κυρίως αν είσαι γυναίκα. Στην Ελλάδα. Η τεχνογνωσία, η αποτελεσματικότητα και η ταχύτητα πηγαίνουν σετάκι με το ταγιεράκι, το κοστουμάκι, το σοβαρό το σινιόν και τις γόβες με το έως οχτάποντο τακούνι –μη μας περάσουν και για ξέκωλα και τρέχουμε.

Πριν την κρίση είχα θεσπίσει μερικούς γενικούς κανόνες για να είμαι πάντα μέσα: Η μπλούζα αγκάλιαζε σεμνά το μπούστο, το παντελόνι έπρεπε να είναι αρκούντως φαρδύ για να μην κολλάει στον πισινό και το σακάκι τόσο μεσάτο ώστε να αναδεικνύεται η σιλουέτα αλλά μέχρι εκεί. Τα πολλά πολλά στολίδια και τα τριζάτα αξεσουάρ απαγορεύονταν αν δεν ήθελα να καταλήξω αντί να κάνω demo προγράμματος για την εμπορική διαχείριση της επιχείρησης που επισκέφτηκα, να νομίσουν ότι πήγα για οντισιόν πόουλ ντάνσερ για το μπάτσελορ πάρτυ του οικονομικού διευθυντή. Αν το ραντεβού αφορούσε σε support φορολογικού μηχανισμού όφειλα να προβλέψω την ανοχή της φούστας στα σκυψίματα, αν δε κουβαλούσα και κάναν εξωτερικό δίσκο, έπρεπε να θυμάμαι αν δουλεύουν οι εμπρόσθιες usb θύρες του τερματικού που θα χρησιμοποιούσα αλλιώς μαύρο φίδι που μ’ έφαγε με την φουστίτσα και τα τακούνια.

Οπότε πρόσεχα. Και είχα. Τα πράγματα ήταν απλά και συγκεκριμένα: Μήκος φούστας, φάρδος παντελονιού, βάθος ντεκολτέ. Τσάντα ανά χείρας, δίσκοι και λοιπά συμπράγκαλα, ζουμπάδες και σφραγίδες και βενζίνη στο ντεπόζιτο. Ωραίες εποχές.

Τώρα τα πράγματα άλλαξαν. Πριν ξεκινήσω για το ραντεβού ελέγχω τον ισολογισμό της εταιρείας που θα επισκεφτώ, το υπόβαθρο των ιδιοκτητών και αν είναι δυνατόν ρίχνω μια ματιά και στο Ε9 τους. Διπλοτσεκάρω τα (δηλωμένα) κέρδη του 2010 και ανατρέχω στην μνήμη μου για να βρω αν έκαναν περαίωση και τι εισφορά τους ήρθε. Με αυτά τα κριτήρια διαλέγω τα ρούχα που θα φορέσω. Για να μην είμαι προκλητική. Για να μην νομίσουν ότι δεν έχω κι εγώ οικονομικό πρόβλημα και η πληρωμή μετατεθεί του αγίου ανήμερα.

Ως πρόκληση πλέον, δεν ορίζεται το χαμηλό ντεκολτέ, η στενή και κοντή φούστα ή το κολάν. Πάνε αυτά! Πρόκληση είναι η ετικέτα του σακακιού, η μάρκα της προσωπικής τσάντας, ο αριθμός των δαχτυλιδιών και το ύφος του ρολογιού. Όσο για το κινητό, άστο. Αν τολμήσω να βγάλω iphone πάνω στο γραφείο που θα εργαστώ, την εξάμηνη επιταγή την έχω στο τσεπάκι κι ευχαριστημένη να είμαι.

Το αυτό συμβαίνει στις παρέες. Στην ερώτηση «είσαι καλά;» βλέπω ανθρώπους που απαντούν σαν να είναι υποχρεωμένοι «ε, τι καλά να είμαι… όσο μπορώ… έτσι χάλια που είναι τα πράγματα…» με το κεφάλι κάτω και την γκριμάτσα της μαριονέτας (το γνωστό γεροντικό προσωπείο) σχεδιασμένη με το ζόρι απ’ άκρη σ’ άκρη στα πρόσωπά τους. Φράσεις τύπου «με το ζόρι τα βγάζω πέρα…» αντηχούν σε εταιρείες, οργανισμούς, δρόμους, μαζικά μέσα μεταφοράς. Έχουν γίνει κοινός τόπος. Για όσους τα κουτσοκαταφέρνουν και όσους τα καλοκαταφέρνουν, για όσους έχουν καβάτζα και όσους είναι με τον κώλο εκτεθειμένο, για όσους πήραν αύξηση και για όσους τρώνε την μία μείωση μετά την άλλη, γι’  αυτούς που μειώθηκαν τα κέρδη τους και για όσους έβγαλαν ζημιές. Ντρεπόμαστε αν είμαστε καλά… Ντρεπόμαστε αν δεν μας έχει χτυπήσει η κρίση ή αν μας έχει χτυπήσει λιγότερο από τον διπλανό. Και λέμε ψέματα ή έστω μισές αλήθειες.

Ντρεπόμαστε. Δεν μπορώ να καταγράψω τους προσωπικούς λόγους του καθένα γι’ αυτή του την στάση. Καταγράφω την βεβαιότητά μου ότι αυτή η συλλογική μιζέρια δεν οφείλεται στο ότι άξαφνα πιστέψαμε στην «επιστροφή στις αξίες και την ουσία της ζωής» που αργά αλλά σταθερά γίνεται κυρίαρχο τρεντ ή στην ανησυχία και την θλίψη μας για τον συνάνθρωπο που υποφέρει, για τους απεργούς, τους απλήρωτους, τους απολυμένους.

Είμαι σίγουρη πλέον ότι αυτή η ψυχαναγκαστική ενοχή δίκαιη ή άδικη, που σέρνεται και απλώνεται και κατατρώει τα σωθικά μας δεν οδηγεί σε δράσεις ή αντιδράσεις. Οδηγεί σε παγωμένες γκριμάτσες και μουδιασμένες αφηγήσεις της ζωής ενός άλλου που την κάναμε δική μας για να πουλήσουμε την εικόνα του κυνηγημένου από το μνημόνιο και την κρίση και να γίνουμε συμπαθείς ή έστω μη ενοχλητικοί: μη μας έρθει και καμιά σφαλιάρα μέρες που είναι. Διατηρούμε το προφίλ της μιζέριας, άλλος υψηλό και άλλος χαμηλό ανάλογα με τα γράδα του, νομίζοντας ότι έτσι θα επιβιώσουμε.

Σώπα μη μιλάς κι όταν μιλήσεις κλάψε. Κλαψούρισε και αν μπορείς ρίξε κι ένα δάκρυ. Γέμισε τον αέρα με αναστεναγμούς και σάλια. Το ίδιο κάνουν όλοι στο κοπάδι. Η ντροπή των αμνών στους κινηματογράφους της περιοχής σου. Μόνο που κλάμα στο κλάμα, σάλιο στο σάλιο, σούρσιμο στο σούρσιμο, μύξα στην μύξα, έρχεται και η ανοσία, η απάθεια. Κι έτσι δε θ’ ακουστεί η φωνή αυτού που έχει όντως πρόβλημα. Αυτού που πεινάει, τώρα πεινάει όχι σε έναν χρόνο, τώρα πεινάει σου λέω, αυτού που τώρα απολύεται, αυτού που τώρα δεν έχει καταθέσεις, αυτού που τώρα τον διώχνουν από το σπίτι του, αυτού που τώρα του κόβουν το ρεύμα. Καταλαβαίνεις; Ε; Καταλαβαίνεις;

Άλλος για τρούφες κίνησε, για σένα μείναν οι βρούβες

«Πότε με τα καρύδια του, πότε με τον χαλβά του, ήφερε την καλογριά εις τα θελήματά του» λέει η παροιμία που θυμάμαι όλο και πιο συχνά τον τελευταίο καιρό. Και καλά ο Μανδραβέλης, η Τρέμη, ο Πρετεντέρης και οι λοιποί. Αυτούς τους ξέρεις, μπορείς να φυλαχτείς. Τους άλλους να φοβάσαι. Τους καλούς. Τους εναλλακτικούς. Τους συμπαθητικούς. Που δεν σιχαίνονται να πιάσουν τα βρώμικα χέρια της αγρότισσας με τα 20 (είκοσι, επαναλαμβάνω είκοσι) στρέμματα γης που καλλιεργεί κρόκο Κοζάκης. Που δεν έχουν πρόβλημα να πατήσουν τις λάσπες γύρω από την λίμνη, εκεί που βόσκουν εκατόν πενήντα νεροβούβαλοι ή να καθίσουν δίπλα στα ξύλα έξω από το σπίτι των διακοσίων και βάλε τετραγωνικών που ανακαινίζει ένα ερωτευμένο ζευγάρι που επέστρεψε στις ρίζες του.

Πολλές οι απορίες που μου δημιουργήθηκαν όταν είδα την εκπομπή του κυρίου Σταύρου Θεοδωράκη «Aπό την κρίση στη φύση». Αναρωτήθηκα ποιος άνθρωπος με μυαλό στην κεφάλα του θα είχε είκοσι στρέμματα γης σε κάμπο και θα έφευγε από το χωριό του, ποιος θα είχε κτηνοτροφική μονάδα με τετρακόσια πενήντα πρόβατα και θα τα παρατούσε για να γίνει υπάλληλος των χιλίων ευρώ στην χαβούζα της Αθήνας. Πάλι πιασμένους μας δείχνουν ρε φίλε. Μπορεί να μην πηγαίνουν στα σκυλάδικα της εθνικής έξω από την Λάρισα αυτοί, μπορεί να προτιμούν τον Λουδοβίκο των Ανωγείων και τον Πλιάτσικα αλλά πιασμένοι είναι. Εσένα σε ξεγελούν; Όπου φτωχός και η μοίρα του έλεγε η γιαγιά μου και η μοίρα αυτών που γύρισαν στην φύση εν καιρώ κρίσης, η μοίρα όσων παρέλασαν στην εκπομπή αυτή ουδόλως έμοιαζε με αυτή των φτωχών που εγώ έχω στο μυαλό μου.

Ας πάρει το ποτάμι και η λίμνη τις απορίες μου όμως. Αυτή η ίδια λίμνη που υποδέχεται τα νεροβούβαλα. Τα πολλά. Που τιθασεύονται από την ηρεμία του βοσκού που δεν βρίσκει νύφη. Να καριέρα κόρες, να μάλαμα. Οι Βουλγάρες καραδοκούν να σας πάρουν το σπιτικό. Μην είστε χαζές. Ανταλλάξτε την αστική σας σκατολακκούβα με την νερολακκούβα των βούβαλων. Τι κι αν τα ζαχαροπλαστεία δεν αγοράζουν το γάλα πλέον; Τι κι αν εισάγουμε την μοτσαρέλα από την Ιταλία; Τι κι αν οι επιδοτήσεις είναι λιγοστές πλέον; Το ερωτευμένο ζευγάρι που εκτρέφει άλογα μας δείχνει τον δρόμο. Έξω από το τεράστιο ξεκλείδωτο σπίτι του (με στάβλους, αποθήκες και μικρούς ξενώνες ικανούς να φιλοξενήσουν τους φίλους από την Αθήνα που ζηλεύουν) το ζευγάρι απλώνει την ευτυχία του πάνω στ’ άχυρα: «Να έρθετε εδώ στο έρημο χωριό μας. Να έρθετε. Με την αξιοπρέπειά σας όμως. Μην έρθετε επειδή εκδιωχθήκατε. Να έρθετε αξιοπρεπείς».

Αξιοπρέπεια. Με κυνηγάει αυτή η λέξη τις τελευταίες μέρες. Πώς ορίζεται η αξιοπρέπεια για κάποιον που επιθυμεί να μετοικήσει; Προφανώς με τον παρά του. Μάλιστα. Και πού να βρει τον παρά ω πανέξυπνε γητευτή των αλόγων; Πού να την βρει την αξιοπρέπεια όταν δεν έχει πια εργασία και εισόδημα; Όταν το σπίτι που μπορεί να κατέχει στην Αθήνα (αν δεν το χρωστάει στις τράπεζες δηλαδή) δεν πουλιέται ούτε για οικοδομικά υλικά; Όταν έχει χρεωθεί μέχρι το λαιμό γιατί είναι άνεργος επί ένα χρόνο; Αξιοπρέπεια. Την οποία θα βρει επενδύοντας σε νέες ανταγωνιστικές καλλιέργειες. Μάλιστα. Αν έχεις χρήματα να επενδύσεις προφανώς έχεις και χρήματα να ζήσεις στην Αθήνα ή στα αστικά κέντρα. Βρε όπου φτωχός και η μοίρα του, εμένα ν’ ακούς.

Και τον αγρότη με τα φασόλια των Πρεσπών τα μαύρα να ακούς: «Ωραία ζωή εδώ ε; Άλλο μια μέρα, άλλο μια ζωή. Στη Γερμανία θα πάμε…» Δεν σου λέω να πας στη Γερμανία. Σου λέω να βλέπεις πίσω από τις ειδυλλιακές εικόνες που σου πουλάνε ως λύση. Σου λέω να αντιλαμβάνεσαι ότι δεν αγοράζεις με πορδές τα έρημα σπίτια στα έρημα χωριά. Σου λέω ότι δεν μπορείς να ανακαινίσεις τα τεράστια παραδοσιακά, πανέμορφα σπίτια με τις καλές σου προθέσεις. Σου λέω ότι όπως κάποτε σου πουλούσαν γαρύφαλλα στο πρώτο τραπέζι πίστα και δεκαπεντάποντα τώρα σου πουλάνε ιπποφαές στα καλάθια και μπότες ορειβασίας. Σου λέω ότι ποινικοποιούν την ύπαρξή σου και τον τρόπο ζωής σου. Αυτόν τον τρόπο ζωής που όσο εξυπηρετούσε, σου χαϊδεύαν τ’ αυτάκια μικρέ καταναλωτή. Τώρα σε μαστιγώνουν αργά, μεθοδικά για να επιλέξεις άλλη ρότα που θα σε βγάλει λέει από το τούνελ.

Στην άκρη του δικού τους τούνελ έχει τρούφες, που πουλιούνται δύο χιλιάδες ευρώ τα διακόσια γραμμάρια. Κάτι μου λέει ότι στην άκρη του δικού μας τούνελ έχει βρούβες.

Σημείωση:

Στέλνω για βρούβες: Χρησιμοποιείται για άσκοπες και ανωφελείς πράξεις, όπως και το πάει για βρούβες. Αλλά σημαίνει και στέλνω αδιάβαστο κάποιον, δηλαδή τον ταπεινώνω, εξευτελίζω. Η «βρούβα» είναι ετήσιο, αυτοφυές και ποώδες φυτό που για πολλές καλλιέργειες θεωρείται ζιζάνιο, αλλά αξιοποιείται στην κατασκευή φαρμάκων. (www.slang.gr)

προς γνώσιν και ταπείνωσιν

Διάβασα για το φαινόμενο του «χλιδόφτωχου» κι έχω ανατριχιάσει. Από την κορφή μέχρι τα νύχια. Κι ακόμα παραμέσα. Αλλά είπα να μη βρίσω σήμερα. Να διατηρήσω την «αξιοπρέπειά» μου. Διότι ένα έχω μάθει καλά στην ζωή μου: σκατά αν βάλεις στο κατάλληλο κουτάκι, πολύτιμο σκεύασμα θα το νομίσουν. Την επόμενη μέρα όλοι θα κυκλοφορούν βρωμώντας σκατίλα μα κανένας δε θα την μυρίζει στον διπλανό του, διότι το κυρίαρχο τρεντ πλέον θα είναι η σκατίλα. Όπως σήμερα είναι η συλλογική ενοχή, η απαξίωση, η ντροπή, το σκυμμένο κεφάλι, το μούδιασμα, ο γενικευμένος φόβος. Κι ακόμα είναι η αρχή. Έχουμε να δούμε και ν’ ακούσουμε…

Θα μας πουν για το λεμόνι του γείτονα –αυτουνού που έφτυνε στον κόρφο του όταν σ’ έβλεπε στην πόρτα; Ε αυτουνού! Που πλέον θα σου χτυπάει την πόρτα με χαμόγελο για να σου δίνει το ξινό και να πάρει το γλυκό-, την ρετσίνα που θα πίνεις αγκαλιά με την καριόλα του τετάρτου που καθαρίζει τα χαλιά τινάζοντάς τα πάνω στην μπουγάδα σου. Εννοείται ότι η εν λόγω καριόλα συνειδητοποιώντας την κάκιστη συμπεριφορά της στο πρόσφατο παρελθόν και επιθυμώντας να γίνει καλύτερος άνθρωπος ώστε να μπορεί μαζί σου με μια φωνή και μια αγκαλιά να τραγουδάει το «κάνε υπομονή κι ο ουρανός θα γίνει πιο γαλανός» ξαφνικά θα αποφασίσει να ραίνει με άνθη λεβάντας (από την γλάστρα που θα συντηρεί στο μπαλκόνι της) τα απλωμένα ρούχα σου. Η αλήθεια είναι –να την λέμε την αλήθεια- ότι η γνώση ότι τα έπλυνες στο ποτάμι της γειτονιάς -στα Κάτω Πατήσια δεν έχει ποτάμι αλλά ας μην το κάνουμε θέμα- χρησιμοποιώντας αλισίβα θα λειτουργήσει ως καταλύτης για την νεοαποκτηθείσα ταξική της –και όχι μόνο- συνείδηση.

Κάτσε σου λέω, έχει ενδιαφέρον. Σε λίγο θα μας πουν ότι σε κάθε κλείσιμο στούδιου μανικιούρ-πεντικιούρ, σε κάθε λουκέτο κομμωτηρίου χιλιάδες νοικοκυρές, μετανιωμένες που δεν ήξεραν να φτιάχνουν λαχανοντολμάδες και να προσθέτουν την σωστή ποσότητα νισεστέ στα αφράτα ζυμάρια τους και άκουσον άκουσον αγόραζαν γλυκά και ενίοτε συνέτρωγαν σε ταβέρνες με τις παρέες τους, αυτές οι νοικοκυρές της κακιάς ώρας και του κακού συναπαντήματος, αυτές που δεν άντεχαν; Αυτές! Αυτές λοιπόν, οι κακούργες που κυκλοφορούσαν με νύχια στολισμένα με στρασάκια και λουλουδάκια και είχαν και πλυντήριο πιάτων –αν είναι δυνατόν- θα πρέπει να βγαίνουν στους δρόμους ολοφυρόμενες και να κάνουν τη διαδρομή Κολιάτσου-Παγκράτι γονατιστές και γυμνόστηθες κραδαίνοντας μαστίγιο με εννιά ουρές και μολυβένιες άκρες, ζητώντας από τους περαστικούς να τις τιμωρήσουν για τον πρότερο ανέντιμο βίο τους. Ας μην αναφερθώ στις ντροπές του Σαββάτου: όταν πλήρωναν γυναίκα για να κάνει τις βαριές δουλειές κι αυτές γυρνούσαν από βιτρίνα σε βιτρίνα ισορροπώντας πάνω στις τεχνητές τους επιθυμίες. Ας μην…

Κάτσε σου λέω, έχει ενδιαφέρον. Κάθε βιτρίνα που θα γεμίζει με ενοικιάζεται ή πωλείται θα σηματοδοτεί την επιστροφή σου στην φύση. Κάθε κανόνι που ακούς θα σε κάνει να βγάζεις τις μισολιωμένες πασχαλιάτικες λαμπάδες και να τις ανάβεις κάνοντας τον σταυρό σου «δόξα τω θεώ έκλεισε ένα μαγαζί και σήμερα, θα φτάσουμε μια ώρα αρχύτερα στην φτώχεια και την αληθινή ευζωία. Θα γυρίσουμε την πλάτη στην απρόσωπη πόλη, θα γυρίσουμε στα χωριά μας και χαρωποί σκαφτιάδες θα μυρίζουμε με μάτια που θα φέγγουν από την ευτυχία τη σβουνιά και το χώμα, τρίβοντάς το στη μούρη μας. Επιτέλους θα ενωθούμε με τη φύση και το σύμπαν». Πρώτοι οι πρωταγωνιστές του «άβαταρ», δεύτεροι οι Έλληνες.

Κάτσε ρε χλιδόφτωχε σου λέω, έχει ενδιαφέρον. Ακόμα στην αρχή είσαι. Ακόμα τίποτα δεν σου έχουν πει. Σου είπαν ότι τα έφαγες μαζί τους, σου είπαν ότι το χρέος του δημόσιου τομέα επηρεάζεται από το χρέος των νοικοκυριών, σου είπαν ότι είσαι φασίστας, είσαι κομμουνιστής, είσαι μαλάκας, είσαι κυρίαρχος λαός, είσαι πλούσιος, είσαι φτωχός, είσαι προνομιούχος, είσαι τριτοκοσμικός, είσαι αναπτυγμένος, είσαι Ευρωπαίος, είσαι Βαλκάνιος, είσαι κοπρίτης, είσαι τεμπέλης, είσαι κλέφτης, είσαι λαμόγιο, είσαι περήφανα γηρατειά και τιμημένα νιάτα, είσαι κόκκινος, μπλε, πράσινος, πορτοκαλής με κίτρινους κόκκους, είσαι ένοχος, είσαι συνένοχος, είσαι απολιτίκ, είσαι απαίδευτος, είσαι αμόρφωτος, είσαι πλούσιος, είσαι φτωχός, είσαι χλιδάτος, είσαι φραγκάτος, είσαι τζιπάτος, είσαι κουπάτος. Είσαι και τι δεν είσαι.

Κάθε φορά, ανάλογα με την συγκυρία λαλάνε τα όργανα. Και συ γίνεσαι όποιος θελήσουν. Με τόση ευκολία που ανατριχιάζει το μέσα μου και το όξω μου μαζί. Σφυρίζουν οι βοσκοί και συ πας. Πέρα δώθε, πέρα δώθε. Σε κάθε κλικ και μια ταπείνωση ίσα για να ξεπληρώσεις τα κλικ του παρελθόντος σου και την γκλαμουριά που αγόραζες κρεμασμένη στα μανταλάκια. Τότε ήταν διαφορετικά. Κανένας δεν μιλούσε τότε. Ήταν καλό το μεροκάματο και το τρεντ ήταν η γκλαμουριά. Τώρα το τρεντ είναι η επιστροφή στις αξίες. Ρε ασταδιάλα.

Αλλά είπαμε. Θα διατηρήσω την αξιοπρέπειά μου. Θα κλείσω το στόμα, τη μύτη και τα μάτια. Να μη φωνάζω, να μη μυρίζω, να μη βλέπω. Ξυπνήστε με στον επόμενο τόνο. Όταν θα σου σφυρίξουν ότι ξεκίνησε η νέα βιομηχανική/τουριστική επανάσταση στην Ελλάδα. Με τις συνθήκες του χίλια επτακόσια ενενήντα τόσο. Κι εσύ θα τρέχεις να προλάβεις το τρένο της «ανάπτυξης» πληρώνοντας με λουρίδες από το κρέας σου. Όσο όσο.

υγ: Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Ακούς; 

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: