Comfortably Νumb – Κάνοντας το θέμα θέαμα

Προς τον σεαρτζή της γειτονιάς μου
Ινδερνέ-Ενταύθα

Αγαπητέ άγνωστε,

Θα μου επιτρέψεις να σου συστηθώ. Συναντιόμαστε καθημερινά κι ας μην γνωρίζεις την ύπαρξή μου. Όταν θέλεις να ικανοποιήσεις την ανάγκη σου με χρησιμοποιείς και γρήγορα με ξεχνάς. Μέχρι την επόμενη φορά. Είμαι αναλώσιμη και πάντα διαθέσιμη. Είμαι ο στόχος σου. Ο εύκολος στόχος. Με συναντάς κάθε μέρα. Σου μοιάζω: έχω χέρια, πόδια, κεφάλι, αυτιά και μάτια. Είμαι άνθρωπος. Είμαι ο γείτονάς σου, ο συνάδελφός σου, κάθομαι δίπλα σου στο τραμ, περιμένω στην ουρά μαζί με σένα, αγόρασα ένα φόρεμα από το μαγαζί σου, μου έκοψες τυρί την Πέμπτη, έλυσα το πρόβλημα στα ισοζύγια του λογιστηρίου την Δευτέρα, ανέβασα ένα τραγούδι που σου άρεσε την Τρίτη και την Παρασκευή γελάσαμε με το ίδιο βίντεο στο Youtube.

Μιλάμε την ίδια γλώσσα, χρησιμοποιούμε τις ίδιες εκφράσεις, μοιραζόμαστε αγωνίες και ανησυχίες, κάποια βράδια αγρυπνούμε μαζί και κάποια άλλα κρυώνουμε ταυτόχρονα. Όμως πιστεύεις ότι είμαι διαφορετική από σένα. Κατά την άποψή σου το νευρικό μου σύστημα είναι φτιαγμένο από μπετόν αρμέ και τα βλέφαρά μου κάθε πρωί τα πλένω με κόλλα που κολλάει γερά, πολύ γερά. Για σένα έχω μάτια ερμητικά κλειστά και τ’ αυτιά μου είναι κρεμαστάρια κοσμημάτων. Πιστεύεις ότι το πνεύμα μου είναι μουδιασμένο και ότι ασχολούμαι μόνο με τις αισθήσεις και τις ηδονές. Νομίζεις ότι δεν μ’ ενδιαφέρει τίποτα έξω από τον στενό κύκλο των προσωπικών μου συμφερόντων και των αδιάφορων ενασχολήσεών μου.

Φαντάζομαι ότι θα απορείς πώς και γιατί σχημάτισα τέτοια εντύπωση για σένα αφού δεν σε γνωρίζω και δεν με γνωρίζεις. Θα αναρωτιέσαι γιατί σου στέλνω αυτή την γεμάτη παράπονο επιστολή. Πιθανόν να μυρίζεις την οθόνη μπας και αναγνωρίσεις πίσω από τα γράμματα κάποιον που αδίκησες. Μην ψάχνεις, μην κάνεις τον κόπο. Δεν με γνωρίζεις. Είμαστε ξένοι, άγνωστοι. Αλλά με την συμπεριφορά σου δείχνεις σαν να με ξέρεις, σαν να θέλεις να με συνετίσεις, να με κάνεις καλύτερο άνθρωπο. Μοιάζεις σα να έχεις αναλάβει αποστολή αγαπητέ μου άγνωστε. Οι σταυροφορίες πρέπει να ήταν το αγαπημένο σου κεφάλαιο στο μάθημα της Ιστορίας από το οποίο όμως δεν διδάχτηκες τίποτα. Θυμάσαι μόνο ό,τι σε εντυπωσίασε: τις αστραφτερές πανοπλίες, τις πολεμικές ιαχές και τους τεράστιους φανταχτερούς κόκκινους σταυρούς. Αναρτάς τεράστιες φρικιαστικές φωτογραφίες, πληκτρολογείς με κεφαλαία φανταχτερές λέξεις γεμάτες μίσος και θαυμαστικά, αναδημοσιεύεις αιματηρά βίντεο με δυνατές μουσικές, όπλα πολέμου με τα οποία διεκπεραιώνεις την αποστολή σου και αποτελειώνεις εμένα: έχεις βαλθεί να με ευαισθητοποιήσεις.

Καθημερινά μου τρίβεις στη μούρη φωτογραφίες κατακρεουργημένων πεθαμένων ή ημιθανών ζώων που κακοποιήθηκαν από υπανθρώπους ή ακόμα και από χώρες (δες Ουκρανία), μωρών ή/και παιδιών απάνθρωπα μελανιασμένων από τα χέρια των ίδιων τους των γονέων, γερόντων που κλαίνε πάνω από ψωμί και αλάτι,  ναρκομανών που χτυπάνε ενέσεις δίπλα σε καροτσάκια μωρών. Γράφεις σημειώσεις που με προσκαλείς να κάψω μαγαζιά προειδοποιώντας ότι όταν τα καίω θα πρέπει να βεβαιωθώ ότι οι ιδιοκτήτες είναι εγκλωβισμένοι, υποψήφια κάρβουνα για την ψησταριά τους. Χρησιμοποιείς αλήθειες, ψέματα, παραποιημένες φωτογραφίες, ράβεις και ξηλώνεις περιστατικά από την Αργεντινή για να τα φορέσεις κοστούμι στα μέτρα της Πλατείας Βάθης, κάνεις κολάζ φωτογραφιών Τούρκων σεισμοπαθών και τους τοποθετείς στα παγκάκια του Συντάγματος.

«Εγώ; Εγώ τα κάνω όλα αυτά;» θα αντιδράσεις. «Εγώ ποτέ δεν αλλοίωσα φωτογραφία, δεν κατασκεύασα είδηση, δεν έγραψα επικίνδυνα στάτους.» Θα συμφωνήσω αγαπητέ άγνωστε. Ίσως να μην ξεκίνησες εσύ το γαϊτανάκι της φρίκης. Αλλά το συνέχισες. Το άπλωσες στα μήκη και τα πλάτη του διαδικτύου. Έκανες το γαϊτανάκι μαστίγιο και με χτύπησες εκεί που νομίζεις ότι δεν με πονάει αφού με θεωρείς αναίσθητη. Με χτύπησες την πρώτη και αντέδρασα. Τρόμαξα. Αηδίασα. Θύμωσα. Εξοργίστηκα. Με χτύπησες τη δεύτερη και πόνεσα. Λιγότερο είναι αλήθεια, δεν θέλω να στο κρύβω. Με χτύπησες την τρίτη, την τέταρτη, την εικοστή, την εκατοστή, την χιλιοστή. Και θύμωσα. Και πόνεσα. Όλο και λιγότερο. Ώσπου στο τέλος έπαψα να θυμώνω και να προβληματίζομαι με το θέαμα της φτώχειας, της δυστυχίας, της ανέχειας, της κακοποίησης με την οποία πλουσιοπάροχα με ταϊζεις ελλείψει άρτου. Πλέον θυμώνω με σένα.

Προφανώς πιστεύεις ότι εγώ ζω αλλού. Σε άλλη χώρα. Δεν βλέπω, δεν ακούω, δεν μυρίζω, δεν αισθάνομαι. Ξέρεις αγαπητέ άγνωστε, ακόμα κι αν δεν φωνάζω, δεν γράφω με κεφαλαία, δεν χρησιμοποιώ δεκαπέντε θαυμαστικά μετά από κάθε πρόταση, ακόμα και αν δεν αναρτώ φωτογραφίες γεμάτες αίμα και σπέρμα και αν μερικές φορές βάζω και κάνα τραγούδι και γελώ με τους φίλους μου, σε παρακαλώ σταμάτα να προεξοφλείς ότι έχω ξεχάσει την ανθρωπιά μου. Με πληγώνεις στοχοποιώντας με. Με πληγώνεις και με θυμώνεις. Και εν τέλει με αποευαισθητοποιείς. Το χειρότερο δε είναι ότι επειδή με εξοργίζεις με κάνεις να νιώθω καλά με τον θυμό μου. Κάνοντας το φλέγον θέμα θέαμα, αφαιρείς την τραγικότητα και την σημαντικότητά του. Με αναγκάζεις να αποστασιοποιηθώ για να αντέξω. Συνηθίζω καταλαβαίνεις; Συνηθίζω…

Έρευνες έδειξαν ότι η συνεχής και άμετρη προβολή βίας (τα αποτελέσματα της κρίσης που βιώνουμε είναι η χειρότερη μορφή βίας μη γελιέσαι, μην βιαστείς σε παρακαλώ να ψάξεις για ελαφρυντικά) είναι ουσιαστικά μέσο αποευαισθητοποίησης και έχει το αντίθετο αποτέλεσμα από το αναμενόμενο ή/και ζητούμενο. Στο υστερόγραφο παραθέτω συνδέσμους με έρευνες και πειράματα που έγιναν. Θα χαρώ ιδιαίτερα αν διαβάσεις και ακόμα περισσότερο αν καταλάβεις. Δεν πρόκειται να γεμίσω την επιστολή αυτή με φωτογραφίες που θα σου προκαλέσουν σοκ ώστε να σε αναγκάσω να προσέξεις τα γραφόμενά μου. Κάνω έκκληση στην απλή λογική σου. Φαντάζομαι ότι κάτι έχει απομείνει από δαύτη.

Κλείνοντας αγαπητέ άγνωστε σεαρτζή θα μου επιτρέψεις να σου θυμίσω ότι οι καλές προθέσεις δεν είναι αρκετές για να κρατήσουν στον δρόμο ακόμα και το καλύτερο όχημα όταν ο οδηγός πάρει την στροφή χωρίς να υπολογίσει την ταχύτητα, τις αντοχές του οχήματος και την ολισθηρότητα του οδοστρώματος.

Με τιμή & ελπίδα

Ο στόχος σου

ΥΓ1: Σου παραθέτω μερικούς συνδέσμους που ελπίζω να βρεις τουλάχιστον ενδιαφέροντες

Research Report: Comfortably Numb / Desensitizing Effects of Violent Media on Helping Others by Brad J. Bushman and Craig A. Anderson

Violent Video Games and Hostile Expectations: A Test of the General Aggression Model

Aggression: Books, Chapters and Articles

Bandura’s Bobo Doll experiment (video) 

ΥΓ2: Σου αφιερώνω ένα τραγούδι μπας και σε εξευμενίσω και με λυπηθείς.

Με τιμή & ελπίδα (ξανά)

Ο στόχος σου

Νοίκιασέ το το παγωμένο

Mέσα Ιανουαρίου και βάλε. Έχω την αίσθηση ότι φέτος εκτός από λεφτά δεν υπάρχει και αυτό το φωτεινό διάλειμμα καταμεσής του χειμώνα που γαληνεύει τις ψυχές μας και μας γεμίζει με την προσμονή της άνοιξης. Αλκυονίδες μέρες νομίζω ότι τις λένε. Μα πού είναι; Στο δρόμο χάθηκαν;

Τώρα τελευταία όλο και κάτι χάνεται. Οι Αλκυονίδες έχασαν το δρόμο, οι πολιτικοί την όποια τσίπα τους είχε απομείνει, εμείς την ψυχραιμία και τις αντοχές μας, ο καυστήρας της πολυκατοικίας στην οποία κατοικώ τον λόγο ύπαρξής του. Ζήτημα είναι αν χρησιμοποιείται δυο ώρες την ημέρα. Όχι καθημερινώς. Κάποιες μέρες. Όταν ερχόμαστε στο τσακίρ κέφι και αποφασίζουμε να το ρίξουμε έξω και να θυμηθούμε τις παλιές, καλές μέρες βρε αδερφέ. Τότε που ζούσαμε την πολυτραγουδισμένη δανεική ευδαιμονία. Και ανάβαμε και καλοριφέρ! Οι καλοπερασάκηδες εκτός από δάνεια είχαμε και θράσος. Και καλοριφέρ. Τώρα κομμένος ο βερεσές, ακρίβυναν τα δανεικά, πήρε η μπάλα και το θράσος και ξωμείναμε σε μια γωνιά.

Τώρα που σφίξαν οι κώλοι, θα σφίξουν και οι επιδερμίδες. Δεν έχεις χρήματα για κρέμες και μπότοξ; Έλα να κοιμηθείς ένα βράδυ στο δωμάτιό μου και σου υπόσχομαι ότι θα βγεις με δέρμα νεανίσκης. Το επιχειρηματικό μου δαιμόνιο μού ψιθυρίζει τα άγρυπνα παγωμένα βράδια: Νοίκιασέ το το παγωμένο, νοίκιασέ το! «Κούρα ομορφιάς στη μικρή Αλάσκα, δέκα λεπτά από το κέντρο της πρωτεύουσας, τραμ και δύο λεωφόροι στη διάθεσή σας, αβάδιστα, αβασάνιστα, ακούραστα. Καθαρά σεντόνια, οικογενειακό περιβάλλον».

Πρόκειται για ομαδική παράκρουση ή είναι προσωπικό το θεματάκι;

Κρυώνω φριχτά. Κάθε βράδυ. Τόσο που δεν μπορώ να κοιμηθώ. Και το να μετράω λάθη, παραλείψεις, τύψεις, ενοχές, χρέη, τόκους και πανωτόκια μάλλον δεν έχει τα ίδια σωτήρια αποτελέσματα με το μέτρημα προβάτων. Τα προβατάκια μου ρε! Ποιος μου πήρε τα προβατάκια της νεότητάς μου; Ποιος τα αντικατάστησε με τούτα τα διαολεμένα τραγιά με τα κέρατα και τις ξινισμένες μούρες που αντί να στέκονται ακίνητα, πειθήνια περιμένοντας την νυσταγμένη μου συνείδηση να τα μετρήσει ένα δύο τρία, με κυνηγάνε με τα κέρατα κατεβασμένα πετώντας φωτιές ως δράκοι ενός όχι και τόσου παιδικού παραμυθιού;

Κρυώνω. Κάθε βράδυ. Τόσο που δεν μπορώ να κοιμηθώ. Τα καντήλια που κατεβάζω στον διαχειριστή και στους συγκάτοικους της παλιάς πολυκατοικίας με την κεντρική θέρμανση δεν αρκούν για να με κάνουν να ζεσταθώ. Ούτε η παρήγορη στέγη που απλώνεται πάνω από το κεφάλι μου και μουρμουρίζει «υπάρχουν και χειρότερα, σκάσε…» Ναι υπάρχουν. Αλλού. Και αλλού υπάρχουν και καλύτερα. Θέλεις να μιλήσουμε για τα καλύτερα;

Κάθε επόμενο παγωμένο βράδυ με χωρίζει από τα καλύτερα που φαντάζουν όλο και πιο ξεχασμένα, πιο ξένα. Μετράω και ξαναμετράω ερωτήματα, ανασύρω στιγμές, αποφάσεις, σταυροδρόμια που τράβηξα αριστερά και όχι δεξιά, ναι που δεν είπα, στιγμές που αιωρούνται ακίνητες. Κουνήσου, γαμοσταυρίζω το ρολόι, κουνήσου, παρακαλώ να ξημερώσει, κουνήσου, να βγει ο ήλιος, κουνήσου, να διαγράψω μια μέρα, κουνήσου, να έρθει η άνοιξη.

Να έρθει η άνοιξη…

Άλλος για τρούφες κίνησε, για σένα μείναν οι βρούβες

«Πότε με τα καρύδια του, πότε με τον χαλβά του, ήφερε την καλογριά εις τα θελήματά του» λέει η παροιμία που θυμάμαι όλο και πιο συχνά τον τελευταίο καιρό. Και καλά ο Μανδραβέλης, η Τρέμη, ο Πρετεντέρης και οι λοιποί. Αυτούς τους ξέρεις, μπορείς να φυλαχτείς. Τους άλλους να φοβάσαι. Τους καλούς. Τους εναλλακτικούς. Τους συμπαθητικούς. Που δεν σιχαίνονται να πιάσουν τα βρώμικα χέρια της αγρότισσας με τα 20 (είκοσι, επαναλαμβάνω είκοσι) στρέμματα γης που καλλιεργεί κρόκο Κοζάκης. Που δεν έχουν πρόβλημα να πατήσουν τις λάσπες γύρω από την λίμνη, εκεί που βόσκουν εκατόν πενήντα νεροβούβαλοι ή να καθίσουν δίπλα στα ξύλα έξω από το σπίτι των διακοσίων και βάλε τετραγωνικών που ανακαινίζει ένα ερωτευμένο ζευγάρι που επέστρεψε στις ρίζες του.

Πολλές οι απορίες που μου δημιουργήθηκαν όταν είδα την εκπομπή του κυρίου Σταύρου Θεοδωράκη «Aπό την κρίση στη φύση». Αναρωτήθηκα ποιος άνθρωπος με μυαλό στην κεφάλα του θα είχε είκοσι στρέμματα γης σε κάμπο και θα έφευγε από το χωριό του, ποιος θα είχε κτηνοτροφική μονάδα με τετρακόσια πενήντα πρόβατα και θα τα παρατούσε για να γίνει υπάλληλος των χιλίων ευρώ στην χαβούζα της Αθήνας. Πάλι πιασμένους μας δείχνουν ρε φίλε. Μπορεί να μην πηγαίνουν στα σκυλάδικα της εθνικής έξω από την Λάρισα αυτοί, μπορεί να προτιμούν τον Λουδοβίκο των Ανωγείων και τον Πλιάτσικα αλλά πιασμένοι είναι. Εσένα σε ξεγελούν; Όπου φτωχός και η μοίρα του έλεγε η γιαγιά μου και η μοίρα αυτών που γύρισαν στην φύση εν καιρώ κρίσης, η μοίρα όσων παρέλασαν στην εκπομπή αυτή ουδόλως έμοιαζε με αυτή των φτωχών που εγώ έχω στο μυαλό μου.

Ας πάρει το ποτάμι και η λίμνη τις απορίες μου όμως. Αυτή η ίδια λίμνη που υποδέχεται τα νεροβούβαλα. Τα πολλά. Που τιθασεύονται από την ηρεμία του βοσκού που δεν βρίσκει νύφη. Να καριέρα κόρες, να μάλαμα. Οι Βουλγάρες καραδοκούν να σας πάρουν το σπιτικό. Μην είστε χαζές. Ανταλλάξτε την αστική σας σκατολακκούβα με την νερολακκούβα των βούβαλων. Τι κι αν τα ζαχαροπλαστεία δεν αγοράζουν το γάλα πλέον; Τι κι αν εισάγουμε την μοτσαρέλα από την Ιταλία; Τι κι αν οι επιδοτήσεις είναι λιγοστές πλέον; Το ερωτευμένο ζευγάρι που εκτρέφει άλογα μας δείχνει τον δρόμο. Έξω από το τεράστιο ξεκλείδωτο σπίτι του (με στάβλους, αποθήκες και μικρούς ξενώνες ικανούς να φιλοξενήσουν τους φίλους από την Αθήνα που ζηλεύουν) το ζευγάρι απλώνει την ευτυχία του πάνω στ’ άχυρα: «Να έρθετε εδώ στο έρημο χωριό μας. Να έρθετε. Με την αξιοπρέπειά σας όμως. Μην έρθετε επειδή εκδιωχθήκατε. Να έρθετε αξιοπρεπείς».

Αξιοπρέπεια. Με κυνηγάει αυτή η λέξη τις τελευταίες μέρες. Πώς ορίζεται η αξιοπρέπεια για κάποιον που επιθυμεί να μετοικήσει; Προφανώς με τον παρά του. Μάλιστα. Και πού να βρει τον παρά ω πανέξυπνε γητευτή των αλόγων; Πού να την βρει την αξιοπρέπεια όταν δεν έχει πια εργασία και εισόδημα; Όταν το σπίτι που μπορεί να κατέχει στην Αθήνα (αν δεν το χρωστάει στις τράπεζες δηλαδή) δεν πουλιέται ούτε για οικοδομικά υλικά; Όταν έχει χρεωθεί μέχρι το λαιμό γιατί είναι άνεργος επί ένα χρόνο; Αξιοπρέπεια. Την οποία θα βρει επενδύοντας σε νέες ανταγωνιστικές καλλιέργειες. Μάλιστα. Αν έχεις χρήματα να επενδύσεις προφανώς έχεις και χρήματα να ζήσεις στην Αθήνα ή στα αστικά κέντρα. Βρε όπου φτωχός και η μοίρα του, εμένα ν’ ακούς.

Και τον αγρότη με τα φασόλια των Πρεσπών τα μαύρα να ακούς: «Ωραία ζωή εδώ ε; Άλλο μια μέρα, άλλο μια ζωή. Στη Γερμανία θα πάμε…» Δεν σου λέω να πας στη Γερμανία. Σου λέω να βλέπεις πίσω από τις ειδυλλιακές εικόνες που σου πουλάνε ως λύση. Σου λέω να αντιλαμβάνεσαι ότι δεν αγοράζεις με πορδές τα έρημα σπίτια στα έρημα χωριά. Σου λέω ότι δεν μπορείς να ανακαινίσεις τα τεράστια παραδοσιακά, πανέμορφα σπίτια με τις καλές σου προθέσεις. Σου λέω ότι όπως κάποτε σου πουλούσαν γαρύφαλλα στο πρώτο τραπέζι πίστα και δεκαπεντάποντα τώρα σου πουλάνε ιπποφαές στα καλάθια και μπότες ορειβασίας. Σου λέω ότι ποινικοποιούν την ύπαρξή σου και τον τρόπο ζωής σου. Αυτόν τον τρόπο ζωής που όσο εξυπηρετούσε, σου χαϊδεύαν τ’ αυτάκια μικρέ καταναλωτή. Τώρα σε μαστιγώνουν αργά, μεθοδικά για να επιλέξεις άλλη ρότα που θα σε βγάλει λέει από το τούνελ.

Στην άκρη του δικού τους τούνελ έχει τρούφες, που πουλιούνται δύο χιλιάδες ευρώ τα διακόσια γραμμάρια. Κάτι μου λέει ότι στην άκρη του δικού μας τούνελ έχει βρούβες.

Σημείωση:

Στέλνω για βρούβες: Χρησιμοποιείται για άσκοπες και ανωφελείς πράξεις, όπως και το πάει για βρούβες. Αλλά σημαίνει και στέλνω αδιάβαστο κάποιον, δηλαδή τον ταπεινώνω, εξευτελίζω. Η «βρούβα» είναι ετήσιο, αυτοφυές και ποώδες φυτό που για πολλές καλλιέργειες θεωρείται ζιζάνιο, αλλά αξιοποιείται στην κατασκευή φαρμάκων. (www.slang.gr)

προς γνώσιν και ταπείνωσιν

Διάβασα για το φαινόμενο του «χλιδόφτωχου» κι έχω ανατριχιάσει. Από την κορφή μέχρι τα νύχια. Κι ακόμα παραμέσα. Αλλά είπα να μη βρίσω σήμερα. Να διατηρήσω την «αξιοπρέπειά» μου. Διότι ένα έχω μάθει καλά στην ζωή μου: σκατά αν βάλεις στο κατάλληλο κουτάκι, πολύτιμο σκεύασμα θα το νομίσουν. Την επόμενη μέρα όλοι θα κυκλοφορούν βρωμώντας σκατίλα μα κανένας δε θα την μυρίζει στον διπλανό του, διότι το κυρίαρχο τρεντ πλέον θα είναι η σκατίλα. Όπως σήμερα είναι η συλλογική ενοχή, η απαξίωση, η ντροπή, το σκυμμένο κεφάλι, το μούδιασμα, ο γενικευμένος φόβος. Κι ακόμα είναι η αρχή. Έχουμε να δούμε και ν’ ακούσουμε…

Θα μας πουν για το λεμόνι του γείτονα –αυτουνού που έφτυνε στον κόρφο του όταν σ’ έβλεπε στην πόρτα; Ε αυτουνού! Που πλέον θα σου χτυπάει την πόρτα με χαμόγελο για να σου δίνει το ξινό και να πάρει το γλυκό-, την ρετσίνα που θα πίνεις αγκαλιά με την καριόλα του τετάρτου που καθαρίζει τα χαλιά τινάζοντάς τα πάνω στην μπουγάδα σου. Εννοείται ότι η εν λόγω καριόλα συνειδητοποιώντας την κάκιστη συμπεριφορά της στο πρόσφατο παρελθόν και επιθυμώντας να γίνει καλύτερος άνθρωπος ώστε να μπορεί μαζί σου με μια φωνή και μια αγκαλιά να τραγουδάει το «κάνε υπομονή κι ο ουρανός θα γίνει πιο γαλανός» ξαφνικά θα αποφασίσει να ραίνει με άνθη λεβάντας (από την γλάστρα που θα συντηρεί στο μπαλκόνι της) τα απλωμένα ρούχα σου. Η αλήθεια είναι –να την λέμε την αλήθεια- ότι η γνώση ότι τα έπλυνες στο ποτάμι της γειτονιάς -στα Κάτω Πατήσια δεν έχει ποτάμι αλλά ας μην το κάνουμε θέμα- χρησιμοποιώντας αλισίβα θα λειτουργήσει ως καταλύτης για την νεοαποκτηθείσα ταξική της –και όχι μόνο- συνείδηση.

Κάτσε σου λέω, έχει ενδιαφέρον. Σε λίγο θα μας πουν ότι σε κάθε κλείσιμο στούδιου μανικιούρ-πεντικιούρ, σε κάθε λουκέτο κομμωτηρίου χιλιάδες νοικοκυρές, μετανιωμένες που δεν ήξεραν να φτιάχνουν λαχανοντολμάδες και να προσθέτουν την σωστή ποσότητα νισεστέ στα αφράτα ζυμάρια τους και άκουσον άκουσον αγόραζαν γλυκά και ενίοτε συνέτρωγαν σε ταβέρνες με τις παρέες τους, αυτές οι νοικοκυρές της κακιάς ώρας και του κακού συναπαντήματος, αυτές που δεν άντεχαν; Αυτές! Αυτές λοιπόν, οι κακούργες που κυκλοφορούσαν με νύχια στολισμένα με στρασάκια και λουλουδάκια και είχαν και πλυντήριο πιάτων –αν είναι δυνατόν- θα πρέπει να βγαίνουν στους δρόμους ολοφυρόμενες και να κάνουν τη διαδρομή Κολιάτσου-Παγκράτι γονατιστές και γυμνόστηθες κραδαίνοντας μαστίγιο με εννιά ουρές και μολυβένιες άκρες, ζητώντας από τους περαστικούς να τις τιμωρήσουν για τον πρότερο ανέντιμο βίο τους. Ας μην αναφερθώ στις ντροπές του Σαββάτου: όταν πλήρωναν γυναίκα για να κάνει τις βαριές δουλειές κι αυτές γυρνούσαν από βιτρίνα σε βιτρίνα ισορροπώντας πάνω στις τεχνητές τους επιθυμίες. Ας μην…

Κάτσε σου λέω, έχει ενδιαφέρον. Κάθε βιτρίνα που θα γεμίζει με ενοικιάζεται ή πωλείται θα σηματοδοτεί την επιστροφή σου στην φύση. Κάθε κανόνι που ακούς θα σε κάνει να βγάζεις τις μισολιωμένες πασχαλιάτικες λαμπάδες και να τις ανάβεις κάνοντας τον σταυρό σου «δόξα τω θεώ έκλεισε ένα μαγαζί και σήμερα, θα φτάσουμε μια ώρα αρχύτερα στην φτώχεια και την αληθινή ευζωία. Θα γυρίσουμε την πλάτη στην απρόσωπη πόλη, θα γυρίσουμε στα χωριά μας και χαρωποί σκαφτιάδες θα μυρίζουμε με μάτια που θα φέγγουν από την ευτυχία τη σβουνιά και το χώμα, τρίβοντάς το στη μούρη μας. Επιτέλους θα ενωθούμε με τη φύση και το σύμπαν». Πρώτοι οι πρωταγωνιστές του «άβαταρ», δεύτεροι οι Έλληνες.

Κάτσε ρε χλιδόφτωχε σου λέω, έχει ενδιαφέρον. Ακόμα στην αρχή είσαι. Ακόμα τίποτα δεν σου έχουν πει. Σου είπαν ότι τα έφαγες μαζί τους, σου είπαν ότι το χρέος του δημόσιου τομέα επηρεάζεται από το χρέος των νοικοκυριών, σου είπαν ότι είσαι φασίστας, είσαι κομμουνιστής, είσαι μαλάκας, είσαι κυρίαρχος λαός, είσαι πλούσιος, είσαι φτωχός, είσαι προνομιούχος, είσαι τριτοκοσμικός, είσαι αναπτυγμένος, είσαι Ευρωπαίος, είσαι Βαλκάνιος, είσαι κοπρίτης, είσαι τεμπέλης, είσαι κλέφτης, είσαι λαμόγιο, είσαι περήφανα γηρατειά και τιμημένα νιάτα, είσαι κόκκινος, μπλε, πράσινος, πορτοκαλής με κίτρινους κόκκους, είσαι ένοχος, είσαι συνένοχος, είσαι απολιτίκ, είσαι απαίδευτος, είσαι αμόρφωτος, είσαι πλούσιος, είσαι φτωχός, είσαι χλιδάτος, είσαι φραγκάτος, είσαι τζιπάτος, είσαι κουπάτος. Είσαι και τι δεν είσαι.

Κάθε φορά, ανάλογα με την συγκυρία λαλάνε τα όργανα. Και συ γίνεσαι όποιος θελήσουν. Με τόση ευκολία που ανατριχιάζει το μέσα μου και το όξω μου μαζί. Σφυρίζουν οι βοσκοί και συ πας. Πέρα δώθε, πέρα δώθε. Σε κάθε κλικ και μια ταπείνωση ίσα για να ξεπληρώσεις τα κλικ του παρελθόντος σου και την γκλαμουριά που αγόραζες κρεμασμένη στα μανταλάκια. Τότε ήταν διαφορετικά. Κανένας δεν μιλούσε τότε. Ήταν καλό το μεροκάματο και το τρεντ ήταν η γκλαμουριά. Τώρα το τρεντ είναι η επιστροφή στις αξίες. Ρε ασταδιάλα.

Αλλά είπαμε. Θα διατηρήσω την αξιοπρέπειά μου. Θα κλείσω το στόμα, τη μύτη και τα μάτια. Να μη φωνάζω, να μη μυρίζω, να μη βλέπω. Ξυπνήστε με στον επόμενο τόνο. Όταν θα σου σφυρίξουν ότι ξεκίνησε η νέα βιομηχανική/τουριστική επανάσταση στην Ελλάδα. Με τις συνθήκες του χίλια επτακόσια ενενήντα τόσο. Κι εσύ θα τρέχεις να προλάβεις το τρένο της «ανάπτυξης» πληρώνοντας με λουρίδες από το κρέας σου. Όσο όσο.

υγ: Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Ακούς; 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: