Comfortably Νumb – Κάνοντας το θέμα θέαμα

Προς τον σεαρτζή της γειτονιάς μου
Ινδερνέ-Ενταύθα

Αγαπητέ άγνωστε,

Θα μου επιτρέψεις να σου συστηθώ. Συναντιόμαστε καθημερινά κι ας μην γνωρίζεις την ύπαρξή μου. Όταν θέλεις να ικανοποιήσεις την ανάγκη σου με χρησιμοποιείς και γρήγορα με ξεχνάς. Μέχρι την επόμενη φορά. Είμαι αναλώσιμη και πάντα διαθέσιμη. Είμαι ο στόχος σου. Ο εύκολος στόχος. Με συναντάς κάθε μέρα. Σου μοιάζω: έχω χέρια, πόδια, κεφάλι, αυτιά και μάτια. Είμαι άνθρωπος. Είμαι ο γείτονάς σου, ο συνάδελφός σου, κάθομαι δίπλα σου στο τραμ, περιμένω στην ουρά μαζί με σένα, αγόρασα ένα φόρεμα από το μαγαζί σου, μου έκοψες τυρί την Πέμπτη, έλυσα το πρόβλημα στα ισοζύγια του λογιστηρίου την Δευτέρα, ανέβασα ένα τραγούδι που σου άρεσε την Τρίτη και την Παρασκευή γελάσαμε με το ίδιο βίντεο στο Youtube.

Μιλάμε την ίδια γλώσσα, χρησιμοποιούμε τις ίδιες εκφράσεις, μοιραζόμαστε αγωνίες και ανησυχίες, κάποια βράδια αγρυπνούμε μαζί και κάποια άλλα κρυώνουμε ταυτόχρονα. Όμως πιστεύεις ότι είμαι διαφορετική από σένα. Κατά την άποψή σου το νευρικό μου σύστημα είναι φτιαγμένο από μπετόν αρμέ και τα βλέφαρά μου κάθε πρωί τα πλένω με κόλλα που κολλάει γερά, πολύ γερά. Για σένα έχω μάτια ερμητικά κλειστά και τ’ αυτιά μου είναι κρεμαστάρια κοσμημάτων. Πιστεύεις ότι το πνεύμα μου είναι μουδιασμένο και ότι ασχολούμαι μόνο με τις αισθήσεις και τις ηδονές. Νομίζεις ότι δεν μ’ ενδιαφέρει τίποτα έξω από τον στενό κύκλο των προσωπικών μου συμφερόντων και των αδιάφορων ενασχολήσεών μου.

Φαντάζομαι ότι θα απορείς πώς και γιατί σχημάτισα τέτοια εντύπωση για σένα αφού δεν σε γνωρίζω και δεν με γνωρίζεις. Θα αναρωτιέσαι γιατί σου στέλνω αυτή την γεμάτη παράπονο επιστολή. Πιθανόν να μυρίζεις την οθόνη μπας και αναγνωρίσεις πίσω από τα γράμματα κάποιον που αδίκησες. Μην ψάχνεις, μην κάνεις τον κόπο. Δεν με γνωρίζεις. Είμαστε ξένοι, άγνωστοι. Αλλά με την συμπεριφορά σου δείχνεις σαν να με ξέρεις, σαν να θέλεις να με συνετίσεις, να με κάνεις καλύτερο άνθρωπο. Μοιάζεις σα να έχεις αναλάβει αποστολή αγαπητέ μου άγνωστε. Οι σταυροφορίες πρέπει να ήταν το αγαπημένο σου κεφάλαιο στο μάθημα της Ιστορίας από το οποίο όμως δεν διδάχτηκες τίποτα. Θυμάσαι μόνο ό,τι σε εντυπωσίασε: τις αστραφτερές πανοπλίες, τις πολεμικές ιαχές και τους τεράστιους φανταχτερούς κόκκινους σταυρούς. Αναρτάς τεράστιες φρικιαστικές φωτογραφίες, πληκτρολογείς με κεφαλαία φανταχτερές λέξεις γεμάτες μίσος και θαυμαστικά, αναδημοσιεύεις αιματηρά βίντεο με δυνατές μουσικές, όπλα πολέμου με τα οποία διεκπεραιώνεις την αποστολή σου και αποτελειώνεις εμένα: έχεις βαλθεί να με ευαισθητοποιήσεις.

Καθημερινά μου τρίβεις στη μούρη φωτογραφίες κατακρεουργημένων πεθαμένων ή ημιθανών ζώων που κακοποιήθηκαν από υπανθρώπους ή ακόμα και από χώρες (δες Ουκρανία), μωρών ή/και παιδιών απάνθρωπα μελανιασμένων από τα χέρια των ίδιων τους των γονέων, γερόντων που κλαίνε πάνω από ψωμί και αλάτι,  ναρκομανών που χτυπάνε ενέσεις δίπλα σε καροτσάκια μωρών. Γράφεις σημειώσεις που με προσκαλείς να κάψω μαγαζιά προειδοποιώντας ότι όταν τα καίω θα πρέπει να βεβαιωθώ ότι οι ιδιοκτήτες είναι εγκλωβισμένοι, υποψήφια κάρβουνα για την ψησταριά τους. Χρησιμοποιείς αλήθειες, ψέματα, παραποιημένες φωτογραφίες, ράβεις και ξηλώνεις περιστατικά από την Αργεντινή για να τα φορέσεις κοστούμι στα μέτρα της Πλατείας Βάθης, κάνεις κολάζ φωτογραφιών Τούρκων σεισμοπαθών και τους τοποθετείς στα παγκάκια του Συντάγματος.

«Εγώ; Εγώ τα κάνω όλα αυτά;» θα αντιδράσεις. «Εγώ ποτέ δεν αλλοίωσα φωτογραφία, δεν κατασκεύασα είδηση, δεν έγραψα επικίνδυνα στάτους.» Θα συμφωνήσω αγαπητέ άγνωστε. Ίσως να μην ξεκίνησες εσύ το γαϊτανάκι της φρίκης. Αλλά το συνέχισες. Το άπλωσες στα μήκη και τα πλάτη του διαδικτύου. Έκανες το γαϊτανάκι μαστίγιο και με χτύπησες εκεί που νομίζεις ότι δεν με πονάει αφού με θεωρείς αναίσθητη. Με χτύπησες την πρώτη και αντέδρασα. Τρόμαξα. Αηδίασα. Θύμωσα. Εξοργίστηκα. Με χτύπησες τη δεύτερη και πόνεσα. Λιγότερο είναι αλήθεια, δεν θέλω να στο κρύβω. Με χτύπησες την τρίτη, την τέταρτη, την εικοστή, την εκατοστή, την χιλιοστή. Και θύμωσα. Και πόνεσα. Όλο και λιγότερο. Ώσπου στο τέλος έπαψα να θυμώνω και να προβληματίζομαι με το θέαμα της φτώχειας, της δυστυχίας, της ανέχειας, της κακοποίησης με την οποία πλουσιοπάροχα με ταϊζεις ελλείψει άρτου. Πλέον θυμώνω με σένα.

Προφανώς πιστεύεις ότι εγώ ζω αλλού. Σε άλλη χώρα. Δεν βλέπω, δεν ακούω, δεν μυρίζω, δεν αισθάνομαι. Ξέρεις αγαπητέ άγνωστε, ακόμα κι αν δεν φωνάζω, δεν γράφω με κεφαλαία, δεν χρησιμοποιώ δεκαπέντε θαυμαστικά μετά από κάθε πρόταση, ακόμα και αν δεν αναρτώ φωτογραφίες γεμάτες αίμα και σπέρμα και αν μερικές φορές βάζω και κάνα τραγούδι και γελώ με τους φίλους μου, σε παρακαλώ σταμάτα να προεξοφλείς ότι έχω ξεχάσει την ανθρωπιά μου. Με πληγώνεις στοχοποιώντας με. Με πληγώνεις και με θυμώνεις. Και εν τέλει με αποευαισθητοποιείς. Το χειρότερο δε είναι ότι επειδή με εξοργίζεις με κάνεις να νιώθω καλά με τον θυμό μου. Κάνοντας το φλέγον θέμα θέαμα, αφαιρείς την τραγικότητα και την σημαντικότητά του. Με αναγκάζεις να αποστασιοποιηθώ για να αντέξω. Συνηθίζω καταλαβαίνεις; Συνηθίζω…

Έρευνες έδειξαν ότι η συνεχής και άμετρη προβολή βίας (τα αποτελέσματα της κρίσης που βιώνουμε είναι η χειρότερη μορφή βίας μη γελιέσαι, μην βιαστείς σε παρακαλώ να ψάξεις για ελαφρυντικά) είναι ουσιαστικά μέσο αποευαισθητοποίησης και έχει το αντίθετο αποτέλεσμα από το αναμενόμενο ή/και ζητούμενο. Στο υστερόγραφο παραθέτω συνδέσμους με έρευνες και πειράματα που έγιναν. Θα χαρώ ιδιαίτερα αν διαβάσεις και ακόμα περισσότερο αν καταλάβεις. Δεν πρόκειται να γεμίσω την επιστολή αυτή με φωτογραφίες που θα σου προκαλέσουν σοκ ώστε να σε αναγκάσω να προσέξεις τα γραφόμενά μου. Κάνω έκκληση στην απλή λογική σου. Φαντάζομαι ότι κάτι έχει απομείνει από δαύτη.

Κλείνοντας αγαπητέ άγνωστε σεαρτζή θα μου επιτρέψεις να σου θυμίσω ότι οι καλές προθέσεις δεν είναι αρκετές για να κρατήσουν στον δρόμο ακόμα και το καλύτερο όχημα όταν ο οδηγός πάρει την στροφή χωρίς να υπολογίσει την ταχύτητα, τις αντοχές του οχήματος και την ολισθηρότητα του οδοστρώματος.

Με τιμή & ελπίδα

Ο στόχος σου

ΥΓ1: Σου παραθέτω μερικούς συνδέσμους που ελπίζω να βρεις τουλάχιστον ενδιαφέροντες

Research Report: Comfortably Numb / Desensitizing Effects of Violent Media on Helping Others by Brad J. Bushman and Craig A. Anderson

Violent Video Games and Hostile Expectations: A Test of the General Aggression Model

Aggression: Books, Chapters and Articles

Bandura’s Bobo Doll experiment (video) 

ΥΓ2: Σου αφιερώνω ένα τραγούδι μπας και σε εξευμενίσω και με λυπηθείς.

Με τιμή & ελπίδα (ξανά)

Ο στόχος σου

Advertisements

Εξομολόγηση μιας εξαρτημένης (αγαπημένο μου facebook)

Αγαπημένο μου facebook,

Ήρθε η ώρα να μάθεις. Ήρθε η ώρα να μάθω κι εγώ. Δεν αρκεί να παθαίνω. Πρέπει και να μαθαίνω. Και μερικές φορές, τι μερικές τις περισσότερες, για να μάθεις πρέπει να πάθεις. Πολλά.

Σήμερα έκανα πολλά χιλιόμετρα για να πω σ’ ένα πολύ αγαπημένο μου πρόσωπο αυτά που θα σου εξομολογηθώ. Πολλά να πάω και πολλά να γυρίσω. Πολλά σου λέω. Αυθημερόν. Διότι μερικές φορές, τι μερικές όλες, δεν αρκεί να λες, πρέπει και να κάνεις. Να δείχνεις ότι δεν είσαι από χαρτί, από πίξελ ή από αέρα κοπανιστό. Το αποτέλεσμα δεν έχει σημασία. Ποτέ δεν έχει. Η ζωή μας είναι γεμάτη από αδιέξοδα, ανεπιτυχείς προσπάθειες και στάχτες ονείρων και επιδιώξεων. Το ζητούμενο είναι η πρόθεση. Η διάθεση. Και η στάση. Η στάση ζωής. Που όταν γίνεται καθιστική δημιουργεί πρόβλημα. Όχι μόνο στον κώλο μας μα και στο μυαλό μας.

Αγαπημένο μου facebook, ήρθε η ώρα να μάθεις. Δεν είμαι εικονική. Δεν είναι άβαταρ. Δεν είμαι περσόνα. Δεν είμαι ένα δημιούργημα που κατασκεύασα για να πονάω λιγότερο, για να προσελκύσω θαυμαστές ή φίλους ή εν δυνάμει αγαπημένους. Είμαι εγώ. Ολόκληρη. Έχω αίμα και σάρκα και φωνή κι έναν ολόκληρο κόσμο εντός μου που πάλλεται και φωνάζει. Και αγαπημένο μου facebook είσαι πολύ μικρό για να με χωρέσεις. Είσαι πολύ μικρό για να γεμίσεις με την ύπαρξή μου τις οθόνες. Όσο χρόνο κι αν σου βάζω υπέροχή μου εικονική πραγματικότητα, όση ενέργεια, είσαι πολύ λιγοστή για μένα.

Αγαπημένο μου facebook. Είσαι εθιστικό. Ακραία εθιστικό. Και γω είμαι άρρωστη. Βαριά και βαθιά. Έχω αρρωστήσει εξαιτίας σου. Όχι μόνο εγώ. Και πολλοί πολλοί φίλοι. Πάρα πολλοί. Τους περισσότερους τους γνώρισα μέσα στη χοντρή, μεγάλη σου κοιλιά που όλα τα χωνεύει. Ποιητές, λογοτέχνες, ζωγράφους, φωτογράφους, δημοσιογράφους, συντάκτες, πουτάνες, καριόλες, λεσβίες και ομοφυλόφιλους, σεξομανείς και ευθυμογράφους, μανιακούς των παιχνιδιών και του σάιμπερ παιχνιδιού.. Εδώ θα έρθει η αναγνώριση, η αποδοχή, το φλερτ, το γαμήσι, ο έρωτας, τα τριαντάφυλλα και τα αγκάθια. Παιδιά, σκυλιά, αίμα και σπέρμα, κολπικά υγρά και σουφρωμένα χείλη, πνεύμα, χιούμορ κι εξυπνάδα, κυρίες και κύριοι εδώ ξεχνιούνται όλα, κουτσοί, στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα. Όλοι μέσα στην βρωμερή κοιλιά σου, ανακατωμένοι με γαστρικά υγρά που τους καίνε σιγά σιγά  και μεθοδικά χωρίς να το αντιλαμβάνονται.

Οι περισσότερο δεν το παραδέχονται. Το facebook είναι μια ευχάριστη ενασχόληση. Κι ας σε ανοίγουν και σε ψαχουλεύουν δέκα φορές την ημέρα. Ή και όλη την ημέρα αν μπαίνουν από το κινητό τους. Όλη μέρα και όλη νύχτα μπροστά σε μια οθόνη ζώντας μια πραγματικότητα που τους (μας) κάνει να ξεφεύγουν από την δική τους ζοφερή, τρομακτική πραγματικότητα. Οι περισσότεροι φίλοι μου (κι εγώ μαζί, η άρρωστη) κοιτούν την ανάρτησή τους και μια και δυο και τρεις φορές και τέσσερις και πέντε και σαρανταπέντε, για να δουν ποιος πάτησε το ευφυέστατο (α ρε νέρντ Ζούκι τι σου (μας) έκανε η γκόμενα –δείτε την ταινία The Social Network και θα καταλάβετε τι εννοώ-) «μου αρέσει» και ποιος τήρησε σιγή ιχθύος. Και γιατί δεν πάτησε λάικ αυτός; Ή ο άλλος. Ή εκείνη. Μήπως θύμωσε; Μήπως δεν με γουστάρει πια; Μήπως μιλάει με άλλη; Με άλλον; Μήπως χάνω το πνεύμα μου; Το ταλέντο μου; Μήπως δεν δουλεύει η αρχική; Οι ειδοποιήσεις; Τα ‘παιξε πάλι το σύστημα. Δεν τα ‘παιξε το σύστημα. Εγώ τα ‘παιξα και δεν είμαι καλά.  

Οι περισσότεροι φίλοι μου (κι εγώ μαζί, η άρρωστη) ελέγχουν συνεχώς ποιος σχολίασε τι. Ποιος έκανε την έξυπνη ανάρτηση της ημέρας. Ένας ολόκληρος κόσμος στον μικρόκοσμό μου. Που είναι ψευδεπίγραφα γεμάτος πια. Και δεν χρειάζεται να κάνω πολλά για να τον γεμίσω. Τον έχω στις άκρες των δαχτύλων μου. Τόσο απλά, τόσο εύκολα. Το μόνο που έχω να κάνω είναι να μπω. Και άντε να ξαναβγώ. Τόσο απλά.

Αγαπημένο μου facebook, οι άνθρωποι δεν είναι λεμονόκουπες. Δεν είναι ολογράμματα, δεν είναι φωτογραφίες, δεν είναι πληροφορίες, emails & διευθύνσεις άμεσων μηνυμάτων, δεν είναι η επαγγελματική τους εμπειρία και οι σπουδές που έκαναν. Δεν είναι η προσωπική τους κατάσταση. Δεν είναι αυτό που ψάχνουν. Δεν είναι οι φωτογραφίες της 25ης Αυγούστου του 2011 ή της 25ης Μαϊου του 2011. Δεν είναι τ’ άρθρα που αντιγράφουν για να δείξουν την άποψή τους, τα τραγούδια που βάζουν για να στείλουν το μήνυμά τους στον ενδιαφερόμενο ή να δείξουν στο κοινό τους πόσο ψαγμένοι είναι μουσικά. Δεν είναι οι σημειώσεις που γράφουν και τα ταγκαρίσματα που κάνουν. Οι άνθρωποι δεν είναι φωτογραφίες στο τσατ που έχουν πράσινο κυκλάκι δίπλα και που όταν σε ενοχλούν τους κρύβεις για να μην τους βλέπεις. Οι άνθρωποι δεν είναι οντότητες που διαγράφονται ή αποκλείονται από την μια στιγμή στην άλλη. Αλλά αυτό δεν σε αφορά. Δεν είναι δική σου δουλειά. Εσύ είσαι μια τεράστια βάση δεδομένων που δουλειά της είναι να χωνεύει, να ταξινομεί, να προτείνει και να αντιπροτείνει για να πουλήσει και να ματαξαναπουλήσει και μετά να ξαναχωνεύει για να βγάλει το νέο ερώτημα.

Αγαπημένο μου facebook. Έχω σκοτώσει πολύ χρόνο παρακολουθώντας τα τεκταινόμενα στην κοιλιά σου. Τα τελευταία τρία χρόνια έχω ζήσει περισσότερο εντός σου παρά εκτός σου. Έχω κάνει παρέα με ανθρώπους που δεν τους έχω μυρίσει, δεν τους έχω ανασάνει, δεν τους έχω αγγίξει, περισσότερο από αυτούς που έχω νιώσει. Έχω κάνει κατά καιρούς προσπάθειες να με πείσω για το σημαντικό του εγχειρήματος: έτσι γίνονται γνωστά τα κείμενά μου (την ξέρεις την ψωνάρα μου), έχω γνωρίσει ενδιαφέροντες ανθρώπους, έχω συσχετιστεί με ανθρώπους με κοινά ενδιαφέροντα που άντε να τους βρεις στην κοσμοπλημμύρα και πάει λέγοντας. Όμως αγαπημένο μου, με κατέκλυσες και με πνίγεις. Μ’ έχεις πιάσει από τον λαιμό και με σπρώχνεις σε βάθη ανησυχητικά σκοτεινά. Μ’ έχεις τρομάξει με την ανασφάλεια που μου δημιουργείς όταν σκέφτομαι ότι ουσιαστικά είναι πιθανό, τι πιθανό βέβαιο, να είμαι άλλο ένα παράθυρο που με όση ευκολία άνοιξε με την ίδια ευκολία θα κλείσει.

Αγαπημένο μου facebook. Τις προάλλες, έγραψα ένα διήγημα που περιέγραφα μία εξαρτημένη γυναίκα. Δεν είμαι εγώ αυτή. Δεν είμαι εξαρτημένη από το αλκοόλ. Είμαι όμως εξαρτημένη από σένα. Και ξέρω ότι ένας τρόπος υπάρχει (ελπίζω) να συνέλθει κάποιος για την κατάντια του, κυρίως όταν αυτή οφείλεται στη βαθιά του ανασφάλεια ότι κανείς, μα κανείς και ποτέ δεν τον αγάπησε γι’ αυτό που είναι. Να ξεμπροστιαστεί. Άγρια και σκληρά. Και να πονέσει βαθιά. Μπας και συνέλθει.

Αγαπημένο μου facebook. Δεν ξέρω αν η ντροπή είναι ικανή να με σταματήσει από το να ξεροσταλιάζω μπροστά σου για να δω τι ανάρτηση έκανε ο αγαπημένος μου, τι έγραψε η φιλενάδα μου που πονάει για τον έρωτά της ή τι έβαλε ο τάδε πανέξυπνος σχολιαστής. Δεν ξέρω αν η ντροπή είναι ικανή να μου δώσει πίσω τη ζωή που έχω χάσει μπροστά στην οθόνη σου. Δεν ξέρω αν η ντροπή είναι ικανή να με κάνει να σε χρησιμοποιώ όπως και όσο πρέπει. Ελπίζω όμως η δολοφονία της δικής μου -τόσο πολύτιμης- διαδικτυακής περσόνας να πείσει τον άνθρωπο που εκτιμώ και αγαπώ τόσο πολύ να καταλάβει τι κάνει στον εαυτό του και στους γύρω του όντας και ο ίδιος εξαρτημένος από σένα.

Οι άνθρωποι δεν είναι λεμονόκουπες, δεν είναι ολογράμματα. Οι άνθρωποι δεν έχουν κουμπί διαγραφής ή αποκλεισμού. Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν τα gamma & τα saturation τους για να μην δείχνουν τις ρυτίδες τους. Οι άνθρωποι δεν ψάχνουν απεγνωσμένα να βρουν από τον σωρό των κουρελιών τους αυτό που είναι λιγότερο ξεφτισμένο για να γίνουν αρεστοί.

Οι άνθρωποι στέκονται γυμνοί ο ένας μπροστά στον άλλο με τις ουλές τους, τις πληγές τους, τα χαμόγελα και τα πάθη τους, τιμώντας τις ψυχές τους και τα συναισθήματά τους.

Οι άνθρωποι όταν νιώθουν οργή δείχνουν τα δόντια τους δεν γράφουν στάτους, όταν είναι λυπημένοι κλαίνε δεν βάζουν μαύρες φωτογραφίες, όταν πονάνε μουγκρίζουν δε βάζουν τραγούδια.

Οι άνθρωποι όταν αγαπάνε βάζουν την πολύτιμη γνώση σε μπουκάλι και το ρίχνουν στον ωκεανό της ανασφάλειάς τους. Κι ας μην φτάσει πουθενά.

Οι άνθρωποι όταν θέλουν να γνωριστούν κοιτάνε βαθιά μέσα στα μάτια του άλλου. Κι ας χαθούν.

Αγαπημένο μου facebook, δεν είμαι αγνώμων. Σ’ ευχαριστώ για όσα μου έδωσες. Δεν ήταν λίγα. Αλλά με αρρώστησες. Και πρέπει να γίνω καλά. Και μαζί μου ελπίζω να γίνουν καλά και άλλοι.

Είναι καιρός.

«Όταν θα γίνεις μάνα, θα καταλάβεις»

Μαμά

Μητέρα

Μάνα

Δεν μ’ αγαπάς. Ποτέ δεν με αγάπησες. Μάλλον με αντιπαθείς. Αναρωτιέμαι γιατί. «Όταν θα γίνεις μάνα θα καταλάβεις». Έγινα μάνα. Τρις. Δεν κατάλαβα. Δεν θέλω να καταλάβω τι είναι αυτό που κάνει μια μητέρα να αγαπάει το παιδί της όταν, αν και εφόσον της μοιάζει.

Δεν σου μοιάζω. Παρά τις προσπάθειές σου. Έκανες όσα νόμιζες ή όσα έπρεπε να κάνεις για να γίνω ίδια με σένα. Να νοιάζομαι για τα λεφτά, για την κοινωνική θέση, για τα ρούχα και τα στολίδια, για τα τούβλα και τα επιχρίσματα στους τοίχους. «Άλλο; Υπάρχει κάτι άλλο;» σε ρωτούσα πάντα κι έψαχνα εκείνο το άλλο κάτω από την φθαρτή επιφάνεια που θα με έκανε να κατανοήσω την ουσία των πραγμάτων. Εσύ κούναγες το κεφάλι και απορούσες με τις εμπνεύσεις μου.

Κι εγώ απορώ μαζί σου. Χρόνια τώρα. Γιατί θα έπρεπε να μοιάζω σε σένα ή τον πατέρα μου; Δεν αρκεί το γενετικό υλικό για να γίνω κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν σου. Ούτε καν το κοινό κοινωνικό υπόβαθρο. Ούτε καν οι κοινές αναμνήσεις. Ούτε καν τα ίδια βιώματα. Ούτε καν η εστία γύρω από την οποία μαζευόμαστε για να προστατευτούμε από το κρύο. Μάταια. Πώς να προστατευτείς από τον εχθρό όταν το φρούριό σου είναι κακοστημένο σκηνικό για τα μάτια του κόσμου;

Ποτέ δεν κατάφερα να γίνω η καλή σου κόρη. Το μαύρο πρόβατο ήμουν πάντα. Εκείνο το παιδί που δεν μπορούσατε να καταλάβετε. «Όταν θα γίνεις μάνα θα καταλάβεις» τραγάνιζες τις λέξεις σχεδόν με μίσος, τις πηγαινόφερνες από τα μπροστινά δόντια στα πίσω και πάλι από την αρχή χρησιμοποιώντας σαν γέφυρα τη γλώσσα σου. «Όταν θα γίνεις μάνα, θα καταλάβεις», μουρμούριζες και ξεσκόνιζες με λύσσα το σκρίνιο και τον καθρέφτη με τα σκαλίσματα που σου κληροδότησε η δική σου μάνα. Κρατιόσουν από το γυαλισμένο ξύλο αναπολώντας τα περασμένα μεγαλεία διηγώντας τα να κλαις και με κοιτούσες με κείνο το παλιό βλέμμα που τόσο ήθελα να δω να χύνεται στο πάτωμα και να γεμίζει καινούρια σκόνη μπας και σβηστεί.

«Όταν θα γίνεις μάνα, θα καταλάβεις» μαγείρευες και μουρμούριζες, περπατούσες και κοιτούσες τον ουρανό «σε τίποτα δεν μου έχει μοιάσει αυτό το παιδί…» Κοιτούσες την κοιλιά σου και αναρωτιόσουν, είμαι σίγουρη ότι αναρωτιόσουν μήπως έγινε κάποιο λάθος, μήπως σου άλλαξαν το μωρό εκείνο το βράδυ στο μαιευτήριο γιατί δεν μπορεί, πώς εσύ γέννησες αυτό το πλάσμα που δεν σου μοιάζει, καθόλου δεν σου μοιάζει. Η αποτυχία σου να είσαι μάνα έγινε η ανικανότητά μου να είμαι συμβατή προς εσένα κόρη, οι δικές σου προσκολλήσεις έγιναν οι δικές μου μανίες καταδίωξης. Να φύγω, να φύγω, να φύγω…

Χρόνια φεύγω. Τρέχω πανικόβλητη, προσπαθώντας να αποτινάξω τα σκονισμένα σου σκουτιά, να στραγγίσω το ίδιο μου το αίμα για να απομακρύνω όσα έριξες μέσα στις φλέβες μου με κείνα τα μάτια-βελόνες.

«Όταν θα γίνεις μάνα, θα καταλάβεις». Κατάλαβα. Δεν έχουν όλοι την ικανότητα να είναι γονείς. Δεν αγαπάς από υποχρέωση ή από σωματική ανάγκη. Δεν λατρεύεις επειδή έτσι σου έμαθαν. Δεν θυσιάζεις επειδή αυτό είναι το σωστό. Δεν κοιτάς τα καινούρια μάτια με τα δικά σου παλιά μάτια, σχεδόν μισώντας τα διότι είναι τόσο φρέσκα. Σκύβεις στο μεγαλείο του καινούριου ευγνωμονώντας το σύμπαν που σου έδωσε την ευκαιρία να συμμετέχεις σε αυτό το πανηγύρι της ζωής. Χωρίς να περιμένεις να σου δώσουν παράσημα, χωρίς να κυνηγάς ευχαριστίες, χωρίς να πνίγεις την ύπαρξη που της έδωσες ζωή με τις δικές σου επιθυμίες που ποτέ δεν έγιναν πραγματικότητα. Δεν ζω μέσα από τα παιδιά μου, δεν ζω για τα παιδιά μου, ζω μαζί με τα παιδιά μου μαθαίνοντάς τα να διεκδικούν τη ζωή και την ευτυχία τους. Την δική τους ευζωία. Την δική τους… Είδες μάνα; Εγώ κατάλαβα τελικά… Εσύ;

Αδικαιολογήτως απών

Αγαπημένε

Καλέ μου

Άντρα μου

Όταν οι βεβαιότητές μου κλυδωνίζονται, όταν οι σοβάδες ξεφτίζουν, όταν ακόμα και τα κάγκελα του κλουβιού που μόνη μου έχτισα δείχνουν έτοιμα να ξεκαρφωθούν μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσουν την ύπαρξή τους, σε ψάχνω. Ω μα τι παράξενο! Δεν είσαι πουθενά… Ποτέ δεν ήσουν. Ποτέ. Η εικόνα σου ίσως, το είδωλό σου ίσως, μια ονειροφαντασιά, πέντε λέξεις χαραγμένες στο εφηβικό μου σημειωματάριο, αυτό που περίμενα να έρθει, αυτό που ποτέ δεν ήρθε. Σε ψάχνω αλλά είσαι αδικαιολογήτως απών. Όπως πάντα. Αδικαιολογήτως απών.

Ήσουν απών στην κοινή ζωή μας. Απουσίασες από την ανατροφή των παιδιών σου, έχεις παιδιά ξέρεις, αυτά τα πλάσματα στα οποία έδωσες το πολύτιμο γενετικό σου υλικό. Απουσίασες ακόμα και στην τελετή λήξης καθώς οι βέρες μας έπαιρναν το δρόμο για τον υπόνομο. Απουσίασες από την καταστροφή μεταθέτοντας όλες τις ευθύνες σε μένα. Έλειψες από τις νύχτες που έκλαιγα και φοβόμουν και τρόμαζα, α πόσο τρόμαζα. Δεν ήθελα να είμαι μόνη μ’ ακούς; Δεν ήθελα να μεγαλώσω παιδιά μοναχή μου, με ρώτησε κανείς αν μπορούσα να το αντέξω; Κανείς δεν με ρώτησε. Μου ανατέθηκε η επικίνδυνη αποστολή χωρίς να ερωτηθώ. Κανένας δεν μέτρησε τις δυνάμεις μου. Κι αν έβγαιναν λειψές; Μα, τι σημασία έχει για σένα; Εσύ ήσουν απών. Όπως πάντα.

Μετά από καιρό εμφανίστηκες ξανά, ντυμένος με στολή εκστρατείας, φορτωμένος με όλα τα συμπράγκαλα που θα σε βοηθούσαν στην αναρρίχηση. Υποσχέθηκες ότι θα είσαι εκεί για μένα. Το δικό σου εκεί ήταν το δικό μου αλλού. Μου έμειναν τα γυαλιστερά σφυριά να βαράνε κάθε βράδυ το κεφάλι μου με ρυθμούς πολυβόλου στερώντας μου ακόμα και τον ύπνο.

Τυλίχτηκα το αλλού μου ξανά και αποφάσισα να γίνω άλλη. Μου φαινόταν ότι όσο ήμουν «αλλιώς» πάντα σ’ ένα αδιέξοδο «αλλού» θα έφτανα. Ε και;

Ξαναήρθες. Όπως πάντα. Ίσα για να φύγεις ξανά. Είναι τόσο εύκολο αφού δεν είσαι ποτέ εδώ. Ήρθες και προσπάθησες να με πείσεις ότι η βέβαιη κατάληξη δεν πονάει πια. Μου άπλωσες την κορδέλα και δέχτηκα να χορέψω το γαϊτανάκι αν και έβλεπα ότι την μαύρη μού έδωσες. Μέσα στις τόσες κορδέλες την μαύρη μου έδωσες… Η αναμενόμενη απουσία σου πονάει λιγότερο από κείνες τις λέξεις στο ημερολόγιό μου «If I had a wish, that’d be for us to have found a way of living our lives together», που τυλίγονται στον λαιμό μου και πάνε να με πνίξουν καθώς χορεύω μόνη, κοιτώντας το μισερό φεγγάρι, αντίγραφο αυτού που μου πέρασες βαρίδι στον λαιμό.

Αλλάζεις φίλε μου, αλλάζεις και μεταλλάσσεσαι σαν τον καπνό του τσιγάρου μου και πάντα χάνεσαι αφήνοντας πίσω σου μια πνιγερή μυρωδιά απουσίας. Αδικαιολόγητης απουσίας. Και γω μένω δω, στο δικό μου αλλού να δηλώνω παρούσα καθημερινά, ακόμα κι όταν δεν μπορώ, ακόμα κι όταν δεν αντέχω, ακόμα κι όταν δεν θέλω. Ακόμα κι όταν το μόνο που δύναμαι είναι να εξατμιστώ.

Αδικαιολογήτως απών είσαι φίλε μου. Κι εγώ δεν μπορώ να σε τιμωρήσω. Δεν είμαι στρατονόμος, δεν είμαι λοχαγός, δεν είμαι καν λοχίας. Ένας συστρατιώτης σου είμαι που φυλάω γερμανικά στο πόδι σου, καλύπτοντας τις δικές σου αδικαιολόγητες απουσίες.

          Παρούσα.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: