Πεθαίνω σα χώρα /Δημήτρης Δημητριάδης – 1978

Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Γράφω σ’ εσένα γιατί μαζί ποθήσαμε να είναι γόνιμα αυτά τα σπλάχνα, κι αυτός ο πόθος μάς ένωσε νύχτες και νύχτες… και σ’ άλλες ώρες της μέρας, όταν ξαφνικά γινόταν ένα θαύμα και ξεχνούσαμε τον τρόμο που έτρεχε στους δρόμους καθώς μες στις φλέβες μας… τα εφιαλτικά δελτία ειδήσεων που μας εμπόδιζαν ακόμα και να κοιταζόμαστε… διαβασμένα από θεότρελους εκφωνητές… τα ουρλιαχτά που σκέπαζαν ακόμα και τις σειρήνες των ασθενοφόρων… Ποτέ δε θα το πίστευα πως η ανθρώπινη φωνή μπορεί να φτάσει σε τέτοια ύψη… να είναι τόσο απύθμενη… να προκαλεί τόση αναστάτωση με την επιβολή της… Τέλος πάντων, ποτέ δε συνήθισα τους ανθρώπους αλλ’ αυτό είναι μια άλλη μου αναπηρία. Βιάζομαι τώρα να σου πω μερικά πράγματα κι αυτά τα λόγια θα είναι και τα τελευταία που θα ’χεις από μένα. Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Μου τα ’φαγε. Τη μισώ. Ναι, τη μισώ, τη μισώ. Δεν μπορεί μια γυναίκα να ζήσει με τέτοια σπλάχνα μέσα της. Όσο το σκέφτομαι, μου ’ρχεται να ξεράσω τον ίδιο τον εαυτό μου. Νιώθω σαν ξέρασμα. Μπορεί και να ’μαι. Μια γυναίκα… δεν είναι σα μια χώρα που αξιοποιεί τα ερείπιά της, τους τάφους της… που τα ξεπουλάει όλα για εθνικό συνάλλαγμα… ζώντας απ’ αυτά. Εγώ δε θέλω να ’μαι χώρα. Δεν είμαι χώρα. Δε θέλω να είμ’ αυτή η χώρα. Αυτή η χώρα είναι νεκρόφιλη, γεροντόφιλη, κοπρολάγνα, σοδομίστρια, πουτάνα, μαστροπός και φόνισσα.

Εγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θα ’θελα να ζήσω, θα ’θελα να μπορούσα να ζήσω, θα ’μουν ευτυχισμένη τώρα αν ήθελα να ζήσω… όμως αυτή η χώρα δε μ’ αφήνει να το θέλω, δε μ’ αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω τη ζωή. Έχει φάει σαν καρκίνος τα βυζιά μου, τα μυαλά μου, τα έντερά μου, έχει κατεβάσει όλες της τις πέτρες στα νεφρά μου και τα ’χει ρημάξει, έχει μαγαρίσει όλες τις πηγές απ’ όπου θα ’τρεχε το γάλα μου, έχει μαζέψει όλο της το χώμα μες στις φλέβες μου και μου ’χει σαπίσει το αίμα, έχει κάτσει όλη πάνω στην καρδιά μου και την έχει κουρελιάσει απ’ τα εμφράγματα και τις εμβολές, κάθε θεσμός της κι ένα έμφραγμα, κάθε νόμος της και μια εμβολή, τα ήθη της μου ’χουν σμπαραλιάσει τα πνευμόνια, η ιστορία της με κάνει να τρέμω συνεχώς ολόκληρη σα να έχω προσβληθεί από την πάρκινσον, ο πολιτισμός της μ’ έχει ξεπατώσει, μ’ έχει ξεθεώσει, δεν πάει άλλο, η θέση της η γεωγραφική είναι το άσθμα μου, ολόκληρο το σχήμα της άλλοτε απλώνεται πάνω στο σώμα μου σα γιγαντιαίος έρπης ζωστήρ και με τρελαίνει… κι άλλοτε παίρνει τη μορφή τσουγκράνας και μπήγεται στα μάτια μου, τεράστιας βελόνας και μου τρυπάει το κρανίο, βράχου ολόκληρου που κρέμεται από την άκρη των μαλλιών μου και με παρασέρνει σε μια θάλασσα πικρών δακρύων… κι όλο νιώθω στον τράχηλό μου το ζυγό της κι όλο δένει τη γλώσσα μου το τραύλισμά της κι όλο μου φέρνει κρύα ρίγη η χυδαιότητά της… η προσήλωσή της στα φαντάσματά της, οι υπεκφυγές της, οι αντιγραφές της, τα φρακαρισμένα της μυαλά, τα πτώματά της, τα κιβούρια της, τα εγκλήματά της…

Αυτή η χώρα είναι το χτικιό μας. Θα μας πεθάνει, θα μας ξεκάνει. Πώς θα γλιτώσουμε; Μας πίνει το αίμα, μας το πίνει. Δε μ’ αφήνει πια ούτε να κοιμηθώ, μου έχει κλέψει και τον ύπνο. Πώς θα ζήσω χωρίς ύπνο; Δε θα ζήσουμε… όλο το σπέρμα όλων των αντρών της γης δε θα μπορούσε να ζωντανέψει εκείνη την κόχη του κορμιού μου απ’ όπου ξεκινάει η ανθρώπινη ζωή… Έχεις αδειάσει όλη τη ζωή σου μέσα μου αλλά μ’ έχεις αφήσει χωρίς ζωή… Κι εσύ δεν μπορείς. Μ’ έχεις σπείρει μα ο σπόρος σου δεν πρόκειται ποτέ να πιάσει, δεν μπορεί πια ο σπόρος σας να πιάσει… δε θα ξαναβγεί ποτέ πια ζωή από μέσα μας… Το παλιογύναικο. Ένα θα ’θελα, να την είχα μπροστά μου και να την έσφαζα με τα ίδια μου τα χέρια. Αχ, θε μου, να μπορούσα να τη σκοτώσω.

Κατάφερε οι δολοφόνοι της να φτάσουν ως τις μήτρες μας και να τις σκάψουν σαν τάφους, τα γουρούνια, τα γουρούνια, είν’ όλοι τους γουρούνια, από ποιον ν’ αρχίσω και σε ποιον να τελειώσω, όλοι τους δολοφόνοι, όλοι τους, αυτοί με κάνουν να νιώθω την ανάγκη για το πιο μεγάλο έγκλημα, για μια ατέλειωτη σφαγή, ατέλειωτη σφαγή… αχ, πώς αντέχουμε δω μέσα, πώς δε μας τρελαίνει ακόμα αυτή η παλιοσκύλα, αυτή η γκαρότα, αυτό το στραγγουλατόριουμ, σωστή αγχόνη… με τους επίσημους μαχαιροβγάλτες της που βγάζουν επίσημους λόγους σ’ επίσημες τελετές μπρος σ’ επίσημους μαχαιροβγάλτες… Ο κάθε πόρος της είναι και μια τσέτα, κάθε γωνιά της κι ένα λάζο, κάθε χιλιοστό της και μια τσάκα, είναι γεμάτη ξόβεργες θανάτου και κοφτερούς σουγιάδες, άντρο φονιάδων, απατεώνων και ηλιθίων, λημέρι άναντρων γαμιάδων κι ανίκανων σωματεμπόρων, μας πατάει το κεφάλι μέσα στα σκατά της, μας δίνει λυσσασμένες κλωτσιές στ’ αρχίδια, μας λιώνεις, μωρή, μας στραγγίζεις, μας ρημάζεις, μας διχάζεις, μας πνίγεις, μας καταδικάζεις, μας πεθαίνεις, μας πεθαίνεις, σκρόφα, ξεπουλημένη, μολυσμένη, ψειριάρα, φαρμακοδότρα, φιδομάνα, λύκαινα, γύφτισσα, αιμομίχτρα, που όλο μαϊμουδίζεις και παπαγαλίζεις, κατσικοπόδαρη, δίσεχτη, κακορίζικη, δε σε μπορώ, δεν τη μπορώ, τη δολοφόνα, την παιδοκτόνα, τη ζαβή, τη χολεριασμένη, τη στραβοκάνα, τη ζαβή, το τσόκαρο, την παλιόγρια, την παλιόγρια, που κακό χρόνο να ’χει, δεν αντέχω πια τίποτα δικό της, τίποτα, τίποτα, τη μισώ, τη μισώ, αχ, αχ, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, θα πεθάνω, τέρας, και θα εξακολουθώ να σε μισώ, ναι, το μίσος βράζει μέσα μου, θέλω να γράψω τους ανάποδους ύμνους απ’ αυτούς που γράφτηκαν ως τώρα γι’ αυτήν, λέξη προς λέξη να την τουφεκίσω και να την παραχώσω σα σκυλί με τα ίδια μου τα χέρια… Δεν είμαι πια γυναίκα… Ούτε κι εσύ πια είσαι άντρας… Μας τα πήρε όλ’ αυτή… Τι θα μείνει όμως απ’ αυτήν χωρίς εμάς; Τι θα είν’ αυτή όταν δεν θα ’χει μείνει τίποτ’ από μας;  Το χώμα της έχει πάρει το σχήμα μου… Το σώμα μου έχει πια τις διαστάσεις της… Έχω μέσα μου τη μοίρα της… Πεθαίνω σα χώρα…

Comfortably Νumb – Κάνοντας το θέμα θέαμα

Προς τον σεαρτζή της γειτονιάς μου
Ινδερνέ-Ενταύθα

Αγαπητέ άγνωστε,

Θα μου επιτρέψεις να σου συστηθώ. Συναντιόμαστε καθημερινά κι ας μην γνωρίζεις την ύπαρξή μου. Όταν θέλεις να ικανοποιήσεις την ανάγκη σου με χρησιμοποιείς και γρήγορα με ξεχνάς. Μέχρι την επόμενη φορά. Είμαι αναλώσιμη και πάντα διαθέσιμη. Είμαι ο στόχος σου. Ο εύκολος στόχος. Με συναντάς κάθε μέρα. Σου μοιάζω: έχω χέρια, πόδια, κεφάλι, αυτιά και μάτια. Είμαι άνθρωπος. Είμαι ο γείτονάς σου, ο συνάδελφός σου, κάθομαι δίπλα σου στο τραμ, περιμένω στην ουρά μαζί με σένα, αγόρασα ένα φόρεμα από το μαγαζί σου, μου έκοψες τυρί την Πέμπτη, έλυσα το πρόβλημα στα ισοζύγια του λογιστηρίου την Δευτέρα, ανέβασα ένα τραγούδι που σου άρεσε την Τρίτη και την Παρασκευή γελάσαμε με το ίδιο βίντεο στο Youtube.

Μιλάμε την ίδια γλώσσα, χρησιμοποιούμε τις ίδιες εκφράσεις, μοιραζόμαστε αγωνίες και ανησυχίες, κάποια βράδια αγρυπνούμε μαζί και κάποια άλλα κρυώνουμε ταυτόχρονα. Όμως πιστεύεις ότι είμαι διαφορετική από σένα. Κατά την άποψή σου το νευρικό μου σύστημα είναι φτιαγμένο από μπετόν αρμέ και τα βλέφαρά μου κάθε πρωί τα πλένω με κόλλα που κολλάει γερά, πολύ γερά. Για σένα έχω μάτια ερμητικά κλειστά και τ’ αυτιά μου είναι κρεμαστάρια κοσμημάτων. Πιστεύεις ότι το πνεύμα μου είναι μουδιασμένο και ότι ασχολούμαι μόνο με τις αισθήσεις και τις ηδονές. Νομίζεις ότι δεν μ’ ενδιαφέρει τίποτα έξω από τον στενό κύκλο των προσωπικών μου συμφερόντων και των αδιάφορων ενασχολήσεών μου.

Φαντάζομαι ότι θα απορείς πώς και γιατί σχημάτισα τέτοια εντύπωση για σένα αφού δεν σε γνωρίζω και δεν με γνωρίζεις. Θα αναρωτιέσαι γιατί σου στέλνω αυτή την γεμάτη παράπονο επιστολή. Πιθανόν να μυρίζεις την οθόνη μπας και αναγνωρίσεις πίσω από τα γράμματα κάποιον που αδίκησες. Μην ψάχνεις, μην κάνεις τον κόπο. Δεν με γνωρίζεις. Είμαστε ξένοι, άγνωστοι. Αλλά με την συμπεριφορά σου δείχνεις σαν να με ξέρεις, σαν να θέλεις να με συνετίσεις, να με κάνεις καλύτερο άνθρωπο. Μοιάζεις σα να έχεις αναλάβει αποστολή αγαπητέ μου άγνωστε. Οι σταυροφορίες πρέπει να ήταν το αγαπημένο σου κεφάλαιο στο μάθημα της Ιστορίας από το οποίο όμως δεν διδάχτηκες τίποτα. Θυμάσαι μόνο ό,τι σε εντυπωσίασε: τις αστραφτερές πανοπλίες, τις πολεμικές ιαχές και τους τεράστιους φανταχτερούς κόκκινους σταυρούς. Αναρτάς τεράστιες φρικιαστικές φωτογραφίες, πληκτρολογείς με κεφαλαία φανταχτερές λέξεις γεμάτες μίσος και θαυμαστικά, αναδημοσιεύεις αιματηρά βίντεο με δυνατές μουσικές, όπλα πολέμου με τα οποία διεκπεραιώνεις την αποστολή σου και αποτελειώνεις εμένα: έχεις βαλθεί να με ευαισθητοποιήσεις.

Καθημερινά μου τρίβεις στη μούρη φωτογραφίες κατακρεουργημένων πεθαμένων ή ημιθανών ζώων που κακοποιήθηκαν από υπανθρώπους ή ακόμα και από χώρες (δες Ουκρανία), μωρών ή/και παιδιών απάνθρωπα μελανιασμένων από τα χέρια των ίδιων τους των γονέων, γερόντων που κλαίνε πάνω από ψωμί και αλάτι,  ναρκομανών που χτυπάνε ενέσεις δίπλα σε καροτσάκια μωρών. Γράφεις σημειώσεις που με προσκαλείς να κάψω μαγαζιά προειδοποιώντας ότι όταν τα καίω θα πρέπει να βεβαιωθώ ότι οι ιδιοκτήτες είναι εγκλωβισμένοι, υποψήφια κάρβουνα για την ψησταριά τους. Χρησιμοποιείς αλήθειες, ψέματα, παραποιημένες φωτογραφίες, ράβεις και ξηλώνεις περιστατικά από την Αργεντινή για να τα φορέσεις κοστούμι στα μέτρα της Πλατείας Βάθης, κάνεις κολάζ φωτογραφιών Τούρκων σεισμοπαθών και τους τοποθετείς στα παγκάκια του Συντάγματος.

«Εγώ; Εγώ τα κάνω όλα αυτά;» θα αντιδράσεις. «Εγώ ποτέ δεν αλλοίωσα φωτογραφία, δεν κατασκεύασα είδηση, δεν έγραψα επικίνδυνα στάτους.» Θα συμφωνήσω αγαπητέ άγνωστε. Ίσως να μην ξεκίνησες εσύ το γαϊτανάκι της φρίκης. Αλλά το συνέχισες. Το άπλωσες στα μήκη και τα πλάτη του διαδικτύου. Έκανες το γαϊτανάκι μαστίγιο και με χτύπησες εκεί που νομίζεις ότι δεν με πονάει αφού με θεωρείς αναίσθητη. Με χτύπησες την πρώτη και αντέδρασα. Τρόμαξα. Αηδίασα. Θύμωσα. Εξοργίστηκα. Με χτύπησες τη δεύτερη και πόνεσα. Λιγότερο είναι αλήθεια, δεν θέλω να στο κρύβω. Με χτύπησες την τρίτη, την τέταρτη, την εικοστή, την εκατοστή, την χιλιοστή. Και θύμωσα. Και πόνεσα. Όλο και λιγότερο. Ώσπου στο τέλος έπαψα να θυμώνω και να προβληματίζομαι με το θέαμα της φτώχειας, της δυστυχίας, της ανέχειας, της κακοποίησης με την οποία πλουσιοπάροχα με ταϊζεις ελλείψει άρτου. Πλέον θυμώνω με σένα.

Προφανώς πιστεύεις ότι εγώ ζω αλλού. Σε άλλη χώρα. Δεν βλέπω, δεν ακούω, δεν μυρίζω, δεν αισθάνομαι. Ξέρεις αγαπητέ άγνωστε, ακόμα κι αν δεν φωνάζω, δεν γράφω με κεφαλαία, δεν χρησιμοποιώ δεκαπέντε θαυμαστικά μετά από κάθε πρόταση, ακόμα και αν δεν αναρτώ φωτογραφίες γεμάτες αίμα και σπέρμα και αν μερικές φορές βάζω και κάνα τραγούδι και γελώ με τους φίλους μου, σε παρακαλώ σταμάτα να προεξοφλείς ότι έχω ξεχάσει την ανθρωπιά μου. Με πληγώνεις στοχοποιώντας με. Με πληγώνεις και με θυμώνεις. Και εν τέλει με αποευαισθητοποιείς. Το χειρότερο δε είναι ότι επειδή με εξοργίζεις με κάνεις να νιώθω καλά με τον θυμό μου. Κάνοντας το φλέγον θέμα θέαμα, αφαιρείς την τραγικότητα και την σημαντικότητά του. Με αναγκάζεις να αποστασιοποιηθώ για να αντέξω. Συνηθίζω καταλαβαίνεις; Συνηθίζω…

Έρευνες έδειξαν ότι η συνεχής και άμετρη προβολή βίας (τα αποτελέσματα της κρίσης που βιώνουμε είναι η χειρότερη μορφή βίας μη γελιέσαι, μην βιαστείς σε παρακαλώ να ψάξεις για ελαφρυντικά) είναι ουσιαστικά μέσο αποευαισθητοποίησης και έχει το αντίθετο αποτέλεσμα από το αναμενόμενο ή/και ζητούμενο. Στο υστερόγραφο παραθέτω συνδέσμους με έρευνες και πειράματα που έγιναν. Θα χαρώ ιδιαίτερα αν διαβάσεις και ακόμα περισσότερο αν καταλάβεις. Δεν πρόκειται να γεμίσω την επιστολή αυτή με φωτογραφίες που θα σου προκαλέσουν σοκ ώστε να σε αναγκάσω να προσέξεις τα γραφόμενά μου. Κάνω έκκληση στην απλή λογική σου. Φαντάζομαι ότι κάτι έχει απομείνει από δαύτη.

Κλείνοντας αγαπητέ άγνωστε σεαρτζή θα μου επιτρέψεις να σου θυμίσω ότι οι καλές προθέσεις δεν είναι αρκετές για να κρατήσουν στον δρόμο ακόμα και το καλύτερο όχημα όταν ο οδηγός πάρει την στροφή χωρίς να υπολογίσει την ταχύτητα, τις αντοχές του οχήματος και την ολισθηρότητα του οδοστρώματος.

Με τιμή & ελπίδα

Ο στόχος σου

ΥΓ1: Σου παραθέτω μερικούς συνδέσμους που ελπίζω να βρεις τουλάχιστον ενδιαφέροντες

Research Report: Comfortably Numb / Desensitizing Effects of Violent Media on Helping Others by Brad J. Bushman and Craig A. Anderson

Violent Video Games and Hostile Expectations: A Test of the General Aggression Model

Aggression: Books, Chapters and Articles

Bandura’s Bobo Doll experiment (video) 

ΥΓ2: Σου αφιερώνω ένα τραγούδι μπας και σε εξευμενίσω και με λυπηθείς.

Με τιμή & ελπίδα (ξανά)

Ο στόχος σου

τρία ντάμπλιγιου εκτόνωση τελεία τζι αρ

Πρέπει να ήταν αρχές του 1997 (μπορεί και του ’96 δεν θυμάμαι καλά) όταν πάτησα  πρώτη φορά www. Λειτουργικό ms windows 95 (μετά την πρόσθεση των τριών κακών της μοίρας μου έγιναν 98), dial up συνδέσεις και σελίδες λευκές με γκρι και μαύρους κόκκους. Οι ελληνικές σελίδες λιγοστές, κυρίως προφίλ εταιρειών με ελάχιστες φωτογραφίες, τα coming soon έδιναν κι έπαιρναν. Η Ελλάδα ανακάλυπτε τον μαγικό κόσμο του διαδικτύου. Αργά. Πατούσες το dial, μπίρου μπίρου καλούσε το μόντεμ, έβαζες τον ελληνικό στην χόβολη και περίμενες. Υπομονή να είχες. Τα πρώτα web portals κάνουν την εμφάνισή τους, οι πιο καινοτόμες εταιρείες αποκτούν σελίδες και οι χρήστες επικοινωνούν γράφοντας ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες κατ’ ανάγκη. Ανοίγουν chat rooms & clubs και μαθαίνουμε τι σημαίνει blogging. To πρώτο μου blog το έφτιαξα στον pathfinder το 2002, όπου φιλοξενούνταν και το club στο οποίο ήμουν admin. Πλάκα είχε. Για να ανεβάσω κείμενο ή να κάνω αλλαγή στην σελίδα άναβα αρωματική λαμπάδα για να ξορκίσω τα διαόλια της γραμμής κι έκανα γονατιστή τον γύρο του τετραγώνου δέκα φορές.

To IKA και η εφορία έμελλε να φέρουν την μεγάλη αλλαγή. Το σύστημα υποβολής των ασφαλιστικών εισφορών καθώς και των δηλώσεων ΦΠΑ εκσυγχρονίζεται, οι εταιρείες οφείλουν να αποκτήσουν πρόσβαση στο διαδίκτυο και οι λογιστές να μάθουν να χειρίζονται ποντίκι. Κάνω σεμινάρια από το πρωί ως το βράδυ. «-Κυρία Λω δεν λειτουργεί σας λέω. –Κυρία Λογιστιάδου, το κρατάτε ανάποδα, η μπίλια να ακουμπάει στην επιφάνεια του γραφείου παρακαλώ». Τα νεύρα μου στα καλώδια μαζί με τα τελευταία εγκεφαλικά κύτταρα που διατελούν εν ηρεμία.

Μπίρου στο μπίρου έρχεται η ευρυζωνικότητα. Κάθε σπίτι ένας καημός, κάθε καημός και χρήστης. Τα βιογραφικά αναγράφουν ως δεξιότητα την χρήση του διαδικτύου αντάμα με τις γνώσεις Internet Explorer και Outlook Express και γω βάζω το μυαλό μου στην κατάψυξη για να μην πάθω κανένα ανεύρυσμα στην προσπάθειά μου να επιλέξω προσωπικό. Ξέρω και ίντερνετ, να σε πάω μια βόλτα στον θαυμαστό, νέο κόσμο που γίνεται πολύχρωμος και λαχταριστός και γεμίζει εργαλεία που ούτε στα όνειρά μου. Το social networking εξελίσσεται, myspace, facebook, youtube, twitter, google+βάλε, τα απρόσωπα nicknames αποκτούν προφίλ, φωτογραφίες και σελίδες και η συνέχεια επί των οθονών.

Ο θαυμαστός νέος κόσμος κατακλύζει τον παλιό κι αυτός ανταριάζεται. Συνειδητοποιώντας ότι το διαδίκτυο είναι δυνατόν να εξυπηρετήσει και άλλες σκοπιμότητες εκτός από αυτές των πορνοσελίδων, των εταιρειών, των οργανισμών και των διαδικτυακών καταστημάτων, οι επαγγελματίες της επικοινωνίας (επιχειρηματίες και εργαζόμενοι) σπεύδουν να καταλάβουν τη θέση που τους αναλογεί στη νέα πραγματικότητα, ενώ πολίτες/μπλόγκερς δειλά στην αρχή, σταθερά και αυθάδικα στην συνέχεια τους βγάζουν την γλώσσα και διεκδικούν μια θέση στα μέσα που μέχρι πρότινος λοιδορούσαν. Τρεχάτε δαχτυλάκια μου, οι αναγνώστες λιγοστοί και ποιος να τους πρωτοπιάσει. Στην ποδιά της μικρής αγοράς σφάζονται χιλιάδες παλικάρια, η οποία τους παρακολουθεί χαμογελώντας ξέροντας ότι εκείνη θα γελάσει τελευταία, πώς κάνετε έτσι όλοι θα πάρετε από την πίτα που έχω φουρνίσει. Ένα ψίχουλο. Τόσο βγαίνει το μερίδιο πώς να το κάνουμε.

Η διαδικτυακή Ελλάδα ως κομπλεξαρισμένη επαρχιωτοπούλα (αυτό το είμαστε τριάντα χρόνια πίσω δεν χωνεύεται εύκολα), φοράει τα καλά της και μπαίνει στον χορό, προσπαθώντας να παίξει το παιχνίδι πριν ακόμα μάθει τους κανόνες του. Πιάνει το τσιγκέλι, παίρνει το μαντήλι τις πρώτης, πηδάει πιο ψηλά, φοράει κατακόκκινο βρακί, τυρκουάζ ζαρτιέρα, λιμπιστερό στηθόδεσμο, δείχνεται και καμώνεται κι όλο και κοιτάει στα εξωτερικά να δει τι κάνουν εκεί για ν’ αντιγράψει. Και πώς αντιγράφει, αχ πώς! Χωρίς μέθοδο, χωρίς πρόγραμμα, άλλα ντ’ άλλα της Παρασκευής το γάλα που το χύσαμε Δευτέρα και πήραμε χαμπάρι ότι ξίνισε την Πέμπτη…

Αρχοντοχωριάτα ολκής, νεόκοπη αναγνώστρια που διεκδικεί βραβεία και ταχταρίσματα, γυρνάει την πλάτη στα παραδοσιακά  μέσα, έχει κλείσει την τηλεόραση χρόνια τώρα, μη βλέπεις που ξέρει όλα τα σίριαλ απέξω στο γιουτιούμπ τα βλέπει καλέ, γράφει κακές λέξεις φανερά, κανένας δεν μπορεί να την λογοκρίνει τι ευτυχία, αναμασά μαλάκες, σκατά και πουτάνες τρεις φορές την μέρα πριν το φαγητό για να ανοίξει η όρεξη, κατάδηλα ευτυχής που εκφέρει αιρετικό λόγο. Μιμείται τους βάρβαρους ξένους, κλέβει τα κόλπα τους, μαθαίνει γρήγορα (το Ελληνικό δαιμόνιο δεν κρύβεται αγάπη μου, όλους θα τους φάμε, θα δεις) και ακκίζεται. Το βράδυ γέρνει στο μαξιλάρι χαμογελώντας για όσα με παρρησία και θάρρος ξεστόμισε.

Η Ελλάδα ως γνωστόν δεν διαβάζει. Αλλά γράφει. Κι αν δεν γράφει, σχολιάζει. Και αν δεν σχολιάζει παρακολουθεί. Σελίδες, πύλες, προφίλ, κανάλια. Αν τα bits ήταν ευρά θα είχαμε βγει από την κρίση χρέους. Την γνωστή κρίση. Που μας έχει οδηγήσει στην ανέχεια και στην ύφεση. Και εναντίον της οποίας πρέπει να επαναστατήσουμε. Εικονικώς. Γράψε, μοίρασε, σχολίασε, καυγάδισε, βρίσε τον επώνυμο, τον πολιτικό, ξαναμοίρασε, ξανασχολίασε, βρίσε τον ανώνυμο εικονικό σου φίλο, ανέβασε φωτογραφία, γράψε κείμενο, μάζεψε αναγνώστες, επαναστάτησε. Ταχρίρ- Σύνταγμα με το τρόλλεϋ 10, στάση Καλλιφρονά δεν έχει, ας σταματήσουμε στις Τζιτζιφιές να φάμε και μαρίδα. Πιο έξυπνοι είναι οι Αιγύπτιοι; Και οι Ισπανοί; Μας είπαν ότι κοιμόμαστε. Ξυπνήσαμε. Το κάναμε εκδήλωση στο facebook. Και αγανακτήσαμε. Μετά μας πέρασε. Δεν πειράζει. Όλο και κάποιος θα βρεθεί να μας βρίσει ξανά. Θα ξαναξυπνήσουμε πού θα πάει.

Το διαδίκτυο στην Ελλάδα λειτουργεί ως άτυπος διαχειριστής οργής. Ως κυματοθραύστης της αδικίας και της ανομίας που επιτίθεται ανοιχτά, πρόστυχα και χυδαία. Λένε ότι αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν κάτι θα ήταν παράνομες. Λέω ότι αν το διαδίκτυο μπορούσε να αλλάξει κάτι θα είχε καταργηθεί. Ελάχιστοι ξεφεύγουν από τις εύκολες φόρμες, οι περισσότεροι μένουν στο ότι έβρισαν τον πολιτικό ή τον δημοσιογράφο και κοιμούνται ήσυχοι. Ζούμε στην εποχή του γενναίου, νέου κόσμου του Χάξλεϊ (Aldous Huxley). Η οργή απλώνεται, σχηματοποιείται, λειαίνεται και ξεχνιέται. Μέχρι την επόμενη μέρα. Ανακυκλώνουμε την πίκρα μας κυνηγώντας τις ίδιες μας τις ουρές. Μέσα στην φάκα.

Η επανάσταση απαιτεί αυταπάρνηση. Πολύ φοβάμαι ότι το στοιχείο αυτό εκλείπει από το ανομοιογενές πλήθος που έχουμε καταντήσει. Ο χρόνος που αναλώνεται στην επικοινωνία των δράσεων και αντιδράσεων έναντι της ύφεσης και της κατάρρευσης της αγοράς και της κοινωνίας είναι διπλάσιος από αυτόν της ίδιας της δράσης. Η εικόνα επιτίθεται με βιαιότητα στην ουσία και νικάει κατά κράτος. Όταν ζεις σε απολυταρχικό καθεστώς τον ξέρεις τον εχθρό, απέναντί σου είναι και η γνώση αυτή σού δίνει δύναμη να αντιπαλέψεις. Όταν όμως βιώνεις επιφάσεις δημοκρατίας και ελεύθερου και ανοιχτού διαλόγου απολαμβάνεις την εικονική, ιδιάζουσα ελευθερία σου και μένεις με το ποντίκι στο χέρι. Ξεσπάς, θυμώνεις, ουρλιάζεις, λυπάσαι εικονικά και έτσι γίνεσαι πειθήνιο όργανο με τρανταχτό άλλοθι.

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει λόγος να εφαρμόσουν ούτε sopa ούτε pipa. Βουτήξαμε στα βαθιά των ωκεανών της πληροφορίας χωρίς σωσίβιο ή έστω μίτο. Μετά από κάθε διαδικτυακή βραδιά με λίγο απ’ όλα (πέντε περιπαιχτικά σχόλια, τρία εξυπνακίστικα, δύο τουίτς αποφθεγμάτων, μια σοβαρή ανάρτηση για το γεγονός της ημέρας, δέκα βρισίδια ή μπράβο στους συντάκτες στα μεγάλα πόρταλς, τσατ με την γκόμενα που ψήνεται, τραγουδάκι για το αγόρι στο απέναντι προφίλ, μπόλικη αγανάκτηση και τριάντα αναστεναγμούς για την κατάντια της χώρας), καθετί μας έχει ξεθυμάνει και ξεπλυθεί. Η οργή, η αγανάκτηση, η πίκρα, ο θυμός ακόμα και η απόγνωση. Η υπερπληροφόρηση, τα απανωτά κλικ, οι οθόνες που εναλλάσσονται σκεπάζουν με καταχνιά τα συναισθήματά μας αφού εικονικώς το κάναμε το καθήκον μας. Φωνάξαμε, κλάψαμε, αντιδράσαμε, επαναστατήσαμε, εκτονωθήκαμε. Εικονικώς.

Ακολουθεί η ματιά του Stuart McMillen επί του βιβλίου του Neil Postman Amusing ourselves to death. Μια ενδιαφέρουσα άποψη.  Οι εικόνες στάλθηκαν από φίλο μέσω email και έτσι δεν γνωρίζω ποιος είναι ο μεταφραστής.

Το κείμενο στηρίζεται σε προσωπικά μου βιώματα.  Δεν έχω ελέγξει ημερομηνίες ή/και στατιστικές για τις απαρχές του Ελληνικού Internet.

Νοίκιασέ το το παγωμένο

Mέσα Ιανουαρίου και βάλε. Έχω την αίσθηση ότι φέτος εκτός από λεφτά δεν υπάρχει και αυτό το φωτεινό διάλειμμα καταμεσής του χειμώνα που γαληνεύει τις ψυχές μας και μας γεμίζει με την προσμονή της άνοιξης. Αλκυονίδες μέρες νομίζω ότι τις λένε. Μα πού είναι; Στο δρόμο χάθηκαν;

Τώρα τελευταία όλο και κάτι χάνεται. Οι Αλκυονίδες έχασαν το δρόμο, οι πολιτικοί την όποια τσίπα τους είχε απομείνει, εμείς την ψυχραιμία και τις αντοχές μας, ο καυστήρας της πολυκατοικίας στην οποία κατοικώ τον λόγο ύπαρξής του. Ζήτημα είναι αν χρησιμοποιείται δυο ώρες την ημέρα. Όχι καθημερινώς. Κάποιες μέρες. Όταν ερχόμαστε στο τσακίρ κέφι και αποφασίζουμε να το ρίξουμε έξω και να θυμηθούμε τις παλιές, καλές μέρες βρε αδερφέ. Τότε που ζούσαμε την πολυτραγουδισμένη δανεική ευδαιμονία. Και ανάβαμε και καλοριφέρ! Οι καλοπερασάκηδες εκτός από δάνεια είχαμε και θράσος. Και καλοριφέρ. Τώρα κομμένος ο βερεσές, ακρίβυναν τα δανεικά, πήρε η μπάλα και το θράσος και ξωμείναμε σε μια γωνιά.

Τώρα που σφίξαν οι κώλοι, θα σφίξουν και οι επιδερμίδες. Δεν έχεις χρήματα για κρέμες και μπότοξ; Έλα να κοιμηθείς ένα βράδυ στο δωμάτιό μου και σου υπόσχομαι ότι θα βγεις με δέρμα νεανίσκης. Το επιχειρηματικό μου δαιμόνιο μού ψιθυρίζει τα άγρυπνα παγωμένα βράδια: Νοίκιασέ το το παγωμένο, νοίκιασέ το! «Κούρα ομορφιάς στη μικρή Αλάσκα, δέκα λεπτά από το κέντρο της πρωτεύουσας, τραμ και δύο λεωφόροι στη διάθεσή σας, αβάδιστα, αβασάνιστα, ακούραστα. Καθαρά σεντόνια, οικογενειακό περιβάλλον».

Πρόκειται για ομαδική παράκρουση ή είναι προσωπικό το θεματάκι;

Κρυώνω φριχτά. Κάθε βράδυ. Τόσο που δεν μπορώ να κοιμηθώ. Και το να μετράω λάθη, παραλείψεις, τύψεις, ενοχές, χρέη, τόκους και πανωτόκια μάλλον δεν έχει τα ίδια σωτήρια αποτελέσματα με το μέτρημα προβάτων. Τα προβατάκια μου ρε! Ποιος μου πήρε τα προβατάκια της νεότητάς μου; Ποιος τα αντικατάστησε με τούτα τα διαολεμένα τραγιά με τα κέρατα και τις ξινισμένες μούρες που αντί να στέκονται ακίνητα, πειθήνια περιμένοντας την νυσταγμένη μου συνείδηση να τα μετρήσει ένα δύο τρία, με κυνηγάνε με τα κέρατα κατεβασμένα πετώντας φωτιές ως δράκοι ενός όχι και τόσου παιδικού παραμυθιού;

Κρυώνω. Κάθε βράδυ. Τόσο που δεν μπορώ να κοιμηθώ. Τα καντήλια που κατεβάζω στον διαχειριστή και στους συγκάτοικους της παλιάς πολυκατοικίας με την κεντρική θέρμανση δεν αρκούν για να με κάνουν να ζεσταθώ. Ούτε η παρήγορη στέγη που απλώνεται πάνω από το κεφάλι μου και μουρμουρίζει «υπάρχουν και χειρότερα, σκάσε…» Ναι υπάρχουν. Αλλού. Και αλλού υπάρχουν και καλύτερα. Θέλεις να μιλήσουμε για τα καλύτερα;

Κάθε επόμενο παγωμένο βράδυ με χωρίζει από τα καλύτερα που φαντάζουν όλο και πιο ξεχασμένα, πιο ξένα. Μετράω και ξαναμετράω ερωτήματα, ανασύρω στιγμές, αποφάσεις, σταυροδρόμια που τράβηξα αριστερά και όχι δεξιά, ναι που δεν είπα, στιγμές που αιωρούνται ακίνητες. Κουνήσου, γαμοσταυρίζω το ρολόι, κουνήσου, παρακαλώ να ξημερώσει, κουνήσου, να βγει ο ήλιος, κουνήσου, να διαγράψω μια μέρα, κουνήσου, να έρθει η άνοιξη.

Να έρθει η άνοιξη…

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: