Comfortably Νumb – Κάνοντας το θέμα θέαμα

Προς τον σεαρτζή της γειτονιάς μου
Ινδερνέ-Ενταύθα

Αγαπητέ άγνωστε,

Θα μου επιτρέψεις να σου συστηθώ. Συναντιόμαστε καθημερινά κι ας μην γνωρίζεις την ύπαρξή μου. Όταν θέλεις να ικανοποιήσεις την ανάγκη σου με χρησιμοποιείς και γρήγορα με ξεχνάς. Μέχρι την επόμενη φορά. Είμαι αναλώσιμη και πάντα διαθέσιμη. Είμαι ο στόχος σου. Ο εύκολος στόχος. Με συναντάς κάθε μέρα. Σου μοιάζω: έχω χέρια, πόδια, κεφάλι, αυτιά και μάτια. Είμαι άνθρωπος. Είμαι ο γείτονάς σου, ο συνάδελφός σου, κάθομαι δίπλα σου στο τραμ, περιμένω στην ουρά μαζί με σένα, αγόρασα ένα φόρεμα από το μαγαζί σου, μου έκοψες τυρί την Πέμπτη, έλυσα το πρόβλημα στα ισοζύγια του λογιστηρίου την Δευτέρα, ανέβασα ένα τραγούδι που σου άρεσε την Τρίτη και την Παρασκευή γελάσαμε με το ίδιο βίντεο στο Youtube.

Μιλάμε την ίδια γλώσσα, χρησιμοποιούμε τις ίδιες εκφράσεις, μοιραζόμαστε αγωνίες και ανησυχίες, κάποια βράδια αγρυπνούμε μαζί και κάποια άλλα κρυώνουμε ταυτόχρονα. Όμως πιστεύεις ότι είμαι διαφορετική από σένα. Κατά την άποψή σου το νευρικό μου σύστημα είναι φτιαγμένο από μπετόν αρμέ και τα βλέφαρά μου κάθε πρωί τα πλένω με κόλλα που κολλάει γερά, πολύ γερά. Για σένα έχω μάτια ερμητικά κλειστά και τ’ αυτιά μου είναι κρεμαστάρια κοσμημάτων. Πιστεύεις ότι το πνεύμα μου είναι μουδιασμένο και ότι ασχολούμαι μόνο με τις αισθήσεις και τις ηδονές. Νομίζεις ότι δεν μ’ ενδιαφέρει τίποτα έξω από τον στενό κύκλο των προσωπικών μου συμφερόντων και των αδιάφορων ενασχολήσεών μου.

Φαντάζομαι ότι θα απορείς πώς και γιατί σχημάτισα τέτοια εντύπωση για σένα αφού δεν σε γνωρίζω και δεν με γνωρίζεις. Θα αναρωτιέσαι γιατί σου στέλνω αυτή την γεμάτη παράπονο επιστολή. Πιθανόν να μυρίζεις την οθόνη μπας και αναγνωρίσεις πίσω από τα γράμματα κάποιον που αδίκησες. Μην ψάχνεις, μην κάνεις τον κόπο. Δεν με γνωρίζεις. Είμαστε ξένοι, άγνωστοι. Αλλά με την συμπεριφορά σου δείχνεις σαν να με ξέρεις, σαν να θέλεις να με συνετίσεις, να με κάνεις καλύτερο άνθρωπο. Μοιάζεις σα να έχεις αναλάβει αποστολή αγαπητέ μου άγνωστε. Οι σταυροφορίες πρέπει να ήταν το αγαπημένο σου κεφάλαιο στο μάθημα της Ιστορίας από το οποίο όμως δεν διδάχτηκες τίποτα. Θυμάσαι μόνο ό,τι σε εντυπωσίασε: τις αστραφτερές πανοπλίες, τις πολεμικές ιαχές και τους τεράστιους φανταχτερούς κόκκινους σταυρούς. Αναρτάς τεράστιες φρικιαστικές φωτογραφίες, πληκτρολογείς με κεφαλαία φανταχτερές λέξεις γεμάτες μίσος και θαυμαστικά, αναδημοσιεύεις αιματηρά βίντεο με δυνατές μουσικές, όπλα πολέμου με τα οποία διεκπεραιώνεις την αποστολή σου και αποτελειώνεις εμένα: έχεις βαλθεί να με ευαισθητοποιήσεις.

Καθημερινά μου τρίβεις στη μούρη φωτογραφίες κατακρεουργημένων πεθαμένων ή ημιθανών ζώων που κακοποιήθηκαν από υπανθρώπους ή ακόμα και από χώρες (δες Ουκρανία), μωρών ή/και παιδιών απάνθρωπα μελανιασμένων από τα χέρια των ίδιων τους των γονέων, γερόντων που κλαίνε πάνω από ψωμί και αλάτι,  ναρκομανών που χτυπάνε ενέσεις δίπλα σε καροτσάκια μωρών. Γράφεις σημειώσεις που με προσκαλείς να κάψω μαγαζιά προειδοποιώντας ότι όταν τα καίω θα πρέπει να βεβαιωθώ ότι οι ιδιοκτήτες είναι εγκλωβισμένοι, υποψήφια κάρβουνα για την ψησταριά τους. Χρησιμοποιείς αλήθειες, ψέματα, παραποιημένες φωτογραφίες, ράβεις και ξηλώνεις περιστατικά από την Αργεντινή για να τα φορέσεις κοστούμι στα μέτρα της Πλατείας Βάθης, κάνεις κολάζ φωτογραφιών Τούρκων σεισμοπαθών και τους τοποθετείς στα παγκάκια του Συντάγματος.

«Εγώ; Εγώ τα κάνω όλα αυτά;» θα αντιδράσεις. «Εγώ ποτέ δεν αλλοίωσα φωτογραφία, δεν κατασκεύασα είδηση, δεν έγραψα επικίνδυνα στάτους.» Θα συμφωνήσω αγαπητέ άγνωστε. Ίσως να μην ξεκίνησες εσύ το γαϊτανάκι της φρίκης. Αλλά το συνέχισες. Το άπλωσες στα μήκη και τα πλάτη του διαδικτύου. Έκανες το γαϊτανάκι μαστίγιο και με χτύπησες εκεί που νομίζεις ότι δεν με πονάει αφού με θεωρείς αναίσθητη. Με χτύπησες την πρώτη και αντέδρασα. Τρόμαξα. Αηδίασα. Θύμωσα. Εξοργίστηκα. Με χτύπησες τη δεύτερη και πόνεσα. Λιγότερο είναι αλήθεια, δεν θέλω να στο κρύβω. Με χτύπησες την τρίτη, την τέταρτη, την εικοστή, την εκατοστή, την χιλιοστή. Και θύμωσα. Και πόνεσα. Όλο και λιγότερο. Ώσπου στο τέλος έπαψα να θυμώνω και να προβληματίζομαι με το θέαμα της φτώχειας, της δυστυχίας, της ανέχειας, της κακοποίησης με την οποία πλουσιοπάροχα με ταϊζεις ελλείψει άρτου. Πλέον θυμώνω με σένα.

Προφανώς πιστεύεις ότι εγώ ζω αλλού. Σε άλλη χώρα. Δεν βλέπω, δεν ακούω, δεν μυρίζω, δεν αισθάνομαι. Ξέρεις αγαπητέ άγνωστε, ακόμα κι αν δεν φωνάζω, δεν γράφω με κεφαλαία, δεν χρησιμοποιώ δεκαπέντε θαυμαστικά μετά από κάθε πρόταση, ακόμα και αν δεν αναρτώ φωτογραφίες γεμάτες αίμα και σπέρμα και αν μερικές φορές βάζω και κάνα τραγούδι και γελώ με τους φίλους μου, σε παρακαλώ σταμάτα να προεξοφλείς ότι έχω ξεχάσει την ανθρωπιά μου. Με πληγώνεις στοχοποιώντας με. Με πληγώνεις και με θυμώνεις. Και εν τέλει με αποευαισθητοποιείς. Το χειρότερο δε είναι ότι επειδή με εξοργίζεις με κάνεις να νιώθω καλά με τον θυμό μου. Κάνοντας το φλέγον θέμα θέαμα, αφαιρείς την τραγικότητα και την σημαντικότητά του. Με αναγκάζεις να αποστασιοποιηθώ για να αντέξω. Συνηθίζω καταλαβαίνεις; Συνηθίζω…

Έρευνες έδειξαν ότι η συνεχής και άμετρη προβολή βίας (τα αποτελέσματα της κρίσης που βιώνουμε είναι η χειρότερη μορφή βίας μη γελιέσαι, μην βιαστείς σε παρακαλώ να ψάξεις για ελαφρυντικά) είναι ουσιαστικά μέσο αποευαισθητοποίησης και έχει το αντίθετο αποτέλεσμα από το αναμενόμενο ή/και ζητούμενο. Στο υστερόγραφο παραθέτω συνδέσμους με έρευνες και πειράματα που έγιναν. Θα χαρώ ιδιαίτερα αν διαβάσεις και ακόμα περισσότερο αν καταλάβεις. Δεν πρόκειται να γεμίσω την επιστολή αυτή με φωτογραφίες που θα σου προκαλέσουν σοκ ώστε να σε αναγκάσω να προσέξεις τα γραφόμενά μου. Κάνω έκκληση στην απλή λογική σου. Φαντάζομαι ότι κάτι έχει απομείνει από δαύτη.

Κλείνοντας αγαπητέ άγνωστε σεαρτζή θα μου επιτρέψεις να σου θυμίσω ότι οι καλές προθέσεις δεν είναι αρκετές για να κρατήσουν στον δρόμο ακόμα και το καλύτερο όχημα όταν ο οδηγός πάρει την στροφή χωρίς να υπολογίσει την ταχύτητα, τις αντοχές του οχήματος και την ολισθηρότητα του οδοστρώματος.

Με τιμή & ελπίδα

Ο στόχος σου

ΥΓ1: Σου παραθέτω μερικούς συνδέσμους που ελπίζω να βρεις τουλάχιστον ενδιαφέροντες

Research Report: Comfortably Numb / Desensitizing Effects of Violent Media on Helping Others by Brad J. Bushman and Craig A. Anderson

Violent Video Games and Hostile Expectations: A Test of the General Aggression Model

Aggression: Books, Chapters and Articles

Bandura’s Bobo Doll experiment (video) 

ΥΓ2: Σου αφιερώνω ένα τραγούδι μπας και σε εξευμενίσω και με λυπηθείς.

Με τιμή & ελπίδα (ξανά)

Ο στόχος σου

τρία ντάμπλιγιου εκτόνωση τελεία τζι αρ

Πρέπει να ήταν αρχές του 1997 (μπορεί και του ’96 δεν θυμάμαι καλά) όταν πάτησα  πρώτη φορά www. Λειτουργικό ms windows 95 (μετά την πρόσθεση των τριών κακών της μοίρας μου έγιναν 98), dial up συνδέσεις και σελίδες λευκές με γκρι και μαύρους κόκκους. Οι ελληνικές σελίδες λιγοστές, κυρίως προφίλ εταιρειών με ελάχιστες φωτογραφίες, τα coming soon έδιναν κι έπαιρναν. Η Ελλάδα ανακάλυπτε τον μαγικό κόσμο του διαδικτύου. Αργά. Πατούσες το dial, μπίρου μπίρου καλούσε το μόντεμ, έβαζες τον ελληνικό στην χόβολη και περίμενες. Υπομονή να είχες. Τα πρώτα web portals κάνουν την εμφάνισή τους, οι πιο καινοτόμες εταιρείες αποκτούν σελίδες και οι χρήστες επικοινωνούν γράφοντας ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες κατ’ ανάγκη. Ανοίγουν chat rooms & clubs και μαθαίνουμε τι σημαίνει blogging. To πρώτο μου blog το έφτιαξα στον pathfinder το 2002, όπου φιλοξενούνταν και το club στο οποίο ήμουν admin. Πλάκα είχε. Για να ανεβάσω κείμενο ή να κάνω αλλαγή στην σελίδα άναβα αρωματική λαμπάδα για να ξορκίσω τα διαόλια της γραμμής κι έκανα γονατιστή τον γύρο του τετραγώνου δέκα φορές.

To IKA και η εφορία έμελλε να φέρουν την μεγάλη αλλαγή. Το σύστημα υποβολής των ασφαλιστικών εισφορών καθώς και των δηλώσεων ΦΠΑ εκσυγχρονίζεται, οι εταιρείες οφείλουν να αποκτήσουν πρόσβαση στο διαδίκτυο και οι λογιστές να μάθουν να χειρίζονται ποντίκι. Κάνω σεμινάρια από το πρωί ως το βράδυ. «-Κυρία Λω δεν λειτουργεί σας λέω. –Κυρία Λογιστιάδου, το κρατάτε ανάποδα, η μπίλια να ακουμπάει στην επιφάνεια του γραφείου παρακαλώ». Τα νεύρα μου στα καλώδια μαζί με τα τελευταία εγκεφαλικά κύτταρα που διατελούν εν ηρεμία.

Μπίρου στο μπίρου έρχεται η ευρυζωνικότητα. Κάθε σπίτι ένας καημός, κάθε καημός και χρήστης. Τα βιογραφικά αναγράφουν ως δεξιότητα την χρήση του διαδικτύου αντάμα με τις γνώσεις Internet Explorer και Outlook Express και γω βάζω το μυαλό μου στην κατάψυξη για να μην πάθω κανένα ανεύρυσμα στην προσπάθειά μου να επιλέξω προσωπικό. Ξέρω και ίντερνετ, να σε πάω μια βόλτα στον θαυμαστό, νέο κόσμο που γίνεται πολύχρωμος και λαχταριστός και γεμίζει εργαλεία που ούτε στα όνειρά μου. Το social networking εξελίσσεται, myspace, facebook, youtube, twitter, google+βάλε, τα απρόσωπα nicknames αποκτούν προφίλ, φωτογραφίες και σελίδες και η συνέχεια επί των οθονών.

Ο θαυμαστός νέος κόσμος κατακλύζει τον παλιό κι αυτός ανταριάζεται. Συνειδητοποιώντας ότι το διαδίκτυο είναι δυνατόν να εξυπηρετήσει και άλλες σκοπιμότητες εκτός από αυτές των πορνοσελίδων, των εταιρειών, των οργανισμών και των διαδικτυακών καταστημάτων, οι επαγγελματίες της επικοινωνίας (επιχειρηματίες και εργαζόμενοι) σπεύδουν να καταλάβουν τη θέση που τους αναλογεί στη νέα πραγματικότητα, ενώ πολίτες/μπλόγκερς δειλά στην αρχή, σταθερά και αυθάδικα στην συνέχεια τους βγάζουν την γλώσσα και διεκδικούν μια θέση στα μέσα που μέχρι πρότινος λοιδορούσαν. Τρεχάτε δαχτυλάκια μου, οι αναγνώστες λιγοστοί και ποιος να τους πρωτοπιάσει. Στην ποδιά της μικρής αγοράς σφάζονται χιλιάδες παλικάρια, η οποία τους παρακολουθεί χαμογελώντας ξέροντας ότι εκείνη θα γελάσει τελευταία, πώς κάνετε έτσι όλοι θα πάρετε από την πίτα που έχω φουρνίσει. Ένα ψίχουλο. Τόσο βγαίνει το μερίδιο πώς να το κάνουμε.

Η διαδικτυακή Ελλάδα ως κομπλεξαρισμένη επαρχιωτοπούλα (αυτό το είμαστε τριάντα χρόνια πίσω δεν χωνεύεται εύκολα), φοράει τα καλά της και μπαίνει στον χορό, προσπαθώντας να παίξει το παιχνίδι πριν ακόμα μάθει τους κανόνες του. Πιάνει το τσιγκέλι, παίρνει το μαντήλι τις πρώτης, πηδάει πιο ψηλά, φοράει κατακόκκινο βρακί, τυρκουάζ ζαρτιέρα, λιμπιστερό στηθόδεσμο, δείχνεται και καμώνεται κι όλο και κοιτάει στα εξωτερικά να δει τι κάνουν εκεί για ν’ αντιγράψει. Και πώς αντιγράφει, αχ πώς! Χωρίς μέθοδο, χωρίς πρόγραμμα, άλλα ντ’ άλλα της Παρασκευής το γάλα που το χύσαμε Δευτέρα και πήραμε χαμπάρι ότι ξίνισε την Πέμπτη…

Αρχοντοχωριάτα ολκής, νεόκοπη αναγνώστρια που διεκδικεί βραβεία και ταχταρίσματα, γυρνάει την πλάτη στα παραδοσιακά  μέσα, έχει κλείσει την τηλεόραση χρόνια τώρα, μη βλέπεις που ξέρει όλα τα σίριαλ απέξω στο γιουτιούμπ τα βλέπει καλέ, γράφει κακές λέξεις φανερά, κανένας δεν μπορεί να την λογοκρίνει τι ευτυχία, αναμασά μαλάκες, σκατά και πουτάνες τρεις φορές την μέρα πριν το φαγητό για να ανοίξει η όρεξη, κατάδηλα ευτυχής που εκφέρει αιρετικό λόγο. Μιμείται τους βάρβαρους ξένους, κλέβει τα κόλπα τους, μαθαίνει γρήγορα (το Ελληνικό δαιμόνιο δεν κρύβεται αγάπη μου, όλους θα τους φάμε, θα δεις) και ακκίζεται. Το βράδυ γέρνει στο μαξιλάρι χαμογελώντας για όσα με παρρησία και θάρρος ξεστόμισε.

Η Ελλάδα ως γνωστόν δεν διαβάζει. Αλλά γράφει. Κι αν δεν γράφει, σχολιάζει. Και αν δεν σχολιάζει παρακολουθεί. Σελίδες, πύλες, προφίλ, κανάλια. Αν τα bits ήταν ευρά θα είχαμε βγει από την κρίση χρέους. Την γνωστή κρίση. Που μας έχει οδηγήσει στην ανέχεια και στην ύφεση. Και εναντίον της οποίας πρέπει να επαναστατήσουμε. Εικονικώς. Γράψε, μοίρασε, σχολίασε, καυγάδισε, βρίσε τον επώνυμο, τον πολιτικό, ξαναμοίρασε, ξανασχολίασε, βρίσε τον ανώνυμο εικονικό σου φίλο, ανέβασε φωτογραφία, γράψε κείμενο, μάζεψε αναγνώστες, επαναστάτησε. Ταχρίρ- Σύνταγμα με το τρόλλεϋ 10, στάση Καλλιφρονά δεν έχει, ας σταματήσουμε στις Τζιτζιφιές να φάμε και μαρίδα. Πιο έξυπνοι είναι οι Αιγύπτιοι; Και οι Ισπανοί; Μας είπαν ότι κοιμόμαστε. Ξυπνήσαμε. Το κάναμε εκδήλωση στο facebook. Και αγανακτήσαμε. Μετά μας πέρασε. Δεν πειράζει. Όλο και κάποιος θα βρεθεί να μας βρίσει ξανά. Θα ξαναξυπνήσουμε πού θα πάει.

Το διαδίκτυο στην Ελλάδα λειτουργεί ως άτυπος διαχειριστής οργής. Ως κυματοθραύστης της αδικίας και της ανομίας που επιτίθεται ανοιχτά, πρόστυχα και χυδαία. Λένε ότι αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν κάτι θα ήταν παράνομες. Λέω ότι αν το διαδίκτυο μπορούσε να αλλάξει κάτι θα είχε καταργηθεί. Ελάχιστοι ξεφεύγουν από τις εύκολες φόρμες, οι περισσότεροι μένουν στο ότι έβρισαν τον πολιτικό ή τον δημοσιογράφο και κοιμούνται ήσυχοι. Ζούμε στην εποχή του γενναίου, νέου κόσμου του Χάξλεϊ (Aldous Huxley). Η οργή απλώνεται, σχηματοποιείται, λειαίνεται και ξεχνιέται. Μέχρι την επόμενη μέρα. Ανακυκλώνουμε την πίκρα μας κυνηγώντας τις ίδιες μας τις ουρές. Μέσα στην φάκα.

Η επανάσταση απαιτεί αυταπάρνηση. Πολύ φοβάμαι ότι το στοιχείο αυτό εκλείπει από το ανομοιογενές πλήθος που έχουμε καταντήσει. Ο χρόνος που αναλώνεται στην επικοινωνία των δράσεων και αντιδράσεων έναντι της ύφεσης και της κατάρρευσης της αγοράς και της κοινωνίας είναι διπλάσιος από αυτόν της ίδιας της δράσης. Η εικόνα επιτίθεται με βιαιότητα στην ουσία και νικάει κατά κράτος. Όταν ζεις σε απολυταρχικό καθεστώς τον ξέρεις τον εχθρό, απέναντί σου είναι και η γνώση αυτή σού δίνει δύναμη να αντιπαλέψεις. Όταν όμως βιώνεις επιφάσεις δημοκρατίας και ελεύθερου και ανοιχτού διαλόγου απολαμβάνεις την εικονική, ιδιάζουσα ελευθερία σου και μένεις με το ποντίκι στο χέρι. Ξεσπάς, θυμώνεις, ουρλιάζεις, λυπάσαι εικονικά και έτσι γίνεσαι πειθήνιο όργανο με τρανταχτό άλλοθι.

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει λόγος να εφαρμόσουν ούτε sopa ούτε pipa. Βουτήξαμε στα βαθιά των ωκεανών της πληροφορίας χωρίς σωσίβιο ή έστω μίτο. Μετά από κάθε διαδικτυακή βραδιά με λίγο απ’ όλα (πέντε περιπαιχτικά σχόλια, τρία εξυπνακίστικα, δύο τουίτς αποφθεγμάτων, μια σοβαρή ανάρτηση για το γεγονός της ημέρας, δέκα βρισίδια ή μπράβο στους συντάκτες στα μεγάλα πόρταλς, τσατ με την γκόμενα που ψήνεται, τραγουδάκι για το αγόρι στο απέναντι προφίλ, μπόλικη αγανάκτηση και τριάντα αναστεναγμούς για την κατάντια της χώρας), καθετί μας έχει ξεθυμάνει και ξεπλυθεί. Η οργή, η αγανάκτηση, η πίκρα, ο θυμός ακόμα και η απόγνωση. Η υπερπληροφόρηση, τα απανωτά κλικ, οι οθόνες που εναλλάσσονται σκεπάζουν με καταχνιά τα συναισθήματά μας αφού εικονικώς το κάναμε το καθήκον μας. Φωνάξαμε, κλάψαμε, αντιδράσαμε, επαναστατήσαμε, εκτονωθήκαμε. Εικονικώς.

Ακολουθεί η ματιά του Stuart McMillen επί του βιβλίου του Neil Postman Amusing ourselves to death. Μια ενδιαφέρουσα άποψη.  Οι εικόνες στάλθηκαν από φίλο μέσω email και έτσι δεν γνωρίζω ποιος είναι ο μεταφραστής.

Το κείμενο στηρίζεται σε προσωπικά μου βιώματα.  Δεν έχω ελέγξει ημερομηνίες ή/και στατιστικές για τις απαρχές του Ελληνικού Internet.

Νοίκιασέ το το παγωμένο

Mέσα Ιανουαρίου και βάλε. Έχω την αίσθηση ότι φέτος εκτός από λεφτά δεν υπάρχει και αυτό το φωτεινό διάλειμμα καταμεσής του χειμώνα που γαληνεύει τις ψυχές μας και μας γεμίζει με την προσμονή της άνοιξης. Αλκυονίδες μέρες νομίζω ότι τις λένε. Μα πού είναι; Στο δρόμο χάθηκαν;

Τώρα τελευταία όλο και κάτι χάνεται. Οι Αλκυονίδες έχασαν το δρόμο, οι πολιτικοί την όποια τσίπα τους είχε απομείνει, εμείς την ψυχραιμία και τις αντοχές μας, ο καυστήρας της πολυκατοικίας στην οποία κατοικώ τον λόγο ύπαρξής του. Ζήτημα είναι αν χρησιμοποιείται δυο ώρες την ημέρα. Όχι καθημερινώς. Κάποιες μέρες. Όταν ερχόμαστε στο τσακίρ κέφι και αποφασίζουμε να το ρίξουμε έξω και να θυμηθούμε τις παλιές, καλές μέρες βρε αδερφέ. Τότε που ζούσαμε την πολυτραγουδισμένη δανεική ευδαιμονία. Και ανάβαμε και καλοριφέρ! Οι καλοπερασάκηδες εκτός από δάνεια είχαμε και θράσος. Και καλοριφέρ. Τώρα κομμένος ο βερεσές, ακρίβυναν τα δανεικά, πήρε η μπάλα και το θράσος και ξωμείναμε σε μια γωνιά.

Τώρα που σφίξαν οι κώλοι, θα σφίξουν και οι επιδερμίδες. Δεν έχεις χρήματα για κρέμες και μπότοξ; Έλα να κοιμηθείς ένα βράδυ στο δωμάτιό μου και σου υπόσχομαι ότι θα βγεις με δέρμα νεανίσκης. Το επιχειρηματικό μου δαιμόνιο μού ψιθυρίζει τα άγρυπνα παγωμένα βράδια: Νοίκιασέ το το παγωμένο, νοίκιασέ το! «Κούρα ομορφιάς στη μικρή Αλάσκα, δέκα λεπτά από το κέντρο της πρωτεύουσας, τραμ και δύο λεωφόροι στη διάθεσή σας, αβάδιστα, αβασάνιστα, ακούραστα. Καθαρά σεντόνια, οικογενειακό περιβάλλον».

Πρόκειται για ομαδική παράκρουση ή είναι προσωπικό το θεματάκι;

Κρυώνω φριχτά. Κάθε βράδυ. Τόσο που δεν μπορώ να κοιμηθώ. Και το να μετράω λάθη, παραλείψεις, τύψεις, ενοχές, χρέη, τόκους και πανωτόκια μάλλον δεν έχει τα ίδια σωτήρια αποτελέσματα με το μέτρημα προβάτων. Τα προβατάκια μου ρε! Ποιος μου πήρε τα προβατάκια της νεότητάς μου; Ποιος τα αντικατάστησε με τούτα τα διαολεμένα τραγιά με τα κέρατα και τις ξινισμένες μούρες που αντί να στέκονται ακίνητα, πειθήνια περιμένοντας την νυσταγμένη μου συνείδηση να τα μετρήσει ένα δύο τρία, με κυνηγάνε με τα κέρατα κατεβασμένα πετώντας φωτιές ως δράκοι ενός όχι και τόσου παιδικού παραμυθιού;

Κρυώνω. Κάθε βράδυ. Τόσο που δεν μπορώ να κοιμηθώ. Τα καντήλια που κατεβάζω στον διαχειριστή και στους συγκάτοικους της παλιάς πολυκατοικίας με την κεντρική θέρμανση δεν αρκούν για να με κάνουν να ζεσταθώ. Ούτε η παρήγορη στέγη που απλώνεται πάνω από το κεφάλι μου και μουρμουρίζει «υπάρχουν και χειρότερα, σκάσε…» Ναι υπάρχουν. Αλλού. Και αλλού υπάρχουν και καλύτερα. Θέλεις να μιλήσουμε για τα καλύτερα;

Κάθε επόμενο παγωμένο βράδυ με χωρίζει από τα καλύτερα που φαντάζουν όλο και πιο ξεχασμένα, πιο ξένα. Μετράω και ξαναμετράω ερωτήματα, ανασύρω στιγμές, αποφάσεις, σταυροδρόμια που τράβηξα αριστερά και όχι δεξιά, ναι που δεν είπα, στιγμές που αιωρούνται ακίνητες. Κουνήσου, γαμοσταυρίζω το ρολόι, κουνήσου, παρακαλώ να ξημερώσει, κουνήσου, να βγει ο ήλιος, κουνήσου, να διαγράψω μια μέρα, κουνήσου, να έρθει η άνοιξη.

Να έρθει η άνοιξη…

Η ντροπή των αμνών

Κάθε φορά που με ρωτούν τι δουλειά κάνω, καταλήγω να λέω «πες προγραμματίστρια για να είσαι μέσα» διότι πού χρόνος για αναλύσεις επί αναλύσεων. Όλοι καταλαβαίνουν ότι ασχολούμαι με υπολογιστές και προγράμματα και όλα καλά. Στην δουλειά μου η εικόνα έχει τον πρώτο λόγο. Όσο παράξενο κι αν φαίνεται. Πελάτη δεν σταυρώνεις μόνο επειδή είσαι καλός επαγγελματίας αλλά και επειδή φαίνεσαι τέτοιος. Κυρίως αν είσαι γυναίκα. Στην Ελλάδα. Η τεχνογνωσία, η αποτελεσματικότητα και η ταχύτητα πηγαίνουν σετάκι με το ταγιεράκι, το κοστουμάκι, το σοβαρό το σινιόν και τις γόβες με το έως οχτάποντο τακούνι –μη μας περάσουν και για ξέκωλα και τρέχουμε.

Πριν την κρίση είχα θεσπίσει μερικούς γενικούς κανόνες για να είμαι πάντα μέσα: Η μπλούζα αγκάλιαζε σεμνά το μπούστο, το παντελόνι έπρεπε να είναι αρκούντως φαρδύ για να μην κολλάει στον πισινό και το σακάκι τόσο μεσάτο ώστε να αναδεικνύεται η σιλουέτα αλλά μέχρι εκεί. Τα πολλά πολλά στολίδια και τα τριζάτα αξεσουάρ απαγορεύονταν αν δεν ήθελα να καταλήξω αντί να κάνω demo προγράμματος για την εμπορική διαχείριση της επιχείρησης που επισκέφτηκα, να νομίσουν ότι πήγα για οντισιόν πόουλ ντάνσερ για το μπάτσελορ πάρτυ του οικονομικού διευθυντή. Αν το ραντεβού αφορούσε σε support φορολογικού μηχανισμού όφειλα να προβλέψω την ανοχή της φούστας στα σκυψίματα, αν δε κουβαλούσα και κάναν εξωτερικό δίσκο, έπρεπε να θυμάμαι αν δουλεύουν οι εμπρόσθιες usb θύρες του τερματικού που θα χρησιμοποιούσα αλλιώς μαύρο φίδι που μ’ έφαγε με την φουστίτσα και τα τακούνια.

Οπότε πρόσεχα. Και είχα. Τα πράγματα ήταν απλά και συγκεκριμένα: Μήκος φούστας, φάρδος παντελονιού, βάθος ντεκολτέ. Τσάντα ανά χείρας, δίσκοι και λοιπά συμπράγκαλα, ζουμπάδες και σφραγίδες και βενζίνη στο ντεπόζιτο. Ωραίες εποχές.

Τώρα τα πράγματα άλλαξαν. Πριν ξεκινήσω για το ραντεβού ελέγχω τον ισολογισμό της εταιρείας που θα επισκεφτώ, το υπόβαθρο των ιδιοκτητών και αν είναι δυνατόν ρίχνω μια ματιά και στο Ε9 τους. Διπλοτσεκάρω τα (δηλωμένα) κέρδη του 2010 και ανατρέχω στην μνήμη μου για να βρω αν έκαναν περαίωση και τι εισφορά τους ήρθε. Με αυτά τα κριτήρια διαλέγω τα ρούχα που θα φορέσω. Για να μην είμαι προκλητική. Για να μην νομίσουν ότι δεν έχω κι εγώ οικονομικό πρόβλημα και η πληρωμή μετατεθεί του αγίου ανήμερα.

Ως πρόκληση πλέον, δεν ορίζεται το χαμηλό ντεκολτέ, η στενή και κοντή φούστα ή το κολάν. Πάνε αυτά! Πρόκληση είναι η ετικέτα του σακακιού, η μάρκα της προσωπικής τσάντας, ο αριθμός των δαχτυλιδιών και το ύφος του ρολογιού. Όσο για το κινητό, άστο. Αν τολμήσω να βγάλω iphone πάνω στο γραφείο που θα εργαστώ, την εξάμηνη επιταγή την έχω στο τσεπάκι κι ευχαριστημένη να είμαι.

Το αυτό συμβαίνει στις παρέες. Στην ερώτηση «είσαι καλά;» βλέπω ανθρώπους που απαντούν σαν να είναι υποχρεωμένοι «ε, τι καλά να είμαι… όσο μπορώ… έτσι χάλια που είναι τα πράγματα…» με το κεφάλι κάτω και την γκριμάτσα της μαριονέτας (το γνωστό γεροντικό προσωπείο) σχεδιασμένη με το ζόρι απ’ άκρη σ’ άκρη στα πρόσωπά τους. Φράσεις τύπου «με το ζόρι τα βγάζω πέρα…» αντηχούν σε εταιρείες, οργανισμούς, δρόμους, μαζικά μέσα μεταφοράς. Έχουν γίνει κοινός τόπος. Για όσους τα κουτσοκαταφέρνουν και όσους τα καλοκαταφέρνουν, για όσους έχουν καβάτζα και όσους είναι με τον κώλο εκτεθειμένο, για όσους πήραν αύξηση και για όσους τρώνε την μία μείωση μετά την άλλη, γι’  αυτούς που μειώθηκαν τα κέρδη τους και για όσους έβγαλαν ζημιές. Ντρεπόμαστε αν είμαστε καλά… Ντρεπόμαστε αν δεν μας έχει χτυπήσει η κρίση ή αν μας έχει χτυπήσει λιγότερο από τον διπλανό. Και λέμε ψέματα ή έστω μισές αλήθειες.

Ντρεπόμαστε. Δεν μπορώ να καταγράψω τους προσωπικούς λόγους του καθένα γι’ αυτή του την στάση. Καταγράφω την βεβαιότητά μου ότι αυτή η συλλογική μιζέρια δεν οφείλεται στο ότι άξαφνα πιστέψαμε στην «επιστροφή στις αξίες και την ουσία της ζωής» που αργά αλλά σταθερά γίνεται κυρίαρχο τρεντ ή στην ανησυχία και την θλίψη μας για τον συνάνθρωπο που υποφέρει, για τους απεργούς, τους απλήρωτους, τους απολυμένους.

Είμαι σίγουρη πλέον ότι αυτή η ψυχαναγκαστική ενοχή δίκαιη ή άδικη, που σέρνεται και απλώνεται και κατατρώει τα σωθικά μας δεν οδηγεί σε δράσεις ή αντιδράσεις. Οδηγεί σε παγωμένες γκριμάτσες και μουδιασμένες αφηγήσεις της ζωής ενός άλλου που την κάναμε δική μας για να πουλήσουμε την εικόνα του κυνηγημένου από το μνημόνιο και την κρίση και να γίνουμε συμπαθείς ή έστω μη ενοχλητικοί: μη μας έρθει και καμιά σφαλιάρα μέρες που είναι. Διατηρούμε το προφίλ της μιζέριας, άλλος υψηλό και άλλος χαμηλό ανάλογα με τα γράδα του, νομίζοντας ότι έτσι θα επιβιώσουμε.

Σώπα μη μιλάς κι όταν μιλήσεις κλάψε. Κλαψούρισε και αν μπορείς ρίξε κι ένα δάκρυ. Γέμισε τον αέρα με αναστεναγμούς και σάλια. Το ίδιο κάνουν όλοι στο κοπάδι. Η ντροπή των αμνών στους κινηματογράφους της περιοχής σου. Μόνο που κλάμα στο κλάμα, σάλιο στο σάλιο, σούρσιμο στο σούρσιμο, μύξα στην μύξα, έρχεται και η ανοσία, η απάθεια. Κι έτσι δε θ’ ακουστεί η φωνή αυτού που έχει όντως πρόβλημα. Αυτού που πεινάει, τώρα πεινάει όχι σε έναν χρόνο, τώρα πεινάει σου λέω, αυτού που τώρα απολύεται, αυτού που τώρα δεν έχει καταθέσεις, αυτού που τώρα τον διώχνουν από το σπίτι του, αυτού που τώρα του κόβουν το ρεύμα. Καταλαβαίνεις; Ε; Καταλαβαίνεις;

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: