E for Eponymous

Η προηγούμενη Παρασκευή ήταν μια καταπληκτική Παρασκευή. Ξεκίνησε με την ιστοσελίδα http://www.ministryofjustice.gr να έχει παραμορφωθεί από χάκερς. Τα ελληνικά ΜΜΕ αποφάσισαν να καταγράψουν και να μοιράσουν την είδηση με τον δικό τους μοναδικό τρόπο που έχουμε συνηθίσει τόσα χρόνια. Οι Έλληνες χρήστες ακολούθησαν ουρλιάζοντας V for vendetta και Mpe for provato. Τα κοινωνικά δίκτυα πήραν φωτιά και τα προφίλ γύρισαν από το κινηματογραφόφιλο ή το άστεγο, στο επαναστατημένο. Ευκαιρία ψάχναμε, είναι και στενάχωρη η απώλεια. Ενώ η επανάσταση…

Μια μικρή έρευνα πέντε λεπτών στο διαδίκτυο ήταν αρκετή για να διαπιστώσω ότι την σελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης ΔΕΝ την χτύπησαν οι Anonymous αλλά η Greek Hacking Scene [GHS] (Support Anonymous έγραφε η χακαρισμένη ιστοσελίδα, SUPPORT ANONYMOUS).  Το στιγμιότυπο:

Άλλα δύο λεπτά χρειάστηκαν για να βρω την σελίδα των GHS (Greek Hacking Scne) στο facebook με σχόλια επί του θέματος. Μπορείς να κάνεις και λάικ εδώ! Σε άλλο ένα λεπτό βρήκα το προφίλ τους εδώ.

Στα τζιμάνια-δημοσιογράφους, αυτού του τύπου η «έρευνα» να έπαιρνε και δέκα λεπτά; Τι ψάχνω θα μου πεις…

Διάβασα σχετικά άρθρα στην [Καθημερινή], στα [Νέα], και άποψη συνεργάτη στο [tvxs.gr].  Ειδικά οι προτάσεις τύπου «Η ομάδα των πιο γνωστών χάκερς στον κόσμο ξεκίνησαν τις επιθέσεις τους εναντίον ελληνικών ιστότοπων»,  » Οι επισκέπτες του site του υπουργείου άκουγαν ένα ηχογραφημένο μήνυμα της διεθνούς διαδικτυακής οργάνωσης» και «Την ιστοσελίδα του υπουργείου Δικαιοσύνης, http://www.ministryofjustice.gr, παραβίασαν οι πιο γνωστοί χάκερς στον κόσμο, οι Anonymous που κλιμακώνουν τις επιθέσεις τους ανά τον κόσμο» είναι για πολλά γέλια.

Αφού δεν το ξέρεις το σπορ μάνα μου γιατί δεν ρωτάς και παραδίπλα; Επιστημονικούς συνεργάτες δεν έχετε; Θα μου πεις πολλά ζητάω μέσα στην κρίση και την καταχνιά. Κλικ το ένα, κλικ και τ’ άλλο. Γιατί να προσέχεις τι γράφεις; Γιατί να άγχεσαι, να ρωτάς, να διασταυρώνεις; Γιατί να ενημερώνεσαι για όσα δεν κατέχεις;

κλικ

 

Advertisements

Comfortably Νumb – Κάνοντας το θέμα θέαμα

Προς τον σεαρτζή της γειτονιάς μου
Ινδερνέ-Ενταύθα

Αγαπητέ άγνωστε,

Θα μου επιτρέψεις να σου συστηθώ. Συναντιόμαστε καθημερινά κι ας μην γνωρίζεις την ύπαρξή μου. Όταν θέλεις να ικανοποιήσεις την ανάγκη σου με χρησιμοποιείς και γρήγορα με ξεχνάς. Μέχρι την επόμενη φορά. Είμαι αναλώσιμη και πάντα διαθέσιμη. Είμαι ο στόχος σου. Ο εύκολος στόχος. Με συναντάς κάθε μέρα. Σου μοιάζω: έχω χέρια, πόδια, κεφάλι, αυτιά και μάτια. Είμαι άνθρωπος. Είμαι ο γείτονάς σου, ο συνάδελφός σου, κάθομαι δίπλα σου στο τραμ, περιμένω στην ουρά μαζί με σένα, αγόρασα ένα φόρεμα από το μαγαζί σου, μου έκοψες τυρί την Πέμπτη, έλυσα το πρόβλημα στα ισοζύγια του λογιστηρίου την Δευτέρα, ανέβασα ένα τραγούδι που σου άρεσε την Τρίτη και την Παρασκευή γελάσαμε με το ίδιο βίντεο στο Youtube.

Μιλάμε την ίδια γλώσσα, χρησιμοποιούμε τις ίδιες εκφράσεις, μοιραζόμαστε αγωνίες και ανησυχίες, κάποια βράδια αγρυπνούμε μαζί και κάποια άλλα κρυώνουμε ταυτόχρονα. Όμως πιστεύεις ότι είμαι διαφορετική από σένα. Κατά την άποψή σου το νευρικό μου σύστημα είναι φτιαγμένο από μπετόν αρμέ και τα βλέφαρά μου κάθε πρωί τα πλένω με κόλλα που κολλάει γερά, πολύ γερά. Για σένα έχω μάτια ερμητικά κλειστά και τ’ αυτιά μου είναι κρεμαστάρια κοσμημάτων. Πιστεύεις ότι το πνεύμα μου είναι μουδιασμένο και ότι ασχολούμαι μόνο με τις αισθήσεις και τις ηδονές. Νομίζεις ότι δεν μ’ ενδιαφέρει τίποτα έξω από τον στενό κύκλο των προσωπικών μου συμφερόντων και των αδιάφορων ενασχολήσεών μου.

Φαντάζομαι ότι θα απορείς πώς και γιατί σχημάτισα τέτοια εντύπωση για σένα αφού δεν σε γνωρίζω και δεν με γνωρίζεις. Θα αναρωτιέσαι γιατί σου στέλνω αυτή την γεμάτη παράπονο επιστολή. Πιθανόν να μυρίζεις την οθόνη μπας και αναγνωρίσεις πίσω από τα γράμματα κάποιον που αδίκησες. Μην ψάχνεις, μην κάνεις τον κόπο. Δεν με γνωρίζεις. Είμαστε ξένοι, άγνωστοι. Αλλά με την συμπεριφορά σου δείχνεις σαν να με ξέρεις, σαν να θέλεις να με συνετίσεις, να με κάνεις καλύτερο άνθρωπο. Μοιάζεις σα να έχεις αναλάβει αποστολή αγαπητέ μου άγνωστε. Οι σταυροφορίες πρέπει να ήταν το αγαπημένο σου κεφάλαιο στο μάθημα της Ιστορίας από το οποίο όμως δεν διδάχτηκες τίποτα. Θυμάσαι μόνο ό,τι σε εντυπωσίασε: τις αστραφτερές πανοπλίες, τις πολεμικές ιαχές και τους τεράστιους φανταχτερούς κόκκινους σταυρούς. Αναρτάς τεράστιες φρικιαστικές φωτογραφίες, πληκτρολογείς με κεφαλαία φανταχτερές λέξεις γεμάτες μίσος και θαυμαστικά, αναδημοσιεύεις αιματηρά βίντεο με δυνατές μουσικές, όπλα πολέμου με τα οποία διεκπεραιώνεις την αποστολή σου και αποτελειώνεις εμένα: έχεις βαλθεί να με ευαισθητοποιήσεις.

Καθημερινά μου τρίβεις στη μούρη φωτογραφίες κατακρεουργημένων πεθαμένων ή ημιθανών ζώων που κακοποιήθηκαν από υπανθρώπους ή ακόμα και από χώρες (δες Ουκρανία), μωρών ή/και παιδιών απάνθρωπα μελανιασμένων από τα χέρια των ίδιων τους των γονέων, γερόντων που κλαίνε πάνω από ψωμί και αλάτι,  ναρκομανών που χτυπάνε ενέσεις δίπλα σε καροτσάκια μωρών. Γράφεις σημειώσεις που με προσκαλείς να κάψω μαγαζιά προειδοποιώντας ότι όταν τα καίω θα πρέπει να βεβαιωθώ ότι οι ιδιοκτήτες είναι εγκλωβισμένοι, υποψήφια κάρβουνα για την ψησταριά τους. Χρησιμοποιείς αλήθειες, ψέματα, παραποιημένες φωτογραφίες, ράβεις και ξηλώνεις περιστατικά από την Αργεντινή για να τα φορέσεις κοστούμι στα μέτρα της Πλατείας Βάθης, κάνεις κολάζ φωτογραφιών Τούρκων σεισμοπαθών και τους τοποθετείς στα παγκάκια του Συντάγματος.

«Εγώ; Εγώ τα κάνω όλα αυτά;» θα αντιδράσεις. «Εγώ ποτέ δεν αλλοίωσα φωτογραφία, δεν κατασκεύασα είδηση, δεν έγραψα επικίνδυνα στάτους.» Θα συμφωνήσω αγαπητέ άγνωστε. Ίσως να μην ξεκίνησες εσύ το γαϊτανάκι της φρίκης. Αλλά το συνέχισες. Το άπλωσες στα μήκη και τα πλάτη του διαδικτύου. Έκανες το γαϊτανάκι μαστίγιο και με χτύπησες εκεί που νομίζεις ότι δεν με πονάει αφού με θεωρείς αναίσθητη. Με χτύπησες την πρώτη και αντέδρασα. Τρόμαξα. Αηδίασα. Θύμωσα. Εξοργίστηκα. Με χτύπησες τη δεύτερη και πόνεσα. Λιγότερο είναι αλήθεια, δεν θέλω να στο κρύβω. Με χτύπησες την τρίτη, την τέταρτη, την εικοστή, την εκατοστή, την χιλιοστή. Και θύμωσα. Και πόνεσα. Όλο και λιγότερο. Ώσπου στο τέλος έπαψα να θυμώνω και να προβληματίζομαι με το θέαμα της φτώχειας, της δυστυχίας, της ανέχειας, της κακοποίησης με την οποία πλουσιοπάροχα με ταϊζεις ελλείψει άρτου. Πλέον θυμώνω με σένα.

Προφανώς πιστεύεις ότι εγώ ζω αλλού. Σε άλλη χώρα. Δεν βλέπω, δεν ακούω, δεν μυρίζω, δεν αισθάνομαι. Ξέρεις αγαπητέ άγνωστε, ακόμα κι αν δεν φωνάζω, δεν γράφω με κεφαλαία, δεν χρησιμοποιώ δεκαπέντε θαυμαστικά μετά από κάθε πρόταση, ακόμα και αν δεν αναρτώ φωτογραφίες γεμάτες αίμα και σπέρμα και αν μερικές φορές βάζω και κάνα τραγούδι και γελώ με τους φίλους μου, σε παρακαλώ σταμάτα να προεξοφλείς ότι έχω ξεχάσει την ανθρωπιά μου. Με πληγώνεις στοχοποιώντας με. Με πληγώνεις και με θυμώνεις. Και εν τέλει με αποευαισθητοποιείς. Το χειρότερο δε είναι ότι επειδή με εξοργίζεις με κάνεις να νιώθω καλά με τον θυμό μου. Κάνοντας το φλέγον θέμα θέαμα, αφαιρείς την τραγικότητα και την σημαντικότητά του. Με αναγκάζεις να αποστασιοποιηθώ για να αντέξω. Συνηθίζω καταλαβαίνεις; Συνηθίζω…

Έρευνες έδειξαν ότι η συνεχής και άμετρη προβολή βίας (τα αποτελέσματα της κρίσης που βιώνουμε είναι η χειρότερη μορφή βίας μη γελιέσαι, μην βιαστείς σε παρακαλώ να ψάξεις για ελαφρυντικά) είναι ουσιαστικά μέσο αποευαισθητοποίησης και έχει το αντίθετο αποτέλεσμα από το αναμενόμενο ή/και ζητούμενο. Στο υστερόγραφο παραθέτω συνδέσμους με έρευνες και πειράματα που έγιναν. Θα χαρώ ιδιαίτερα αν διαβάσεις και ακόμα περισσότερο αν καταλάβεις. Δεν πρόκειται να γεμίσω την επιστολή αυτή με φωτογραφίες που θα σου προκαλέσουν σοκ ώστε να σε αναγκάσω να προσέξεις τα γραφόμενά μου. Κάνω έκκληση στην απλή λογική σου. Φαντάζομαι ότι κάτι έχει απομείνει από δαύτη.

Κλείνοντας αγαπητέ άγνωστε σεαρτζή θα μου επιτρέψεις να σου θυμίσω ότι οι καλές προθέσεις δεν είναι αρκετές για να κρατήσουν στον δρόμο ακόμα και το καλύτερο όχημα όταν ο οδηγός πάρει την στροφή χωρίς να υπολογίσει την ταχύτητα, τις αντοχές του οχήματος και την ολισθηρότητα του οδοστρώματος.

Με τιμή & ελπίδα

Ο στόχος σου

ΥΓ1: Σου παραθέτω μερικούς συνδέσμους που ελπίζω να βρεις τουλάχιστον ενδιαφέροντες

Research Report: Comfortably Numb / Desensitizing Effects of Violent Media on Helping Others by Brad J. Bushman and Craig A. Anderson

Violent Video Games and Hostile Expectations: A Test of the General Aggression Model

Aggression: Books, Chapters and Articles

Bandura’s Bobo Doll experiment (video) 

ΥΓ2: Σου αφιερώνω ένα τραγούδι μπας και σε εξευμενίσω και με λυπηθείς.

Με τιμή & ελπίδα (ξανά)

Ο στόχος σου

τρία ντάμπλιγιου εκτόνωση τελεία τζι αρ

Πρέπει να ήταν αρχές του 1997 (μπορεί και του ’96 δεν θυμάμαι καλά) όταν πάτησα  πρώτη φορά www. Λειτουργικό ms windows 95 (μετά την πρόσθεση των τριών κακών της μοίρας μου έγιναν 98), dial up συνδέσεις και σελίδες λευκές με γκρι και μαύρους κόκκους. Οι ελληνικές σελίδες λιγοστές, κυρίως προφίλ εταιρειών με ελάχιστες φωτογραφίες, τα coming soon έδιναν κι έπαιρναν. Η Ελλάδα ανακάλυπτε τον μαγικό κόσμο του διαδικτύου. Αργά. Πατούσες το dial, μπίρου μπίρου καλούσε το μόντεμ, έβαζες τον ελληνικό στην χόβολη και περίμενες. Υπομονή να είχες. Τα πρώτα web portals κάνουν την εμφάνισή τους, οι πιο καινοτόμες εταιρείες αποκτούν σελίδες και οι χρήστες επικοινωνούν γράφοντας ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες κατ’ ανάγκη. Ανοίγουν chat rooms & clubs και μαθαίνουμε τι σημαίνει blogging. To πρώτο μου blog το έφτιαξα στον pathfinder το 2002, όπου φιλοξενούνταν και το club στο οποίο ήμουν admin. Πλάκα είχε. Για να ανεβάσω κείμενο ή να κάνω αλλαγή στην σελίδα άναβα αρωματική λαμπάδα για να ξορκίσω τα διαόλια της γραμμής κι έκανα γονατιστή τον γύρο του τετραγώνου δέκα φορές.

To IKA και η εφορία έμελλε να φέρουν την μεγάλη αλλαγή. Το σύστημα υποβολής των ασφαλιστικών εισφορών καθώς και των δηλώσεων ΦΠΑ εκσυγχρονίζεται, οι εταιρείες οφείλουν να αποκτήσουν πρόσβαση στο διαδίκτυο και οι λογιστές να μάθουν να χειρίζονται ποντίκι. Κάνω σεμινάρια από το πρωί ως το βράδυ. «-Κυρία Λω δεν λειτουργεί σας λέω. –Κυρία Λογιστιάδου, το κρατάτε ανάποδα, η μπίλια να ακουμπάει στην επιφάνεια του γραφείου παρακαλώ». Τα νεύρα μου στα καλώδια μαζί με τα τελευταία εγκεφαλικά κύτταρα που διατελούν εν ηρεμία.

Μπίρου στο μπίρου έρχεται η ευρυζωνικότητα. Κάθε σπίτι ένας καημός, κάθε καημός και χρήστης. Τα βιογραφικά αναγράφουν ως δεξιότητα την χρήση του διαδικτύου αντάμα με τις γνώσεις Internet Explorer και Outlook Express και γω βάζω το μυαλό μου στην κατάψυξη για να μην πάθω κανένα ανεύρυσμα στην προσπάθειά μου να επιλέξω προσωπικό. Ξέρω και ίντερνετ, να σε πάω μια βόλτα στον θαυμαστό, νέο κόσμο που γίνεται πολύχρωμος και λαχταριστός και γεμίζει εργαλεία που ούτε στα όνειρά μου. Το social networking εξελίσσεται, myspace, facebook, youtube, twitter, google+βάλε, τα απρόσωπα nicknames αποκτούν προφίλ, φωτογραφίες και σελίδες και η συνέχεια επί των οθονών.

Ο θαυμαστός νέος κόσμος κατακλύζει τον παλιό κι αυτός ανταριάζεται. Συνειδητοποιώντας ότι το διαδίκτυο είναι δυνατόν να εξυπηρετήσει και άλλες σκοπιμότητες εκτός από αυτές των πορνοσελίδων, των εταιρειών, των οργανισμών και των διαδικτυακών καταστημάτων, οι επαγγελματίες της επικοινωνίας (επιχειρηματίες και εργαζόμενοι) σπεύδουν να καταλάβουν τη θέση που τους αναλογεί στη νέα πραγματικότητα, ενώ πολίτες/μπλόγκερς δειλά στην αρχή, σταθερά και αυθάδικα στην συνέχεια τους βγάζουν την γλώσσα και διεκδικούν μια θέση στα μέσα που μέχρι πρότινος λοιδορούσαν. Τρεχάτε δαχτυλάκια μου, οι αναγνώστες λιγοστοί και ποιος να τους πρωτοπιάσει. Στην ποδιά της μικρής αγοράς σφάζονται χιλιάδες παλικάρια, η οποία τους παρακολουθεί χαμογελώντας ξέροντας ότι εκείνη θα γελάσει τελευταία, πώς κάνετε έτσι όλοι θα πάρετε από την πίτα που έχω φουρνίσει. Ένα ψίχουλο. Τόσο βγαίνει το μερίδιο πώς να το κάνουμε.

Η διαδικτυακή Ελλάδα ως κομπλεξαρισμένη επαρχιωτοπούλα (αυτό το είμαστε τριάντα χρόνια πίσω δεν χωνεύεται εύκολα), φοράει τα καλά της και μπαίνει στον χορό, προσπαθώντας να παίξει το παιχνίδι πριν ακόμα μάθει τους κανόνες του. Πιάνει το τσιγκέλι, παίρνει το μαντήλι τις πρώτης, πηδάει πιο ψηλά, φοράει κατακόκκινο βρακί, τυρκουάζ ζαρτιέρα, λιμπιστερό στηθόδεσμο, δείχνεται και καμώνεται κι όλο και κοιτάει στα εξωτερικά να δει τι κάνουν εκεί για ν’ αντιγράψει. Και πώς αντιγράφει, αχ πώς! Χωρίς μέθοδο, χωρίς πρόγραμμα, άλλα ντ’ άλλα της Παρασκευής το γάλα που το χύσαμε Δευτέρα και πήραμε χαμπάρι ότι ξίνισε την Πέμπτη…

Αρχοντοχωριάτα ολκής, νεόκοπη αναγνώστρια που διεκδικεί βραβεία και ταχταρίσματα, γυρνάει την πλάτη στα παραδοσιακά  μέσα, έχει κλείσει την τηλεόραση χρόνια τώρα, μη βλέπεις που ξέρει όλα τα σίριαλ απέξω στο γιουτιούμπ τα βλέπει καλέ, γράφει κακές λέξεις φανερά, κανένας δεν μπορεί να την λογοκρίνει τι ευτυχία, αναμασά μαλάκες, σκατά και πουτάνες τρεις φορές την μέρα πριν το φαγητό για να ανοίξει η όρεξη, κατάδηλα ευτυχής που εκφέρει αιρετικό λόγο. Μιμείται τους βάρβαρους ξένους, κλέβει τα κόλπα τους, μαθαίνει γρήγορα (το Ελληνικό δαιμόνιο δεν κρύβεται αγάπη μου, όλους θα τους φάμε, θα δεις) και ακκίζεται. Το βράδυ γέρνει στο μαξιλάρι χαμογελώντας για όσα με παρρησία και θάρρος ξεστόμισε.

Η Ελλάδα ως γνωστόν δεν διαβάζει. Αλλά γράφει. Κι αν δεν γράφει, σχολιάζει. Και αν δεν σχολιάζει παρακολουθεί. Σελίδες, πύλες, προφίλ, κανάλια. Αν τα bits ήταν ευρά θα είχαμε βγει από την κρίση χρέους. Την γνωστή κρίση. Που μας έχει οδηγήσει στην ανέχεια και στην ύφεση. Και εναντίον της οποίας πρέπει να επαναστατήσουμε. Εικονικώς. Γράψε, μοίρασε, σχολίασε, καυγάδισε, βρίσε τον επώνυμο, τον πολιτικό, ξαναμοίρασε, ξανασχολίασε, βρίσε τον ανώνυμο εικονικό σου φίλο, ανέβασε φωτογραφία, γράψε κείμενο, μάζεψε αναγνώστες, επαναστάτησε. Ταχρίρ- Σύνταγμα με το τρόλλεϋ 10, στάση Καλλιφρονά δεν έχει, ας σταματήσουμε στις Τζιτζιφιές να φάμε και μαρίδα. Πιο έξυπνοι είναι οι Αιγύπτιοι; Και οι Ισπανοί; Μας είπαν ότι κοιμόμαστε. Ξυπνήσαμε. Το κάναμε εκδήλωση στο facebook. Και αγανακτήσαμε. Μετά μας πέρασε. Δεν πειράζει. Όλο και κάποιος θα βρεθεί να μας βρίσει ξανά. Θα ξαναξυπνήσουμε πού θα πάει.

Το διαδίκτυο στην Ελλάδα λειτουργεί ως άτυπος διαχειριστής οργής. Ως κυματοθραύστης της αδικίας και της ανομίας που επιτίθεται ανοιχτά, πρόστυχα και χυδαία. Λένε ότι αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν κάτι θα ήταν παράνομες. Λέω ότι αν το διαδίκτυο μπορούσε να αλλάξει κάτι θα είχε καταργηθεί. Ελάχιστοι ξεφεύγουν από τις εύκολες φόρμες, οι περισσότεροι μένουν στο ότι έβρισαν τον πολιτικό ή τον δημοσιογράφο και κοιμούνται ήσυχοι. Ζούμε στην εποχή του γενναίου, νέου κόσμου του Χάξλεϊ (Aldous Huxley). Η οργή απλώνεται, σχηματοποιείται, λειαίνεται και ξεχνιέται. Μέχρι την επόμενη μέρα. Ανακυκλώνουμε την πίκρα μας κυνηγώντας τις ίδιες μας τις ουρές. Μέσα στην φάκα.

Η επανάσταση απαιτεί αυταπάρνηση. Πολύ φοβάμαι ότι το στοιχείο αυτό εκλείπει από το ανομοιογενές πλήθος που έχουμε καταντήσει. Ο χρόνος που αναλώνεται στην επικοινωνία των δράσεων και αντιδράσεων έναντι της ύφεσης και της κατάρρευσης της αγοράς και της κοινωνίας είναι διπλάσιος από αυτόν της ίδιας της δράσης. Η εικόνα επιτίθεται με βιαιότητα στην ουσία και νικάει κατά κράτος. Όταν ζεις σε απολυταρχικό καθεστώς τον ξέρεις τον εχθρό, απέναντί σου είναι και η γνώση αυτή σού δίνει δύναμη να αντιπαλέψεις. Όταν όμως βιώνεις επιφάσεις δημοκρατίας και ελεύθερου και ανοιχτού διαλόγου απολαμβάνεις την εικονική, ιδιάζουσα ελευθερία σου και μένεις με το ποντίκι στο χέρι. Ξεσπάς, θυμώνεις, ουρλιάζεις, λυπάσαι εικονικά και έτσι γίνεσαι πειθήνιο όργανο με τρανταχτό άλλοθι.

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει λόγος να εφαρμόσουν ούτε sopa ούτε pipa. Βουτήξαμε στα βαθιά των ωκεανών της πληροφορίας χωρίς σωσίβιο ή έστω μίτο. Μετά από κάθε διαδικτυακή βραδιά με λίγο απ’ όλα (πέντε περιπαιχτικά σχόλια, τρία εξυπνακίστικα, δύο τουίτς αποφθεγμάτων, μια σοβαρή ανάρτηση για το γεγονός της ημέρας, δέκα βρισίδια ή μπράβο στους συντάκτες στα μεγάλα πόρταλς, τσατ με την γκόμενα που ψήνεται, τραγουδάκι για το αγόρι στο απέναντι προφίλ, μπόλικη αγανάκτηση και τριάντα αναστεναγμούς για την κατάντια της χώρας), καθετί μας έχει ξεθυμάνει και ξεπλυθεί. Η οργή, η αγανάκτηση, η πίκρα, ο θυμός ακόμα και η απόγνωση. Η υπερπληροφόρηση, τα απανωτά κλικ, οι οθόνες που εναλλάσσονται σκεπάζουν με καταχνιά τα συναισθήματά μας αφού εικονικώς το κάναμε το καθήκον μας. Φωνάξαμε, κλάψαμε, αντιδράσαμε, επαναστατήσαμε, εκτονωθήκαμε. Εικονικώς.

Ακολουθεί η ματιά του Stuart McMillen επί του βιβλίου του Neil Postman Amusing ourselves to death. Μια ενδιαφέρουσα άποψη.  Οι εικόνες στάλθηκαν από φίλο μέσω email και έτσι δεν γνωρίζω ποιος είναι ο μεταφραστής.

Το κείμενο στηρίζεται σε προσωπικά μου βιώματα.  Δεν έχω ελέγξει ημερομηνίες ή/και στατιστικές για τις απαρχές του Ελληνικού Internet.

Εξομολόγηση μιας εξαρτημένης (αγαπημένο μου facebook)

Αγαπημένο μου facebook,

Ήρθε η ώρα να μάθεις. Ήρθε η ώρα να μάθω κι εγώ. Δεν αρκεί να παθαίνω. Πρέπει και να μαθαίνω. Και μερικές φορές, τι μερικές τις περισσότερες, για να μάθεις πρέπει να πάθεις. Πολλά.

Σήμερα έκανα πολλά χιλιόμετρα για να πω σ’ ένα πολύ αγαπημένο μου πρόσωπο αυτά που θα σου εξομολογηθώ. Πολλά να πάω και πολλά να γυρίσω. Πολλά σου λέω. Αυθημερόν. Διότι μερικές φορές, τι μερικές όλες, δεν αρκεί να λες, πρέπει και να κάνεις. Να δείχνεις ότι δεν είσαι από χαρτί, από πίξελ ή από αέρα κοπανιστό. Το αποτέλεσμα δεν έχει σημασία. Ποτέ δεν έχει. Η ζωή μας είναι γεμάτη από αδιέξοδα, ανεπιτυχείς προσπάθειες και στάχτες ονείρων και επιδιώξεων. Το ζητούμενο είναι η πρόθεση. Η διάθεση. Και η στάση. Η στάση ζωής. Που όταν γίνεται καθιστική δημιουργεί πρόβλημα. Όχι μόνο στον κώλο μας μα και στο μυαλό μας.

Αγαπημένο μου facebook, ήρθε η ώρα να μάθεις. Δεν είμαι εικονική. Δεν είναι άβαταρ. Δεν είμαι περσόνα. Δεν είμαι ένα δημιούργημα που κατασκεύασα για να πονάω λιγότερο, για να προσελκύσω θαυμαστές ή φίλους ή εν δυνάμει αγαπημένους. Είμαι εγώ. Ολόκληρη. Έχω αίμα και σάρκα και φωνή κι έναν ολόκληρο κόσμο εντός μου που πάλλεται και φωνάζει. Και αγαπημένο μου facebook είσαι πολύ μικρό για να με χωρέσεις. Είσαι πολύ μικρό για να γεμίσεις με την ύπαρξή μου τις οθόνες. Όσο χρόνο κι αν σου βάζω υπέροχή μου εικονική πραγματικότητα, όση ενέργεια, είσαι πολύ λιγοστή για μένα.

Αγαπημένο μου facebook. Είσαι εθιστικό. Ακραία εθιστικό. Και γω είμαι άρρωστη. Βαριά και βαθιά. Έχω αρρωστήσει εξαιτίας σου. Όχι μόνο εγώ. Και πολλοί πολλοί φίλοι. Πάρα πολλοί. Τους περισσότερους τους γνώρισα μέσα στη χοντρή, μεγάλη σου κοιλιά που όλα τα χωνεύει. Ποιητές, λογοτέχνες, ζωγράφους, φωτογράφους, δημοσιογράφους, συντάκτες, πουτάνες, καριόλες, λεσβίες και ομοφυλόφιλους, σεξομανείς και ευθυμογράφους, μανιακούς των παιχνιδιών και του σάιμπερ παιχνιδιού.. Εδώ θα έρθει η αναγνώριση, η αποδοχή, το φλερτ, το γαμήσι, ο έρωτας, τα τριαντάφυλλα και τα αγκάθια. Παιδιά, σκυλιά, αίμα και σπέρμα, κολπικά υγρά και σουφρωμένα χείλη, πνεύμα, χιούμορ κι εξυπνάδα, κυρίες και κύριοι εδώ ξεχνιούνται όλα, κουτσοί, στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα. Όλοι μέσα στην βρωμερή κοιλιά σου, ανακατωμένοι με γαστρικά υγρά που τους καίνε σιγά σιγά  και μεθοδικά χωρίς να το αντιλαμβάνονται.

Οι περισσότερο δεν το παραδέχονται. Το facebook είναι μια ευχάριστη ενασχόληση. Κι ας σε ανοίγουν και σε ψαχουλεύουν δέκα φορές την ημέρα. Ή και όλη την ημέρα αν μπαίνουν από το κινητό τους. Όλη μέρα και όλη νύχτα μπροστά σε μια οθόνη ζώντας μια πραγματικότητα που τους (μας) κάνει να ξεφεύγουν από την δική τους ζοφερή, τρομακτική πραγματικότητα. Οι περισσότεροι φίλοι μου (κι εγώ μαζί, η άρρωστη) κοιτούν την ανάρτησή τους και μια και δυο και τρεις φορές και τέσσερις και πέντε και σαρανταπέντε, για να δουν ποιος πάτησε το ευφυέστατο (α ρε νέρντ Ζούκι τι σου (μας) έκανε η γκόμενα –δείτε την ταινία The Social Network και θα καταλάβετε τι εννοώ-) «μου αρέσει» και ποιος τήρησε σιγή ιχθύος. Και γιατί δεν πάτησε λάικ αυτός; Ή ο άλλος. Ή εκείνη. Μήπως θύμωσε; Μήπως δεν με γουστάρει πια; Μήπως μιλάει με άλλη; Με άλλον; Μήπως χάνω το πνεύμα μου; Το ταλέντο μου; Μήπως δεν δουλεύει η αρχική; Οι ειδοποιήσεις; Τα ‘παιξε πάλι το σύστημα. Δεν τα ‘παιξε το σύστημα. Εγώ τα ‘παιξα και δεν είμαι καλά.  

Οι περισσότεροι φίλοι μου (κι εγώ μαζί, η άρρωστη) ελέγχουν συνεχώς ποιος σχολίασε τι. Ποιος έκανε την έξυπνη ανάρτηση της ημέρας. Ένας ολόκληρος κόσμος στον μικρόκοσμό μου. Που είναι ψευδεπίγραφα γεμάτος πια. Και δεν χρειάζεται να κάνω πολλά για να τον γεμίσω. Τον έχω στις άκρες των δαχτύλων μου. Τόσο απλά, τόσο εύκολα. Το μόνο που έχω να κάνω είναι να μπω. Και άντε να ξαναβγώ. Τόσο απλά.

Αγαπημένο μου facebook, οι άνθρωποι δεν είναι λεμονόκουπες. Δεν είναι ολογράμματα, δεν είναι φωτογραφίες, δεν είναι πληροφορίες, emails & διευθύνσεις άμεσων μηνυμάτων, δεν είναι η επαγγελματική τους εμπειρία και οι σπουδές που έκαναν. Δεν είναι η προσωπική τους κατάσταση. Δεν είναι αυτό που ψάχνουν. Δεν είναι οι φωτογραφίες της 25ης Αυγούστου του 2011 ή της 25ης Μαϊου του 2011. Δεν είναι τ’ άρθρα που αντιγράφουν για να δείξουν την άποψή τους, τα τραγούδια που βάζουν για να στείλουν το μήνυμά τους στον ενδιαφερόμενο ή να δείξουν στο κοινό τους πόσο ψαγμένοι είναι μουσικά. Δεν είναι οι σημειώσεις που γράφουν και τα ταγκαρίσματα που κάνουν. Οι άνθρωποι δεν είναι φωτογραφίες στο τσατ που έχουν πράσινο κυκλάκι δίπλα και που όταν σε ενοχλούν τους κρύβεις για να μην τους βλέπεις. Οι άνθρωποι δεν είναι οντότητες που διαγράφονται ή αποκλείονται από την μια στιγμή στην άλλη. Αλλά αυτό δεν σε αφορά. Δεν είναι δική σου δουλειά. Εσύ είσαι μια τεράστια βάση δεδομένων που δουλειά της είναι να χωνεύει, να ταξινομεί, να προτείνει και να αντιπροτείνει για να πουλήσει και να ματαξαναπουλήσει και μετά να ξαναχωνεύει για να βγάλει το νέο ερώτημα.

Αγαπημένο μου facebook. Έχω σκοτώσει πολύ χρόνο παρακολουθώντας τα τεκταινόμενα στην κοιλιά σου. Τα τελευταία τρία χρόνια έχω ζήσει περισσότερο εντός σου παρά εκτός σου. Έχω κάνει παρέα με ανθρώπους που δεν τους έχω μυρίσει, δεν τους έχω ανασάνει, δεν τους έχω αγγίξει, περισσότερο από αυτούς που έχω νιώσει. Έχω κάνει κατά καιρούς προσπάθειες να με πείσω για το σημαντικό του εγχειρήματος: έτσι γίνονται γνωστά τα κείμενά μου (την ξέρεις την ψωνάρα μου), έχω γνωρίσει ενδιαφέροντες ανθρώπους, έχω συσχετιστεί με ανθρώπους με κοινά ενδιαφέροντα που άντε να τους βρεις στην κοσμοπλημμύρα και πάει λέγοντας. Όμως αγαπημένο μου, με κατέκλυσες και με πνίγεις. Μ’ έχεις πιάσει από τον λαιμό και με σπρώχνεις σε βάθη ανησυχητικά σκοτεινά. Μ’ έχεις τρομάξει με την ανασφάλεια που μου δημιουργείς όταν σκέφτομαι ότι ουσιαστικά είναι πιθανό, τι πιθανό βέβαιο, να είμαι άλλο ένα παράθυρο που με όση ευκολία άνοιξε με την ίδια ευκολία θα κλείσει.

Αγαπημένο μου facebook. Τις προάλλες, έγραψα ένα διήγημα που περιέγραφα μία εξαρτημένη γυναίκα. Δεν είμαι εγώ αυτή. Δεν είμαι εξαρτημένη από το αλκοόλ. Είμαι όμως εξαρτημένη από σένα. Και ξέρω ότι ένας τρόπος υπάρχει (ελπίζω) να συνέλθει κάποιος για την κατάντια του, κυρίως όταν αυτή οφείλεται στη βαθιά του ανασφάλεια ότι κανείς, μα κανείς και ποτέ δεν τον αγάπησε γι’ αυτό που είναι. Να ξεμπροστιαστεί. Άγρια και σκληρά. Και να πονέσει βαθιά. Μπας και συνέλθει.

Αγαπημένο μου facebook. Δεν ξέρω αν η ντροπή είναι ικανή να με σταματήσει από το να ξεροσταλιάζω μπροστά σου για να δω τι ανάρτηση έκανε ο αγαπημένος μου, τι έγραψε η φιλενάδα μου που πονάει για τον έρωτά της ή τι έβαλε ο τάδε πανέξυπνος σχολιαστής. Δεν ξέρω αν η ντροπή είναι ικανή να μου δώσει πίσω τη ζωή που έχω χάσει μπροστά στην οθόνη σου. Δεν ξέρω αν η ντροπή είναι ικανή να με κάνει να σε χρησιμοποιώ όπως και όσο πρέπει. Ελπίζω όμως η δολοφονία της δικής μου -τόσο πολύτιμης- διαδικτυακής περσόνας να πείσει τον άνθρωπο που εκτιμώ και αγαπώ τόσο πολύ να καταλάβει τι κάνει στον εαυτό του και στους γύρω του όντας και ο ίδιος εξαρτημένος από σένα.

Οι άνθρωποι δεν είναι λεμονόκουπες, δεν είναι ολογράμματα. Οι άνθρωποι δεν έχουν κουμπί διαγραφής ή αποκλεισμού. Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν τα gamma & τα saturation τους για να μην δείχνουν τις ρυτίδες τους. Οι άνθρωποι δεν ψάχνουν απεγνωσμένα να βρουν από τον σωρό των κουρελιών τους αυτό που είναι λιγότερο ξεφτισμένο για να γίνουν αρεστοί.

Οι άνθρωποι στέκονται γυμνοί ο ένας μπροστά στον άλλο με τις ουλές τους, τις πληγές τους, τα χαμόγελα και τα πάθη τους, τιμώντας τις ψυχές τους και τα συναισθήματά τους.

Οι άνθρωποι όταν νιώθουν οργή δείχνουν τα δόντια τους δεν γράφουν στάτους, όταν είναι λυπημένοι κλαίνε δεν βάζουν μαύρες φωτογραφίες, όταν πονάνε μουγκρίζουν δε βάζουν τραγούδια.

Οι άνθρωποι όταν αγαπάνε βάζουν την πολύτιμη γνώση σε μπουκάλι και το ρίχνουν στον ωκεανό της ανασφάλειάς τους. Κι ας μην φτάσει πουθενά.

Οι άνθρωποι όταν θέλουν να γνωριστούν κοιτάνε βαθιά μέσα στα μάτια του άλλου. Κι ας χαθούν.

Αγαπημένο μου facebook, δεν είμαι αγνώμων. Σ’ ευχαριστώ για όσα μου έδωσες. Δεν ήταν λίγα. Αλλά με αρρώστησες. Και πρέπει να γίνω καλά. Και μαζί μου ελπίζω να γίνουν καλά και άλλοι.

Είναι καιρός.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: